Έκτακτη είδηση

Έκτακτη είδηση

Οδοιπορικό: από τις ακτές της Τυνησίας στη Λαμπεντούζα

Το διαβάζουν τώρα:

Οδοιπορικό: από τις ακτές της Τυνησίας στη Λαμπεντούζα

Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

Έξω από το γραφείο της Ερυθράς Ημισελίνου στην πόλη Μεντενίν της Νότιας Τυνησίας, δεκάδες μετανάστες από την Αιθιοπία, την Ερυθραία, το Σουδάν και την Σομαλία περιμένουν εβδομάδες ολόκληρες με αγωνία για να αποφασίσει την τύχη τους η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες.

Διασώθηκαν από την τυνησιακή ακτοφυλακή μετά το πολύνεκρο ναυάγιο του περασμένου Σεπτεμβρίου στη Μεσόγειο. Το σκάφος τους έφυγε από τη Λιβύη αλλά δεν έφτασε ποτέ στη Λαμπεντούζα της Ιταλίας.

Ο Μπερχάνου ήταν στο σκάφος. Για να μπορέσει να επιβιβαστεί σε αυτό, μαζί με την γυναίκα του, πλήρωσε 1.400 δολάρια. Όπως λέει, αυτό ήταν το χαμηλότερο δυνατό τίμημα που θα μπορούσε να πετύχει για αυτό το κάθε άλλο παρά ασφαλές ταξίδι.

“Αφού ταξιδέψαμε για δύο ημέρες, το σκάφος παρουσίασε πρόβλημα στη μηχανή τιυ. Έσπασε! Όταν μας προωθούσαν στην Ιταλία, δεν είχαν φορτώσει αρκετά τρόφιμα ή νερό. Οι άνθρωποι εκεί δεν έχουν τίποτα να φάνε ή να πιούνε. Μετά από έξι ημέρες, κάποιοι άρχισαν να πεθαίνουν. Μερικές γυναίκες ήταν έγκυες όταν αρχίσαμε αυτό το ταξίδι. Έχασαν τα παιδιά τους, απέβαλαν. Όταν μπήκαν στην Τυνησία, αιμορραγούσαν”, λέει ο Μπερχάνου.

Ανάμεσα σε αυτούς που επέζησαν από το ναυάγιο είναι και ένα μόλις 4 μηνών βρέφος.Πίσω όμως από τα χαμόγελα, υπάρχουν πολλές τραγωδίες: βιασμοί, συλλήψεις, απειλές για την ζωή…. Όλα τα έχουν βιώσει οι άνθρωποι αυτοί. Η επιστροφή τους σε αυτήν την κόλαση είναι το λιγότερο που θέλουν.

Αλλά και στον καταυλισμό που έχει δημιουργηθεί στην Τυνησία η ζωή είναι δύσκολη. Οι άνδρες χωρίζονται ακόμα και από τις γυναίκες τους. Απουσιάζει το φαγητό αλλά και οι βασικές προϋποθέσεις υγιεινής. “Εάν δεν βρεθούν λύσεις για τα προβλήματά μας, οι άνθρωποι που θα πάνε πίσω στη Λιβύη θα επιχειρήσουν το ίδιο ταξίδι. Αν είναι τυχεροί και μπουν την Ιταλία, όλα καλά. Αν όχι, θα πεθάνουν”.

Πενήντα χιλιόμετρα μακριά, στο Ζαρζις, η ακτοφυλακή συχνά εντοπίζει πλοία που αναχωρούν από τη Λιβύη για την Λαμπεντούζα. Το 2011, την περίοδο της Τηνυσιακής Επανάστασης, πλημμύρα ανθρώπων προσπαθούσε να δραπετεύσει από την χώρα. Αλλά οι ψαράδες της περιοχής υποστηρίζουν ότι αυτό έχει πλέον σταματήσει: “Όλοι οι διακινητές έχουν πάει πλέον στη Λιβύη. Αυτές εδώ οι ακτές έχουν πλέον τακτική περιπολία. Κάθε τρεις με τέσσερις μήνες γίνεται που και που κάποια προσπάθεια, αλλά πάντα τους πιάνουν”.

Ένας ψαράς μας αποκαλύπτει ότι έχει διασχίσει την θάλασσα ως την Λαμπεντούζα με πολλά καράβια γεμάτα με μετανάστες. Όμως μία φορά συνελήφθη και εστάλη στη φυλακή. Πλέον είναι ελεύθερος. Έδειξε στην κάμερα του euronews μία από τις διαδρομές που χρησιμοποιούσαν τα φορτηγά για να φέρουν τους μετανάστες στο λιμάνι ή στην παραλία, καθώς και κρυψώνες όπου τους κρατούσαν. “Συνηθίζαμε να βάζουμε μέχρι και 50 άτομα εδώ. Τους δίναμε φαγητό και νερό και έμεναν εκεί για δύο ή και τρεις μέρες, μέχρι να φτάσει το σκάφος και να επιβιβαστούν σε αυτό για να μεταφερθούν στο νησί”, αποκαλύπτει.

Όλο αυτό ήταν μια επικερδής επιχείρηση. Κάθε επιβάτης όφειλε να πληρώσει 1.500 ευρώ. Τα χρήματα μοιράζονταν ο ιδιοκτήτης του σκάφους, ο καπετάνιος και διάφοροι μεσάζοντες. Αλλά αυτός ο πανικός να εγκαταλείψουν μαζικά την Τυνησία κράτησε μόνο μερικούς μήνες. “Πολλοί άνθρωποι ήθελαν να φύγουν. Έτσι, ξαφνικά δημιουργήθηκαν και πολλοί διακινητές. Και όταν υπήρχε μεγάλη προσφορά, οι τιμές έπεσαν ως και 1.000 ευρώ το άτομο. Οπότε και εμείς μειώσαμε την δραστηριότητα”.

Πολλοί άνθρωποι από το Ζαρζίς σάλπαραν, αφήνοντας πίσω τις οικογένειές τους. Αλλά κάποιοι δεν έφτασαν ποτέ στον προορισμό τους. Για τον Μοχάμεντ και την σύζυγό του, είναι μια πικρή ανάμνηση. Ο γιος τους χάθηκε στην θάλασσα όταν ένα πλοίο που μετέφερε 120 άτομα στην Λαμπεντούζα βούλιαξε. Ο Σλαχ, κολλητός φίλος του γιου τους, κατάφερε να διασωθεί από εκείνο το ναυάγιο. Στο πρόσωπό του βλέπουν και αυτοί το χαμένο τους παιδί. “Κάθε φορά που βλέπω στην τηλεόραση εικόνες από μετανάστες που προσπαθούν να διασχίσουν παράνομα την Μεσόγειο ή ακόμα και όταν αντικρίζω την θάλασσα, η καρδιά μου ραγίζει ξανά”, λέει στο euronews.

Εκείνο το συγκεκριμένο ναυάγιο έγινε σε περιοχή ελέγχου του Ναυτικού της Τυνησίας, που κατηγορήθηκε ότι βύθισε σκόπιμα το σκάφος οδηγώντας στον θάνατο 30 ανθρώπους. Αλλά χωρίς αδιάσειστα στοιχεία, τα παράπονα από τις οικογένειες των θυμάτων δεν οδήγησαν πουθενά.

Το ίδιο ισχύει και με τις εκκλήσεις τους για κάποια βοήθεια. Πολλοί από τους ανθρώπους που ζουν εδώ, ζητούν από την Ευρωπαϊκή Ένωση να αλλάξει την μεταναστευτική της πολιτική.

Οι περισσότεροι αμφισβητούν την πολιτική δαπανών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μήπως τα χρήματα που ξοδεύονται για να αποτρέπουν τους μετανάστες από το να φτάνουν στην Ευρώπη θα έπρεπε να διατεθούν για να δημιουργηθούν λόγοι που θα κρατούσαν αυτούς τους ανθρώπους στις πατρίδες τους;

“Σχεδόν το σύνολο του προϋπολογισμού δίνεται για την ενίσχυση της ασφάλειας. Δεν υπάρχει πραγματικό πρόγραμμα ανάπτυξης. Πέρυσι υπήρχαν σε εξέλιξη 15 έργα, φέτος ξεκίνησαν 18. Είμαστε στη διαδικασία μελέτης επιπλέον 63 σχεδίων και παρεμβάσεων, αλλά υπάρχουν περίπου 700.000 άνεργοι και νέοι πτυχιούχοι που αναζητούν εργασία, και δεν μπορούμε να φροντίσουμε για όλους αυτούς. Εάν έστω τους δίναμε μια μικρή ελπίδα, θα ήταν καλά”, λέει ο Φαϊζάλ Ντχιχά, πρόεδρος της οργάνωσης “ADDCI -Zarzis”.

Ο Σαλέμ είναι από τους τυχερούς. Πήρε επιδότηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση για να δημιουργήσει την δική του επιχείρηση. Πήγε παράνομα στην Γαλλία μέσω της Λαμπεντούσα το 2011. Εκεί όμως συνελήφθη και οδηγήθηκε στην φυλακή. Όταν βγήκε, ήταν άνεργος και τελικά επέστρεψε στην Τυνησία. Μια επιδότηση αρκετών χιλιάδων ευρώ του επέτρεψε να ανοίξει την δική του επιχείρηση μεταλλουργίας πριν από 18 μήνες. Πλέον δεν θέλει να ακούει για Γαλλία και δηλώνει ότι δεν θα επιστρέψει με τίποτα στην Ευρώπη.

Ο Μοέζ πήρε επίσης επιδότηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση για να ανοίξει το δικό του παντοπωλείο πριν τρεις μήνες. Όπως λέει, τίποτα δεν συγκρίνεται με το να είσαι αφεντικό του εαυτού σου. Αφού αρχικά εργάστηκε στην Πολωνία, πέρασε τέσσερα χρόνια στην Γαλλία, όπου δούλευε παράνομα. Δεν μετανιώνει για την εμπειρία, αλλά δεν την συνιστά και σε κανέναν: “Είδα την Ευρώπη, είδα πώς ζουν εκεί οι οι άνθρωποι και ιδίως οι νέοι. Επίσης, είδα πώς οι άνθρωποι από την δική μας κοινότητα γύρισαν πίσω και έδωσαν τροφή στα όνειρα και ενθάρρυναν άλλους νέους να φύγουν. Ο Θεός να τους συγχωρέσει. Έρχονται εδώ και δείχνουν τον πλούτο τους, τις BMW και τις Mercedes. Και λένε ψέμματα ότι έχουν τάχα μου δύο και τρία υπνοδωμάτια. Όμως στην πραγματικότητα το μόνο που έχουν είναι ένα μικρό χώρο δύο τετραγωνικών για το κρεβάτι τους. Θεέ μου, συγχώρεσέ τους, γιατί πολλοί άνθρωποι έχασαν την ζωή τους”

Πολλοί άνθρωποι στο Ζαρζίς λένε ακριβώς τα ίδια. Αλλά ακόμα υπάρχουν (και πάντα θα υπάρχουν) και εκείνοι που θέλουν να φύγουν, ελπίζοντας σε ένα καλύτερο αύριο.

Ο Ισάμ είναι ένας από αυτούς, παρόλο που ήδη διαθέτει δουλειά εδώ. Έχει ήδη αποπλεύσει δύο φορές για την Λαμπεντούζα. Την πρώτη το σκάφος εντοπίστηκε από την ιταλική ακτοφυλακή και εστάλη πίσω, την δεύτερη έφτασε στην Γαλλία. Μετά από δύο χρόνια που έμεινε στη χώρα παράνομα, επαναπατρίστηκε. Όπως όμως λέει, τίποτα δεν μπορεί να τον πείσει να μείνει: “Είναι τύχη. Είναι η μοίρα του καθενός! Αν είναι να πεθάνεις, θα πεθάνεις, αν είναι να ζήσεις, θα ζήσεις. Σε ότι γλώσσα κι αν το πω, νόμιμα ή παράνομα, με τη βοήθεια του Θεού ή χωρίς αυτήν, θα φύγω και πάλι…”.