Έκτακτη είδηση

Το διαβάζουν τώρα:

Η «Μποέμ» του Πουτσίνι στη Βασιλική Όπερα του Τορίνο


musica

Η «Μποέμ» του Πουτσίνι στη Βασιλική Όπερα του Τορίνο

σε συνεργασία με

Ήταν στην Βασιλική Όπερα (Teatro Regio) του Τορίνο, το 1896, όταν μία από τις πλέον γνωστές όπερες η “Μποέμ” του Τζιάκομο Πουτσίνι, παρουσιάστηκε στο κοινό. 120 χρόνια μετά το Τορίνο γιορτάζει την επέτειο στο ίδιο ακριβώς χώρο, με μαέστρο τον Τζιαναντρέα Νοσέντα.

Ανάμεσα στα κορυφαία έργα του οπερατικού ρεπερτορίου, η “Μποέμ”, του Τζιάκομο Πουτσίνι, παρουσιάστηκε πριν από 120 χρόνια στο Τορίνο. Μία νέα παραγωγή πρόκειται να τιμήσει την συγκεκριμένη επέτειο. Την ορχήστρα διευθύνει με εξαιρετικό τρόπο ο Τζιαναντρέα Νοσέντα.

Τα βασικά στοιχεία της όπερας, η νιότη, η ζωτική ενέργεια, η προσδοκία για άμεση ικανοποίηση, η παθιασμένη αγάπη, τα συναντάει κανείς αυτούσια, όπως γινόταν και τον 19 αιώνα.

Ο Τζιαναντρέα Νοσέντα μας είπε:

“Η Μποέμ μας μιλάει για νέους ανθρώπους και τις ελπίδες τους, την επιθυμία τους να αλλάξουν τα πράγματα, να πάνε ενάντια στους κανόνες. Ακόμα και με το θάνατο της Μιμί, που είναι απροσδόκητος είναι σαν όλα αυτά τα αισθήματα να διακόπτονται βίαια. Δεν είμαι σίγουρος εάν μετά από αυτό τον θάνατο οι νεαροί θα είναι εξίσου ανέμελοι όπως στο παρελθόν. Πρόκειται για μία αυταπάτη χωρίς ελπίδες. Η Μποέμ είναι τόσο σύγχρονη σε κάθε της λεπτομέρεια, που θα μπορούσε να θεωρηθεί όπερα του 20ου αιώνα. Αυτή η ακρίβεια υπήρχε και στον Μάλερ και τον Πουτσίνι, ο οποίος ενσωματώνει το χρόνο τόσο καλά. Υπάρχουν συγκεκριμένα μέτρα στην όπερα αυτή με τόσες διαφοροποιήσεις στο τέμπο και τη δυναμική, που την καθιστούν μία δύσκολη όπερα και σίγουρα μία που μπορεί κοιτάει μπροστά στον επόμενο αιώνα.

Στο Τορίνο μου αρέσει το γεγονός ότι παρά το γεγονός ότι είναι μία διακριτική πόλη έχει μία βασιλική μεγαλοπρέπεια. Ήταν άλλωστε και η πρώτη πρωτεύουσα της ενωμένης Ιταλίας. Υπάρχει κάτι το αριστοκρατικό που είναι όμως προσβάσιμο σε όλους. Μπορείς να απολαύσεις τα καφέ, τα εστιατόρια αλλά και πολλά άλλα…. Υπάρχει κάτι στο επάγγελμα μας ως διευθυντές ορχήστρας που μας σπρώχνει στα όρια του να καταλάβουμε τι συμβαίνει. Θέλουμε να ανακαλύψουμε την αλήθεια στο κομμάτι στο οποίο έχουμε αφιερωθεί, γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι αυτό δεν είναι εφικτό. Είναι επίσης αλήθεια ότι σε συγκεκριμένες περιόδους της ζωής μας προσεγγίζουμε έργα με διαφορετικό τρόπο και μετά αυτός αλλάζει γιατί αλλάζουμε και εμείς. Η διεύθυνση ορχήστρας σε σπρώχνει να πας βαθύτερα ακόμα και αν ξέρεις ότι οι συνθέτες του έργου είναι πολύ πιο σπουδαίοι από εσένα.»

Editor's choice

επόμενο άρθρο

musica

Η "Βεατρίκη και Βενέδικτος" του Μπερλιόζ «μαγεύουν» την Τουλούζη