Έκτακτη είδηση

Έκτακτη είδηση

Η Γηραιά Ήπειρος «γερνάει»

Το διαβάζουν τώρα:

Η Γηραιά Ήπειρος «γερνάει»

Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

Όταν η κρίση χρέους θα έχει παρέλθει, η Ευρώπη θα παλεύει με ένα ακόμη σοβαρότερο πρόβλημα: το πώς θα τα βγάλει πέρα με τον αυξανόμενο αριθμό των ηλικιωμένων.

Ο πληθυσμός ορισμένων χωρών είτε παραμένει στάσιμος είτε ήδη συρρικνώνεται – ειδικά στη Γερμανία. Αυτό σημαίνει πως και τα αποθεματικά θα μειωθούν και θα πληγεί η οποιαδήποτε αναπτυξιακή δυναμική.

Το εναπομείναν εργατικό δυναμικό είναι όλο και μεγαλύτερο σε ηλικία, άρα και λιγότερο παραγωγικό, κάτι που θα οδηγήσει σε «νότια» πορεία τα επίπεδα ζωής, ενώ οι τάξεις των συνταξιούχων πληθαίνουν, απειλώντας τόσο τη χρηματοδότηση των συνταξιοδοτικών συστημάτων όσο και τη λειτουργία του συστήματος πρόνοιας.

Κάθε συνταξιούχος στις 27 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης στηρίζεται σήμερα από τέσσερις εργαζόμενους. Μέχρι το 2050 αυτή η αναλογία θα έχει πέσει στο 2 προς 1, σύμφωνα με προβολές των Ηνωμένων Εθνών και της ΕΕ. Ακραίο παράδειγμα αυτής της τάσης αποτελεί η Λετονία, η οποία έχει αιτηθεί την ένταξή της στη ζώνη του ευρώ από το επόμενο έτος. Στη βαλτική χώρα μέχρι το 2060 τέσσερις εργαζόμενοι θα αναλογούν σε τρεις 65ρηδες…

Λόγω της μετανάστευσης και της υπογεννητικότητας ο πληθυσμός της Λετονίας μειώθηκε κατά 14% ή 340.000 άτομα μεταξύ 2000 και 2011, εγείροντας ανησυχίες ακόμη και για την ίδια την ύπαρξη του έθνους.

Ο κώδων του κινδύνου

Στον απόηχο των στοιχείων αυτών, πολλές ευρωπαϊκές χώρες αυξάνουν τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης. Σύμφωνα με τον Μάρτιν Κάζακς, επικεφαλής οικονομολόγο της Swedbank στη Ρίγα, «με γηράσκοντα πληθυσμό και το βάρος των συντάξεων και των προνοιακών επιδομάτων, ο ρυθμός ανάπτυξης θα αποδυναμώνεται. Αν δεν κάνεις κάτι σήμερα, στο μέλλον οι δυσκολίες θα είναι πολύ μεγαλύτερες».

Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θα έπρεπε να ρίξουν το βλέμμα στην Ιαπωνία της χαμηλής πλέον ανάπτυξης για να αντιληφθούν την οικονομική επίδραση της ηλικίωσης του πληθυσμού.

Οι οικονομολόγοι συμφωνούν πως, πέραν του να τεθεί το συνταξιοδοτικό σύστημα σε πιο βιώσιμες βάσεις, προτεραιότητα πρέπει να αποτελέσει και η επένδυση στην εκπαίδευση και την κατάρτιση, ώστε οι εργαζόμενοι να καταστούν περισσότερο παραγωγικοί. Το ίδιο θα πρέπει να ισχύσει και στην φροντίδα των παιδιών, ώστε περισσότερες εργαζόμενες μητέρες να ενθαρρύνονται είτε να εισέρχονται είτε να παραμένουν στην εργασία.

Ωστόσο, το μοίρασμα του κόστους γήρανσης ενέχει σοβαρούς πολιτικούς κινδύνους, καθώς φέρνει σε αντιπαράθεση τους «ευνοημένους» συνταξιούχους με τις νεότερες υπερφορολογημένες και βεβαρημένες εργασιακά γενιές.

Ο Έντουαρντ Χιου, οικονομολόγος στη Βαρκελώνη, επισημαίνει ότι η κρίση χρέους του ανεπτυγμένου κόσμου έχει κατά βάση να κάνει με το πώς αντιμετωπίζεται το πρόβλημα του γηράσκοντος πληθυσμού. Με άλλα λόγια, όπως τονίζει, οι εκτιμήσεις για τα μελλοντικά επίπεδα της υγεινομικής περίθαλψης και των συντάξεων ενδεχομένως να αποδειχθούν πολύ αισιόδοξες. Έτσι, ο Χιου αμφισβητεί τις πολιτικές της Ευρώπης και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, καθώς, όπως λέει, αγνοούν τις συνέπειες της δημογραφικής αλλαγής.

Όπως λέει χαρακτηριστικά, «απόντων των πολιτικών που αναγνωρίζουν πως αυτά τα ζητήματα υπάρχουν και που τα αντιμετωπίζουν, καμία από τις αναλύσεις βιωσιμότητας δεν αξίζει ούτε το χαρτί στο οποίο γράφτηκαν».

Η περίπτωση της Πορτογαλίας

Η πληγείσα από την ύφεση Πορτογαλία αποτελεί τον καλύτερο αντικατοπτρισμό για τα όσα λέει ο Χιου που προβλέπει έναν φαύλο οικονομικό και δημοσιονομικό κύκλο στην περιφέρεια της Ευρωζώνης ακριβώς λόγω του δημογραφικού. Προκειμένου να διατηρηθεί ο υπάρχων πληθυσμός της Πορτογαλίας, κάθε γυναίκα έπρεπε κάποτε να γεννά, σύμφωνα με το ποσοστό γονιμότητας της χώρας, 2,1 παιδιά. Πλέον αυτό το ποσοστό έχει πέσει στο 1,32. Το 2012 γεννήθηκαν μόνο 90.000 παιδιά, αρνητικό ρεκόρ αιώνα στην ιβηρική χώρα. Ο λόγος, φυσικά, είναι η οικονομική κρίση, η οποία προκαλεί αμφιβολίες στα νέα ζευγάρια.

Με άλλα λόγια, η διαδικασία της γήρανσης είναι προδιαγεγραμμένη. Μέχρι το 2050 η Πορτογαλία θα έχει τον μεγαλύτερο αριθμό 60ρηδων και άνω σε σύγκριση με κάθε άλλη χώρα της Ένωσης. Η ηλικιακή ομάδα των 60+ θα αντιπροσωπεύει στην Πορτογαλία το 40% του πληθυσμού έναντι 24% που είναι σήμερα.

Σαν αυτό να μην ήταν αρκετό, περίπου 100.000-120.000 Πορτογάλοι, δηλαδή 1% του πληθυσμού, μεταναστεύουν κάθε χρόνο, αναζητώντας καλύτερες εργασιακές συνθήκες. Έτσι, όμως, αφαιρούν από τη φορολογική βάση και προσθέτουν δυσχέρειες στη συντήρηση του κοινωνικού κράτους.

Η έξοδος των μυρίων… Λετονών

Παρόμοια είναι η κατάσταση και στη Λετονία, με τον πρωθυπουργό Βάλντις Ντομπρόβσκις να κάνει λόγο για μια «μεγάλη πρόκληση, τόσο ως προς την οικονομία όσο και ως προς την κοινωνία μας». Ο Ντομπρόβσκις συνεχίζει, λέγοντας πως «τώρα πρέπει να εστιάσουμε στην οικονομική ανάπτυξη και τη δημιουργία θέσεων εργασίας, ώστε οι πολίτες να βρουν προοπτικές εδώ στη Λετονία και να μη χρειάζεται να φεύγουν».

Η κυβέρνηση ελπίζει επίσης μέχρι το 2030 να έχει επαναπροσελκύσει 100.000 μετανάστες ή τουλάχιστον το ένα τρίτο αυτών που έφυγαν από το 2000 κι έπειτα. Δεδομένου όμως ότι η Λετονία είναι μια από τις φτωχότερες χώρες της ΕΕ, αυτό δεν θα είναι εύκολο.

Παράδειγμα μετανάστη που δεν «καίγεται» για επάνοδο αποτελεί η Ντάτσα Γκάιλε, η οποία βρίσκεται στη Βρετανία από το 2006. Έφυγε από τη Λετονία, διότι, ως ανύπαντρη μητέρα, δεν μπορούσε να μεγαλώσει τους δύο γιους της με ένα μισθό της τάξης των 150 λατ το μήνα, δηλαδή 214 ευρώ! Έπειτα από μια δύσκολη αρχή, έμαθε αγγλικά, έπιασε δουλειά και τώρα διαχειρίζεται την ειδησεογραφική ιστοσελίδα Anglo Baltic News που απευθύνεται στους περίπου 100.000 Λετονούς που διαμένουν στη Βρετανία. Η ίδια η Γκάιλε μένει στο Νορθάμπτον της κεντρικής Αγγλίας, εκεί όπου βρίσκονται σχεδόν 8.000 συμπατριώτες της.

Όπως και στην Πορτογαλία, έτσι και στη Λετονία ο φαύλος κύκλος είναι δύσκολο να σταματήσει. Ο ψυχολογικός αντίκτυπος του μεταναστευτικού κύματος, το οποίο ευθύνεται για την αισθητή μείωση του πληθυσμού της χώρας από το 2000, είναι τόσο έντονος όσο και η επίδραση στην οικονομία. Το ποσοστό γεννήσεων έχει πέσει στο 1,1 και είναι ένα από τα χαμηλότερα παγκοσμίως.

Επιτακτική πλέον είναι για τη Λετονία η ανάγκη ανάκαμψης από τη βαθιά ύφεση της διετίας 2008-09, όταν το ΑΕΠ της χώρας συρρικνώθηκε κατά 20%, καθώς η κυβέρνηση επέλεξε ως διέξοδο από την κρίση τη λιτότητα αντί της υποτίμησης του νομίσματος.

Είτε πρόκειται για τη Λετονία, είτε την Πορτογαλία, είτε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης όπως η Βουλγαρία και η Ρουμανία, ο μόνος δρόμος για να σταματήσει η πληθυσμιακή «αιμορραγία» και να βελτιωθούν μακροπρόθεσμα οι δημογραφικές προοπτικές είναι αυτός της καλύτερα αμειβόμενης εργασίας.

«Είναι πολυτέλεια να έχεις την ευκαιρία να ζήσεις και να εργαστείς υπό κανονικές συνθήκες στη χώρα μας. Είναι πολυτέλεια το να μπορέσεις να παραμείνεις», δηλώνει η Ντάτσε Μπεϊνάρε, σύμβουλος της λετονικής Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης «Παιδικά Χωριά SOS».