Αυτό το περιεχόμενο δεν είναι διαθέσιμο στην περιοχή σας

Το δράμα των μεταναστών στα σύνορα Πολωνίας-Λευκορωσίας συνεχίζεται

Access to the comments Σχόλια
Από Valérie Gauriat
Witness
Witness   -   Πνευματικά Δικαιώματα  euronews   -  

Όταν ξέσπασε η κρίση στα σύνορα της Πολωνίας με τη Λευκορωσία αυτό το καλοκαίρι, θυμάμαι σχόλια συναδέλφων δημοσιογράφων που έλεγαν ότι όλα αυτά πιθανότατα θα έχουν τελειώσει μέχρι το φθινόπωρο.

Έκτοτε έχω κάνει δύο φορές ρεπορτάζ στην περιοχή, και παρά τις συνεχιζόμενες διπλωματικές κινήσεις, χιλιάδες μετανάστες εξακολουθούν να βρίσκονται παγιδευμένοι στην αντιπαράθεση μεταξύ του Μινσκ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Στη δεύτερη επίσκεψή μου, μπόρεσα να περάσω λίγο χρόνο στην πλευρά της Λευκορωσίας, η οποία είχε ανοίξει για τα μέσα ενημέρωσης.

Οι αρχές ήταν πρόθυμες να δείξουν ότι υπήρξαν βελτιώσεις, καθώς εκατοντάδες άνθρωποι που είχαν εγκλωβιστεί έξω σε αυτοσχέδιους καταυλισμούς είχαν καταφύγει από το κρύο, σε μια τεράστια αποθήκη κοντά στο συνοριακό πέρασμα Μπρούζγκι με την Πολωνία.

Δεν μπορούσα να συγκρατήσω την έκπληξή μου, όταν μπήκα στο κτίριο, όπου συνωστίζονταν άντρες, γυναίκες και τόσα πολλά παιδιά. Ήταν στοιβαγμένοι σαν ζώα στους διαδρόμους, περνώντας το χρόνο τους ξαπλωμένοι σε στρώματα στοιβαγμένα στα ράφια της αποθήκης ή στο πάτωμα. Ένιωθα σαν να είχα μόλις μπει σε μια γιγάντια έκθεση ανθρώπινης δυστυχίας. Οι φωνές. Η δυσοσμία. Ο διερμηνέας μου έπρεπε να πάρει μια ανάσα έξω πριν συνεχίσουμε.

Οι αρχές της Λευκορωσίας μόλις είχαν αρχίσει να οργανώνουν την πρόσβαση σε μονάδες ιατρικής περίθαλψης, αλλά οι συνθήκες ήταν τραγικές. Αυτό δεν ήταν η μεγαλύτερη ανησυχία όσων έμεναν εκεί: «Πουλήσαμε τα πάντα για να έρθουμε εδώ για να φτάσουμε στην Ευρώπη. Αλλά η Ευρώπη αρνείται να μας ανοίξει τις πόρτες της. Εγώ και η οικογένειά μου είμαστε έτοιμοι να μείνουμε εδώ για άλλους 3 μήνες, έως ότου αντιδράσουν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις», είπε η Βιαν, μια Κουρδικής καταγωγής γυναίκα από το Ιράκ. Η αποφασιστικότητα φαινόταν στα μάτια της. Μας διηγήθηκε όσα είχε υπομείνει αυτή και η οικογένειά της στην πόλη Κιρκούκ του βόρειου Ιράκ, λόγω της επίθεσης του Ισλαμικού Κράτους.

Ένας νεαρός άνδρας εμφανίστηκε ξαφνικά από το πουθενά. ένας υπάλληλος τύπου από το υπουργείο Εξωτερικών της Λευκορωσίας, που με πληροφόρησε ότι ο περιφερειάεχηςς του Γκρόντνο ήταν έξω, διαθέσιμος για συνεντεύξεις. Πέρασα τις ουρές των ανθρώπων που περίμεναν να πάρουν τρόφιμα, υπό την παρακολούθηση στρατιωτών που τα ταξινομούσαν.

Ο περιφερειάρχης μας εξηγεί: «Η λύση αυτής της ανθρωπιστικής κρίσης δεν εξαρτάται από εμάς, είναι ένα πολιτικό ζήτημα και η απόφαση πρέπει να ληφθεί από τους ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Να καθορίσουν με ποια κριτήρια και για ποιον θα υπάρχει η δυνατότητα να φτάσει στον προορισμό του. Εάν κάποιος θέλει να επιστρέψει (στη χώρα του) και έχει τα μέσα, το κάνουμε δυνατό. Αλλά οι περισσότεροι εκφράζουν την επιθυμία να συνεχίσουν το ταξίδι τους, κάτι που δυστυχώς δεν μπορούμε να τους προσφέρουμε. Ελπίζουμε ότι η θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα ξεκαθαρίσει σύντομα, γιατί ο κόσμος έχει κουραστεί».

Στην άλλη πλευρά των συνόρων, στην περιοχή Ποντλάζι της Πολωνίας, η ένταση έχει φουντώσει από την πρώτη μου επίσκεψη. Περίπου 15.000 αστυνομικοί, συνοριοφύλακες και στρατιώτες έχουν αναπτυχθεί κατά μήκος των συνόρων. Υπάρχουν παντού σημεία ελέγχου και αστυνομικές και στρατιωτικές συνοδείες περιτριγυρίζουν τους δρόμους.

Στη ζώνη αποκλεισμού πλάτους 3 χιλιομέτρων που εκτείνεται από τα σύνορα με τη Λευκορωσία απογορεύεται η πρόσβαση σε μη κατοίκους, ανθρωπιστικές οργανώσεις και δημοσιογράφους.

Τοπικοί ακτιβιστές κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου. Οι αυθαίρετες απωθήσεις μεταναστών που φτάνουν στην Πολωνία, από τις δυνάμεις ασφαλείας, συνεχίζονται. Και όσοι αναγκάζονται να επιστρέψουν στη Λευκορωσία, με τη σειρά τους απωθούνται από τους Λευκορώσους στρατιώτες.

Είναι κατηγορίες που οι αρχές της Λευκορωσίας έχουν επανειλημμένα απορρίψει, αν και ο ίδιος ο πρόεδρος της Λευκορωσίας Αλεξάντερ Λουκασένκο δήλωσε ότι θα γίνουν έρευνες.

«Μας κορόιδεψαν! Οι Λευκορώσοι μας ώθησαν προς τα σύνορα, οι Πολωνοί μας έσπρωξαν πίσω», με διαβεβαίωσε ο Φαντί, ένας Σύρος πρόσφυγας. Συναντηθήκαμε σε ένα κέντρο προσφύγων όπου ο ίδιος και ο αδελφός του είχαν φτάσει δύο μέρες πριν, αφού διασώθηκαν από ακτιβιστές και συνοριοφύλακες στο πολωνικό δάσος: «Θα πεθαίναμε. Χωρίς φαγητό, χωρίς τίποτα. Είχαμε χάσει το δρόμο μας στο δάσος. Εγώ και ο αδερφός μου, ξαπλώσαμε κάτω από ένα δέντρο και σκεφτήκαμε, θα πεθάνουμε. Ξεφύγαμε από τον πόλεμο και θα πεθάνουμε στο δάσος». Αναστέναξε. «Δόξα τω Θεώ, είμαστε ακόμα ζωντανοί».

Δεν στάθηκαν όλοι τόσο τυχεροί. Τουλάχιστον 12 πέθαναν, προσπαθώντας να περάσουν τα σύνορα. Η μουσουλμανική κοινότητα στο ταταρικό χωριό Μποχονίκι, κοντά στα σύνορα, αποφάσισε να ενταφιάσει όλους τους μουσουλμάνους πρόσφυγες που πέθαναν στην προσπάθειά τους να περάσουν από τη Λευκορωσία. Οι χωρικοί παραδίδουν τρόφιμα και βασικές προμήθειες στα κέντρα προσφύγων της περιοχής και ζεστά γεύματα στις δυνάμεις ασφαλείας στα σύνορα.

«Προσπαθούμε να βοηθήσουμε και τις δύο πλευρές, γιατί λυπόμαστε τους μετανάστες και τους στρατιώτες. Ξέρουμε ότι ο καιρός έξω είναι άσχημος, κάνει κρύο. Η κατάσταση θα επιδεινωθεί. Θα υπάρξουν περισσότεροι θάνατοι. Αυτός είναι ο μεγάλος μου φόβος» εξηγεί ο ιμάμης του χωριού.

Δύο μέρες μετά, παρευρίσκομαι στην κηδεία ενός πρόσφυγα από την Υεμένη που πέθανε από υποθερμία στο πολωνικό δάσος. Είναι η τρίτη ταφή πρόσφυγα μέσα σε μια εβδομάδα, στο νεκροταφείο του χωριού. Θα ακολουθήσει ένα νεογέννητο μωρό, δύο μέρες αργότερα. Η μητέρα του πέθανε λίγο αργότερα: «Αυτό το μέρος προοριζόταν για έναν πρόσφυγα. Επεκτείνεται και γεμίζει γρήγορα. Και θα υπάρξουν περισσότερες κηδείες» τονίζει ο ιμάμης

Ο Άνταμ είναι ένας από τους κατοίκους της περιοχής που συναντάμε αργότερα σε μια τοποθεσία που πρέπει να κρατηθεί μυστική. Μας οδηγεί σε ένα από τα πολλά ταξίδια που οργανώνουν ακτιβιστές σαν αυτόν, που περιφέρονται στο δάσος για να προσπαθήσουν να βοηθήσουν μετανάστες που έχουν εγκλωβιστεί, μεταξύ των δυνάμεων της Πολωνίας και της Λευκορωσίας.

Από την άλλη πλευρά βρίσκονται οι υποστηρικτές της ακροδεξιάς. Τους συναντάμε σε μια διαδήλωση στην πόλη Μπιάλιστοκ, την πρωτεύουσα της περιοχής Ποντζλάζι. «Η μαζική μετανάστευση επηρεάζει τον ιστό της κοινωνίας και θα μας μετατρέψει σε μια χώρα πολυπολιτισμικότητας!», αναφωνεί ο Μαρσίν, ένας νεαρός δικηγόρος, φοβούμενος ότι η τρέχουσα κρίση θα προκαλέσει «εισβολή» μεταναστών στη χώρα του.

Οι αποκαλούμενοι «εισβολείς» δεν σκοπεύουν να τα παρατήσουν. Θέλουν να κάνουν πραγματικότητα το όνειρο της Ευρώπης.

Όπως ο Αλί, ένας άλλος πρόσφυγας από τη Συρία, τον οποίο αυτή τη φορά, συναντώ στο Μινσκ, την πρωτεύουσα της Λευκορωσίας. Με αφήνει να μπω στο διαμέρισμα όπου κρύβονται μαζί με πολλούς συντρόφους του. Ανακτούν τις δυνάμεις τους, μετά από αρκετές αποτυχημένες προσπάθειες να περάσουν τα σύνορα. Απωθήθηκαν τρεις φορές προς την Λευκορωσία, αφού έφτασαν τόσο στη Λιθουανία όσο και στην Πολωνία. Ο Άλι μου λέει ότι σε μια περίπτωση, είχε καταφέρει να πάει μέχρι την Ολλανδία, αλλά συνελήφθη από την ολλανδική αστυνομία, η οποία τον πήγε πίσω στη Λευκορωσία. Κουτσαίνοντας από μια παλιά πληγή που προκλήθηκε από μια τρομοκρατική επίθεση στην πατρίδα του στη Συρία, μου λέει ότι ο πόνος επιδεινώθηκε, από τη δοκιμασία που πέρασε για μέρες στο δάσος.

Ωστόσο, αυτός και οι φίλοι του είναι αποφασισμένοι να δοκιμάσουν ξανά την τύχη τους, όποιο κι αν είναι το κόστος: «Στη Συρία, έχουμε παιδιά, έχουμε γυναίκες. Δεν μπορούν πια να ζήσουν εκεί! Δεν υπάρχουν σχολεία, δεν υπάρχει ρεύμα, δεν υπάρχουν νοσοκομεία, δεν υπάρχει θέρμανση! Θέλουμε να ζήσουμε ειρηνικά, με ασφάλεια, καλύτερα από ό,τι στη Συρία. Γιατί η Συρία τελείωσε. Δεν έχω άλλη επιλογή από το να προσπαθήσω ξανά. Θέλω να δώσω στη γυναίκα και την οικογένειά μου ένα καλύτερο μέλλον από το μέλλον της Συρίας».

Πέρασαν δύο εβδομάδες από τη συνομιλία μας. Καθώς γράφω αυτές τις λέξεις, δεν μπορώ να μην χαμογελάσω. Ο Άλι μου έστειλε μήνυμα μέσα στη νύχτα: μια ανεκτίμητη εικόνα από ένα βίντεο από το κινητό του τηλέφωνο, με το πρησμένο αλλά πανευτυχισμένο πρόσωπό του και αυτό της νεαρής συζύγου του, που είναι συγκινημένη. Ο Άλι κράτησε την υπόσχεσή του. Προσπάθησε ξανά και αυτή τη φορά διασώθηκε από Πολωνούς ακτιβιστές στο δάσος. Τώρα είναι ασφαλής και έχει υποβάλει αίτημα ασύλου στην Πολωνία.

Στις 15 Δεκεμβρίου, τίθεται σε εφαρμογή η απόφαση των πολωνικών αρχών να χτίσουν τείχος κατά μήκος των συνόρων της με τη Λευκορωσία.