Έκτακτη είδηση

Έκτακτη είδηση

Υπουργική ανάκληση μετά το επίσημο αίτημα επανεξέτασης για τη Μανωλάδα

Το διαβάζουν τώρα:

Υπουργική ανάκληση μετά το επίσημο αίτημα επανεξέτασης για τη Μανωλάδα

Υπουργική ανάκληση μετά το επίσημο αίτημα επανεξέτασης για τη Μανωλάδα
Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

Στην ανάκληση της αίτησης επανεξέτασης της καταδικαστικής για την Ελλάδα απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) για την υπόθεση της Μανωλάδας προχώρησε ο υπουργός Δικαιοσύνης Σταύρος Κοντονής. Μετά τις έντονες αντιδράσεις και τα ερωτήματα για το πώς αποφασίστηκε να ζητηθεί να γίνει αίτηση επανεξέτασης, και μάλιστα κυριολεκτικά στην εκπνοή του χρόνου, ακριβώς τρεις μήνες μετά την ανακοίνωση της αρχικής απόφασης στις 30 Μαρτίου 2017, υπήρξε υπουργική αντίδραση.

Ο υπουργός Δικαιοσύνης, από την Βιέννη όπου πραγματοποιεί επίσκεψη, ανακοίνωσε ότι ανακαλείται η αίτηση της ελληνικής κυβέρνησης για επανεξέταση της καταδικαστικής για την χώρα μας απόφασης ως προς την υπόθεση της Μανωλάδας. Η γενική γραμματέας Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του υπουργείου Δικαιοσύνης Μαρία Γιαννακάκη υποστήριξε ότι το αίτημα για επανεξέταση έγινε «χωρίς καμία έγκριση και ενημέρωση της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου Δικαιοσύνης». «To Νομικό Συμβούλιο του Κράτους ζήτησε οδηγίες για το χειρισμό της υπόθεσης από τα δικαστήρια και όχι από την πολιτική ηγεσία», όπως αναφέρει στη δήλωσή της η Μαρία Γιαννακάκη. «Προκαλεί τουλάχιστον εντύπωση ο χειρισμός από τη στιγμή που ήταν εκφρασμένη η βούληση της πολιτικής ηγεσίας σε σχέση με την υπόθεση της Μανωλάδας. Τα δικαστήρια δεν είναι αρμόδια να δίνουν οδηγίες για το χειρισμό της υπόθεσης στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Αυτή η αρμοδιότητα ανήκει στην πολιτική ηγεσία. Έχω ζητήσει από το νομικό συμβούλιο του Κράτους όλη την αλληλογραφία για την υπόθεση αυτή για να διερευνηθούν και να διαπιστωθούν ευθύνες», καταλήγει η γγ του υπουργείου Δικαιοσύνης.

Το ζήτημα προέκυψε από την απόφαση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους να αποτελεί αίτημα για επανεξέταση της, καταδικαστικής για την Ελλάδα.

Τα ματωμένα φραουλοχώραφα της Μανωλάδας

Τον Απρίλιο 2013 οι εργάτες σε καλλιέργειες φράουλας στη Μανωλάδα διεκδίκησαν τα δεδουλευμένα πολλών μηνών, αλλά το αίτημά τους αντιμετωπίστηκε με σκάγια από τα όπλα τριών επιστατών με αποτέλεσμα να τραυματιστούν αλλοδαποί εργάτες.

Στην συνέχεια τον περασμένο Μάρτιο από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου μετά από προσφυγή 42 μεταναστών εργατών της Μανωλάδας η Ελλάδα καταδικάστηκε και επιδικάστηκε αποζημίωση άνω των 500.000 ευρώ.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι συγκεκριμένοι εργάτες γης από το Μπανγκλαντές υπήρξαν θύματα καταναγκαστικής εργασίας. Ακόμη έκρινε ότι το Ελληνικό κράτος απέτυχε να τους προστατεύσει και δεν ερεύνησε σε βάθος την υπόθεση ούτε τιμώρησε τους υπαίτιους.

Την 30η Ιουνίου 2017 η κυβέρνηση ζήτησε την επανεξέταση της απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που δικαίωνε την προσφυγή 42 μεταναστών εργατών γης.

Η προθεσμία για αίτημα επανεξέτασης της υπόθεσης έληγε στις 30 Ιουνίου. Η ελληνική κυβέρνηση ζήτησε στις 30 Ιουνίου να επανεξεταστεί η υπόθεση. Όπως προβλέπεται από τη σχετική διαδικασία, θα συνεδριάσει πλέον ομάδα δικαστών για να αποφασίσει εάν θα κάνει δεκτό το αίτημα του ελληνικού κράτους και εάν η υπόθεση θα παραπεμφθεί τελικά και θα εξεταστεί εκ νέου στην Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΕΔΑΔ οι προσφεύγοντες οι οποίοι δεν είχαν άδεια εργασίας, είχαν προσληφθεί από τον Οκτώβριο του 2012 έως τον Φεβρουάριο του 2013 για να συλλέξουν φράουλες σε αγρόκτημα στη Μανωλάδα.
Τους είχαν υποσχεθεί μισθό 22,00 ευρώ για επτά ώρες εργασίας, και 3,00 ευρώ για κάθε ώρα υπερωρίας. Δούλεψαν καθημερινά από τις 7 το πρωί έως τις 19 το βράδυ υπό την επίβλεψη των ένοπλων φρουρών. Ζούσαν σε πρόχειρες παράγκες χωρίς τουαλέτες ή τρεχούμενο νερό. Με ομόφωνη απόφασή του το ΕΔΑΔ αναγνώρισε ότι υπήρξε παραβίαση του Α.4.2 της ΕΣΔΑ (Απαγόρευση των καταναγκαστικών έργων).

Έκρινε, ότι η κατάσταση των προσφευγόντων αποκάλυπτε εμπορία ανθρώπων και καταναγκαστική εργασία, με δεδομένο ότι η εκμετάλλευση μέσω της εργασίας αποτελεί «μια πτυχή εμπορίας».
Το Δικαστήριο έκρινε επίσης, ότι το κράτος παρέβη τις υποχρεώσεις του προκειμένου να αποτρέψει την εμπορία ανθρώπων, να προστατέψει τα θύματα, να διερευνήσει αποτελεσματικά τα διαπραχθέντα αδικήματα και να τιμωρήσει τους υπεύθυνους. Στους προσφεύγοντες επιδικάστηκε αποζημίωση 16.000 ευρώ για καθέναν που συμμετείχε στη διαδικασία ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου και 12.000 ευρώ για τους υπολοίπους προσφεύγοντες για το σύνολο των βλαβών που τους προκλήθηκαν.

Επίσης, το Δικαστήριο τους αναγνώρισε 4.363,64 ευρώ συνολικά για τα δικαστικά έξοδα.