22 χρόνια χωρίς τον Μάνο Χατζηδάκι

Access to the comments Σχόλια
Από Πάνος Κιτσικόπουλος
22 χρόνια χωρίς τον Μάνο Χατζηδάκι

Πάνε 22 χρόνια από τότε που ο Μάνος Χατζηδάκις έφυγε για πάντα από κοντά μας.

Ως συμπεριφορά είμαι μεγαλοαστός. Ως καλλιέργεια είμαι ποιητής. Και ως βαθύτερη ιδιοσυγκρασία είμαι λαϊκός

Ο δημιουργός του «Χαμόγελου της Τζοκόντας», του «Μεγάλου Ερωτικού», των «Έξι Λαϊκών Ζωγραφιών» και πλήθους άλλων αριστουργημάτων, το δεύτερο ελληνικό βραβείο Όσκαρ, ο «αριστερός της δεξιάς», όπως χαρακτήριζε ο ίδιος τον εαυτό του, απεβίωσε στις 15 Ιουνίου 1994 προδομένος από την καρδιά του.

Είχε γεννηθεί στις 23 Οκτωβρίου 1925 στην Ξάνθη. Το πατρικό του σπίτι, στον τρίτο όροφο της οδού Βενιζέλου 17, πρόσφατα μάλιστα αναστυλώθηκε και αποτελεί ένα από τα στολίδια της ακριτικής πόλης.

Μέσα στα 69 χρόνια της ζωής του είχε προλάβει να αφήσει ανεξίτηλο ίχνος σε όλες τις πτυχές της ελληνικής πολιτιστικής και πολιτικής έκφρασης. Μπορεί να ταυτίστηκε σε μεγάλο βαθμό με το ελαφρύ τραγούδι, όμως το έργο του υπήρξε πολύπλευρο όπως και η ενασχόλησή του με τα ελληνικά τεκταινόμενα.

Κατ’ αρχάς το ντεμπούτο του Χατζηδάκι δεν έγινε στη δισκογραφία, αλλά στο θέατρο. Η πρώτη του δουλειά ως συνθέτη ήταν το ντύσιμο του έργου «Τελευταίος Ασπροκόρακας» του Αλέξη Σολωμού για το Θέατρο Τέχνης. Ο Μάνος τότε ήταν μόλις 19 ετών και ενθαρρύνθηκε από τον Κάρολο Κουν, μια από τις σημαντικότερες γνωριμίες που είχε κάνει, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν προσωπικότητες όπως ο Άγγελος Σικελιανός, ο Γιώργος Σεφέρης, ο Νίκος Γκάτσος, ο Οδυσσέας Ελύτης. Η συνεργασία του Μάνου με το Θέατρο Τέχνης θα διαρκέσει 15 χρόνια.

Από τότε ξεκινά και η ξέφρενη δημιουργική πορεία του Μάνου στη μουσική. Γράφει συνεχώς, γράφει εξαιρετικά, αλλά δεν αρκείται εκεί. Οι ανησυχίες του τον φέρνουν το 1950 στη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή του Ελληνικού Χοροδράματος της Ραλλούς Μάνου. «Ταράζει» την ελληνική αστική κοινωνία, η οποία αφ’ ενός τον αποδέχεται για την ελαφρά και ορχηστρική μουσική του και αφ’ ετέρου αντιδρά έντονα εναντίον του, επειδή εντρυφεί στην «περιθωριακή» ρεμπέτικη μουσική. Ήταν όμως αυτή ακριβώς η ιδιαιτερότητα του Μάνου Χατζηδάκι: Η ικανότητά του να τυλίγει μαζί το λόγιο και το λαϊκό χωρίς κανείς να καταλαβαίνει ότι ξεκίνησαν ως δύο ξεχωριστά πράγματα.

Ενδεικτικό της «χατζηδάκειας» ευελιξίας ήταν το γεγονός ότι το 1959 ο «αστός» Χατζηδάκις σύστησε στο κοινό τον «αριστερό» Μίκη Θεοδωράκη, με τον οποίο είχε γνωριστεί από τότε που και οι δύο συμμετείχαν στην Εθνική Αντίσταση από τους κόλπους της ΕΠΟΝ. Ο «Επιτάφιος» του Θεοδωράκη ενορχηστρώθηκε και ηχογραφήθηκε από τον Μάνο Χατζηδάκι με τη Νάνα Μούσχουρη.

Λίγα χρόνια μετά, το 1966, ο Μάνος γνωρίζει εκ του σύνεγγυς την αμερικανική ποπ μουσική και επηρεάζεται τόσο ώστε να ηχογραφήσει το «Reflections» με τους New York Rock ‘n Roll Ensemble.

Ο Χατζηδάκις υπήρξε τόσο παραγωγικός και εμπορικός όσο και ποιοτικός. Ο ίδιος είχε αυστηρές απαιτήσεις από τον εαυτό του, γεγονός που τον παγίδευσε στην αντίφαση του να αποκτήσει μέσω των δημιουργιών του για τον (εγχώριο και διεθνή) κινηματογράφο ακόμη ευρύτερη αναγνωρισιμότητα, την οποία ο ίδιος όμως δεν επιθυμούσε, όπως και δεν επιθυμούσε την «υπερεκλαΐκευση» της μουσικής του μέσω του κλασικού μεν εμπορικού δε ελληνικού κινηματογράφου.

Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο ο Χατζηδάκις δεν απόλαυσε ποτέ τη δόξα του Όσκαρ το οποίο κέρδισε το 1961 για «Τα Παιδιά Του Πειραιά». Στο αυτοβιογραφικό του σημείωμα, εξάλλου, επισημαίνει ότι «αδιαφορώ για την δόξα. Με φυλακίζει μες στα πλαίσια που καθορίζει εκείνη κι όχι εγώ». Το Όσκαρ αυτό ήταν ακριβώς αυτό για τον Μάνο: Μια αλυσίδα που τον κρατούσε δέσμιο στο πώς θα καθορίσει τη σχέση του με τον ακροατή του.

Ενδεικτικό του πόσο αποκήρυξε ο Χατζηδάκις τα «Παιδιά του Πειραιά» ήταν το ότι πούλησε τα δικαιώματά τους για να φτιάξει τα δόντια του, τα οποία είχαν χαλάσει από τις κακουχίες που πέρασε στη διάρκεια της κατοχής.

Άλλωστε, ο Χατζηδάκις δεν ήταν ένας περιχαρακωμένος μουσικός. Όπως αναφέρει ο ίδιος, γι’ αυτόν τον λόγο σταμάτησε και τα μαθήματα μουσικής: «Συνειδητοποίησα πόσο άχρηστα ήτανε τα μαθήματα της Μουσικής, μια και μ’ απομάκρυναν ύπουλα απ’ τους αρχικούς μου στόχους που ήταν να επικοινωνήσω, να διοχετευθώ και να εξαφανιστώ, γι’ αυτό και τα σταμάτησα ευθύς μετά την Κατοχή».


Η επιστροφή του από τις ΗΠΑ ακολουθήθηκε από την ίδρυση του «καφέ Πολύτροπον», το οποίο υπήρξε βραχύβιο. Ο Μάνος το ίδρυσε το 1972 και το έκλεισε δύο χρόνια μετά αφ’ ενός λόγω του τεράστιου χρέους που δημιούργησε και αφ’ ετέρου επειδή ο συνθέτης ανέλαβε τη διεύθυνση του Τρίτου Προγράμματος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας.

Από το 1975 μέχρι το 1981 ο Μάνος Χατζηδάκις συνεργάστηκε με και ανέδειξε ταλαντούχους νέους μουσικούς, καθιστώντας την εξαετία αυτή σημείο αναφοράς στην ιστορία του ελληνικού ραδιοφώνου. Να τι λέει, όμως, ο ίδιος στο αυτοβιογραφικό του σημείωμα, αναφερόμενος στην περίοδο του Τρίτου:

«Μέσα σ’ αυτή την περίοδο και ύστερα από ένα ανεπιτυχές έμφραγμα στην καρδιά, προσπάθησα πάλι, ανεπιτυχώς είναι αλήθεια, να πραγματοποιήσω τις ακριβές καφενειακές μου ιδέες πότε στην ΕΡΤ και πότε στο Υπουργείο Πολιτισμού , εννοώντας να επιβάλω τις απόψεις μου με δημοκρατικές διαδικασίες. Και οι δύο όμως τούτοι οργανισμοί σαθροί και διαβρωμένοι από τη γέννησή τους κατάφεραν να αντισταθούν επιτυχώς και, καθώς λεν, να με νικήσουν “κατά κράτος”. Παρ΄ όλα αυτά, μέσα σε τούτον τον καιρό γεννήθηκε το Τρίτο κι επιβλήθηκε στη χώρα».

Στο τεράστιο έργο που άφησε πίσω του περιλαμβάνεται η δημιουργία της Ορχήστρας των Χρωμάτων το 1989, την οποία διηύθυνε μέχρι το θάνατό του. Ιστορική έχει μείνει η συναυλία της Ορχήστρας στο Ηρώδειο το 1990 υπό τη διεύθυνση του Χατζηδάκι και του Άστορ Πιατσόλα, η τελευταία του Αργεντινού μουσουργού που υπέστη εγκεφαλικό ένα μήνα μετά και πέθανε το 1992.

Δύο χρόνια μετά είχε έρθει και η ώρα του μεγάλου Έλληνα συνθέτη. Το έργο που έχει αφήσει πίσω του, συγγραφικό, ποιητικό και μουσικό, είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς . Η μνήμη του και η μουσική του, άσβεστες φλόγες σε ενδεείς καιρούς, θα παραμένουν πολύτιμη παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές.