Έκτακτη είδηση

Το διαβάζουν τώρα:

«Η αρχή του κακού»: Ο φασισμός και η βία μιας επαρχιακής πόλης στο μικροσκόπιο


Ελλάδα

«Η αρχή του κακού»: Ο φασισμός και η βία μιας επαρχιακής πόλης στο μικροσκόπιο

Η Μαρία Μαγκανάρη, στο πλαίσιο του κύκλου θεατρικών παραστάσεων «Η λογοτεχνία στην σκηνή», που αφορά την παρουσίαση του έργου τριών νέων λογοτεχνών μας συστήνει τη νουβέλα της Μαρίας Φακίνου «Η αρχή του κακού». Από τις 6-28 Μαρτίου, στο υπόγειο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, θα δούμε πώς αντιδρά μια μικρή επαρχιακή κωμόπολη στην έλευση μιας γυναίκας, η οποία θα φέρει στην επιφάνεια το φασισμό της, τη βία που κρύβει, το φόβο της για το διαφορετικό και το ξένο, αλλά και την ανάγκη για την εύρεση ενός αποδιοπομπαίου τράγου, ώστε να εξορκίσει το κακό.

Σε μια σειρά από παράδοξα κάδρα εμπνευσμένα από τον κόσμο του Μπέλα Ταρ, αλλά και από την ελληνική επαρχία όπως απεικονίστηκε στο έργο του Θόδωρου Αγγελόπουλου, θα κατοικήσει ανάμεσα στους ντόπιους, αυτή η μυστηριώδης γυναίκα. Η στάσιμη επαρχιακή κωμόπολη θα γίνει το πάλκο όπου θα τραγουδήσει τα ξεχασμένα λαϊκά της τραγούδια. Και την ίδια στιγμή ο βωμός στον οποίο θα θυσιαστεί.

Μιλήσαμε με την σκηνοθέτιδα της παράστασης για τον τρόπο που προσέγγισε το βιβλίο, για την ποιητικότητα και την λεπτή ειρωνεία του κειμένου, για τα θέματα που θίγει η νουβέλα και για το τι ακριβώς θα δούμε επί σκηνής.

-Για ποιο λόγο επέλεξες αυτή τη νουβέλα; Τι βρήκες ενδιαφέρον σ’ αυτήν;

Η νουβέλα «Η Αρχή του Κακού» μου προτάθηκε από το Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, περίπου πριν ένα χρόνο. Τη διάβασα μονορούφι και εξ αρχής μου έκανε εντύπωση το ύφος και η ποιητικότητα της γραφής της Φακίνου. Η αφηγηματική της βάση είναι, θα έλεγα, στρωτή, αλλά την ίδια στιγμή αφήνει χώρο να συμβούν μυστήρια πράγματα, να συνυπάρξουν διαφορετικοί κόσμοι. Έτσι η αφήγηση δεν γίνεται ποτέ μια τετριμμένη ρεαλιστική καταγραφή, μια ηθογραφία, αλλά απογειώνεται σε χώρους ποιητικούς, και συνομιλεί με σύμβολα και μύθους, αλλά και με την ίδια την τέχνη.

-Ποια είναι η Αρχή του κακού στο έργο;

Στο έργο, μια γυναίκα φθάνει καταχείμωνο σε μια επαρχιακή κωμόπολη, με σκοπό να περιμένει κάποιον που δεν γνωρίζει. Η κωμόπολη και οι άνθρωποί της περνούν διαδοχικά από διάφορες φάσεις απέναντι στην «ξένη». Στην αρχή την καλοδέχονται, όμως σταδιακά, και καθώς εκείνη τους «αναγκάζει» να ακούσουν τον βόμβο που αρνούνταν, τα πράγματα αλλάζουν: αρχίζουν να προβάλουν πάνω της τον σκοτεινό τους εαυτό, αυτό το κομμάτι που υπάρχει μέσα στον καθένα μας, το ανεπιθύμητο, που συνειδητά το αρνούμαστε οι περισσότεροι και που πυροδοτείται κυρίως αν αισθανθούμε πως απειλούμαστε. Το κομμάτι που εκτρέφει προσωπικούς και κοινωνικούς φασισμούς. Καθώς η μικρή αυτή κοινωνία είναι δομημένη ήδη στο να ξεσπάει τη βία της στους ανίσχυρους (στις γυναίκες, στο διαφορετικό παιδί, στον αφελή ταχυδρόμο κ.ο.κ.), η έλευση της Γυναίκας γίνεται η θρυαλλίδα που πυροδοτεί τη διασάλευση της καθεστηκυίας τάξης.

-Πώς επεξεργάζεται η συγγραφέας το θέμα του ξένου και του διαφορετικού;

Η Φακίνου παραλαμβάνει και εμπλουτίζει το μοτίβο του ξένου και παρείσακτου, που και μόνο η παρουσία του, το βλέμμα του, προκαλεί την καταστροφή. Σαν τον ποδηλάτη των «Γραπτών» του Εμπειρίκου που άμα τη εμφανίσει του εντός των τειχών, τα πάντα καταρρέουν. Η Αρχή του Κακού θα μπορούσε να είναι και Αρχή του Καλού: τα κρυφά αποκαλύπτονται, τα πράγματα εξελίσσονται ραγδαίως, και στο τέλος οι περισσότεροι παίρνουν αυτό που τους αξίζει. Το θέμα της νουβέλας είναι σκληρό (η απόρριψη της διαφορετικότητας μέσα σε μια κοινωνία και οι αποδιοπομπαίοι τράγοι που εκείνη δημιουργεί), αλλά η Φακίνου το διαχειρίζεται με μια λεπτή ειρωνεία που σου δίνει τη δυνατότητα μιας στοχαστικής απόστασης. Επίσης, παρότι στο φινάλε απονέμεται δικαιοσύνη, το ίδιο το έργο δεν ηθικολογεί. Είναι σαν η συγγραφέας να αναγνωρίζει το σκοτάδι που βρίσκεται στον καθένα ανεξαιρέτως.

-Τι θέλει αυτή η γυναίκα στην επαρχιακή κωμόπολη;

Η Γυναίκα κατά τα λεγόμενά της, έχει λάβει ένα επίσημο γράμμα, στο οποίο κάποιος που υπογράφει «Ο Χορδιστής» την καλεί να τον συναντήσει στη συγκεκριμένη κωμόπολη στις 29 Φεβρουαρίου (προφανώς το έτος είναι δίσεκτο). Ο Χορδιστής δεν εμφανίζεται, όμως εκείνη εξακολουθεί να τον περιμένει. Τον φαντασιώνεται μάλιστα ως τον άντρα που πάντοτε επιθυμούσε. Η αναμονή αυτή (και το μαρτύριο που αυτή επιφέρει) δίνει κάποιο νόημα στη μέχρι τώρα άδεια ζωή της. Κατά τη γνώμη μου, η γυναίκα έχει ήδη αποφασίσει να γίνει μάρτυρας. Αργότερα τη βλέπουμε να συναινεί στην ταπεινωτική αντιμετώπιση της κωμόπολης απέναντί της. Στην παράσταση η Σύρμω Κεκέ (που έχει το ρόλο της γυναίκας) τραγουδάει κάποια παλιά λαϊκά τραγούδια. Το κοινό χαρακτηριστικό τους είναι ότι μιλούν αφοπλιστικά και απενοχοποιημένα για την ανθρώπινη (ερωτική) επιθυμία. Τι άλλο μπορεί να σημαίνει το «Πλήγωσέ με, πλήγωσέ με και σκληρά βασάνισέ με» από το ότι στη βάση της επιθυμίας είναι ο πόνος;

-Πώς αντιμετωπίζεις εσύ αυτό τον επαρχιακό μικρόκοσμο που είναι στα όρια του σουρεαλισμού; Πώς τον μεταφέρεις στο σανίδι;

Στο έργο η επαρχία απεικονίζεται ως ένας τόπος σχεδόν μεταφυσικός. Δουλεύοντας τη διασκευή, έψαξα τη δική μου εικόνα για την επαρχία, για τον αυτοτροφοδοτούμενο και ως εκ τούτου απομονωμένο τόπο που αντιπροσωπεύει η έννοια. Βρήκα τα αισθητικά μου πρότυπα στο σινεμά, που πάντα αποτελεί πηγή έμπνευσης για μένα. Ο τρόπος που έχει απεικονιστεί η ελληνική επαρχία στο έργο του Θόδωρου Αγγελόπουλου είναι μοναδικός (ο «Θίασος» είναι χαραγμένος στο συλλογικό μας ασυνείδητο). Στη διάρκεια των προβών και στη διαχείριση του δράματος που περιγράφει το έργο, αναδύθηκαν εικόνες από το σινεμά του Σταύρου Τσιώλη και του Δήμου Αβδελιώδη, δύο σκηνοθετών που αγαπώ πολύ. Με συγκινεί βαθιά ο τρόπος που και οι δύο αυτοί σκηνοθέτες αντιμετωπίζουν τα πρόσωπα στις ταινίες τους. Με το φίλτρο της κατανόησης και τη μαλακότητα του χιούμορ. Τα πρόσωπα είναι αγαπητά, όποια κι αν είναι τα ελαττώματά τους. Κάπως έτσι προσπάθησα να δω αυτόν τον μικρόκοσμο. Μια κοινωνία που είναι ικανή για το καλύτερο μα και για το χειρότερο. Που καταστρέφεται τελικά από τη βλακεία και τη στενομυαλιά της, και πάλι μυαλό δεν βάζει.

-Ποια ανάγκη, αλήθεια, οδηγεί μια κοινωνία να δημιουργήσει αποδιοπομπαίους τράγους;

Νομίζω πως αυτό ακριβώς το ερώτημα βρίσκεται στο κέντρο της προβληματικής του έργου. Ανθρωπολογικά, οι εξιλαστήριες τελετές, ακόμα και οι ανθρωποθυσίες, εντοπίζονται σε πολλούς πολιτισμούς, ενώ είναι κοινός τόπος και στη Βίβλο. Λειτουργούν ως μέσο εξορκισμού του κακού και συχνά συνδέονται με τις ενοχές που συνοδεύουν τη γνώση υπέρβασης ενός ηθικού κώδικα. Οι αρρώστιες, ο θάνατος, όλα τα δεινά που λειτουργούν «επιμολυντικά» στην κοινωνία, μεταφέρονται μαγικά σε κάποιο πρόσωπο (ή ζώο ή αντικείμενο) μετατρέποντάς το σε «ενσαρκωμένη μόλυνση» που μπορεί να απομακρυνθεί με φυσικό τρόπο. Έτσι η κοινότητα παραμένει «καθαρή». Αυτή, νομίζω, είναι και η βασική λειτουργία που περιγράφεται στο έργο. Ολόκληρη η κλειστή κοινωνία εξορκίζει την ενοχή της (το «πάντα παρόν συστατικό του εαυτού» κατά τον Γιουνγκ), προβάλλοντάς την πάνω σε πρόσωπα δεκτικά στο να γίνουν οι αποδιοπομπαίοι τράγοι της: την ξένη Γυναίκα, το περίεργα χαρισματικό παιδί, τον τρελό του χωριού.

-Πώς διαχειρίστηκες σκηνοθετικά αυτό το θέμα;

Δεν με ενδιέφερε να δημιουργήσω ένα δράμα επί σκηνής. Ούτε να τονίσω τις ψυχολογικές προεκτάσεις. Ακόμα περισσότερο δεν ήθελα να προκαλέσω συγκεκριμένα συναισθήματα στον θεατή. Επέλεξα να τονίσω την ειρωνεία που υπάρχει στο έργο και να δημιουργήσω μια πιο σουρεαλιστική ατμόσφαιρα. Πιο πολύ ήθελα να δείξω πόσο εύκολο είναι να εξοκείλει κανείς στο να γίνει θύτης των αδυνάτων: λόγω φόβου, δειλίας, τεμπελιάς ή βλακείας. Και αυτό αφορά όλους μας. Εγώ το καταγράφω από μια απόσταση, και ο θεατής ας αισθανθεί ή ας σκεφτεί αυτά που επιθυμεί.

-Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο γνωστά, αλλά και άγνωστα λογοτεχνικά έργα ανεβαίνουν στο σανίδι. Που νομίζεις ότι οφείλεται; Αισθάνεσαι ότι υπάρχει ένδεια θεατρικών κειμένων;

Δεν μπορώ να απαντήσω γενικά για το φαινόμενο. Ίσως οι θεατρολόγοι έχουν να πουν περισσότερα επ’ αυτού. Μπορεί να είναι και λίγο μόδα. Προσωπικά μιλώντας, η πρόσβασή μου στην τέχνη έγινε καταρχάς και κυρίως μέσω της λογοτεχνίας. Η σκέψη, η φαντασία και η αισθητική μου διαμορφώθηκαν μέσω της λογοτεχνίας (και του σινεμά στη συνέχεια). Το θέατρο ήρθε πολύ αργότερα. Μου φαίνεται πολύ φυσικό να ανατρέχω εκεί για κείμενα. Εξάλλου αισθάνομαι το θέατρο ως τον φυσικό μου χώρο στον οποίο μπορώ να φέρνω ό,τι αγαπώ.

-Πρόσφατα απέκτησες έναν γιο. Άλλαξε κάτι στον τρόπο που βλέπεις τα πράγματα, στο πώς προσεγγίζεις εσύ το θέατρο;

Οι αλλαγές είναι πολλές και σε πολλά επίπεδα. Έχω την αίσθηση πως ακόμα δεν έχω συνειδητοποιήσει την έκτασή τους. Θα μπορούσα να πω πολλά που θα ακούγονταν κάπως κλισέ: για τη διαφορετική ιεράρχηση των πραγμάτων για παράδειγμα, που είναι κάτι που ισχύει. Θα σταθώ στην πιο ορατή, εκ των πραγμάτων, αλλαγή: τη διαχείριση του χρόνου. Καθώς οι ώρες δουλειάς δεν φτάνουν ποτέ, χάνεις την πολυτέλεια του στοχαστικού ρεμβασμού, της ενασχόλησης που μπορούσε να διαρκεί όλη τη μέρα και όλη τη νύχτα. Θέλω να πιστεύω ότι αυτή η αλλαγή δεν θα επηρεάσει τη δουλειά μου μόνο με αρνητικό τρόπο. Φιλοδοξώ να είναι ο χρόνος εργασίας μου πιο πυκνός και πιο συνειδητός.

Ταυτότητα Παράστασης

Κείμενο: Μαρία Φακίνου
Διασκευή/Σκηνοθεσία: Μαρία Μαγκανάρη
Σκηνικά/ Κοστούμια: Σοφία Σιμάκη
Φωτισμοί: Μαρία Γοζαδίνου
Βοηθός Σκηνοθέτη: Ανδριάνα Χαλκίδη
Φωτογραφίες: Ειρήνη Αγγελίδη
Παίζουν και τραγουδούν: Σύρμω Κεκέ, Χαράλαμπος Γωγιός
Συμμετέχουν εθελοντικά οι ερασιτέχνες ηθοποιοί: Νατάσα Αγγελοπούλου, Ντίνα Αναστασοπούλου, Κώστας Ανδριόπουλος, Αλέξανδρος Ζαρανίκας, Ανδρέας Κολόσακας, Τζένη Λιαρομάτη, Γωγώ Μούλου, Νίκος Παπαχρήστος, Χάρης Σταυράκης, Κατερίνα Σοφικίτου, Σοφία Τσάνη
Και οι μικροί: Άγγελος Ράπτης, Γιάννης Γλαβάς

INFO

6 -28 Μαρτίου 2017 (για 8 παραστάσεις)
Κάθε Δευτέρα & Τρίτη: 21:30
Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης
Πειραιώς 206, Ταύρος, τηλ. 210 3418550 & 210 3418579
Τιμές εισιτηρίων: Γενική είσοδος 10ε