Αυτό το περιεχόμενο δεν είναι διαθέσιμο στην περιοχή σας

Σολτς για τον πόλεμο στην Ουκρανία: «Οι συνέπειες ενός λάθους θα ήταν δραματικές»

Access to the comments Σχόλια
Από Ιωάννης Καράγιωργας  with ΑΠΕ-ΜΠΕ
Φωτό αρχείου
Φωτό αρχείου   -   Πνευματικά Δικαιώματα  Lisi Niesner/AP   -  

«Οι συνέπειες ενός λάθους θα ήταν δραματικές», τόνισε ο καγκελάριος Όλαφ Σολτς αναφερόμενος στον κίνδυνο ο πόλεμος στην Ουκρανία να κλιμακωθεί σε τρίτο παγκόσμιο ή σε πυρηνικό. Επισήμανε πάντως ότι τόσο ο ίδιος όσο και άλλοι ηγέτες έχουν προειδοποιήσει τον ρώσο πρόεδρο να μη χρησιμοποιήσει βιολογικά και χημικά όπλα, ενώ, αναφερόμενος στο πρόγραμμα εξοπλισμού της χώρας του, διαβεβαίωσε ότι κανείς δεν έχει λόγο να φοβάται μια στρατιωτικά ισχυρότερη Γερμανία.

«Δεν υπάρχουν εγχειρίδιο, το οποίο να μας περιγράφει σε ποιο ακριβώς σημείο θα εκληφθούμε ως εμπόλεμο μέρος», δήλωσε ο καγκελάριος σε συνέντευξή του στο περιοδικό Der Spiegel που θα κυκλοφορήσει αύριο, αναφερόμενος στις επιφυλάξεις της κυβέρνησής του να παραδώσει βαρύ οπλισμό στην Ουκρανία. «Το βιβλίο ξαναγράφεται καθημερινά, κάποια μαθήματα θα έρθουν αύριο ή μεθαύριο. Το σημαντικότερο είναι να σκεφτόμαστε προσεκτικά κάθε βήμα μας και να συντονιζόμαστε μεταξύ μας. Κορυφαία προτεραιότητά μου είναι η αποφυγή μιας κλιμάκωσης προς το ΝΑΤΟ», δήλωσε ο κ. Σολτς και ανέφερε χαρακτηριστικά ότι δεν λοξοκοιτάζει προς τις δημοσκοπήσεις, οι οποίες δείχνουν ότι μεγάλο ποσοστό των Γερμανών δηλώνει δυσαρεστημένο από την κυβέρνηση και τον ίδιο προσωπικά. «Οι συνέπειες ενός λάθους θα ήταν δραματικές», τόνισε.

Ερωτώμενος εάν από τη μέχρι τώρα επικοινωνία του με τον Βλαντίμιρ Πούτιν έχει οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι η χρήση πυρηνικών όπλων δεν αποκλείεται, ο Όλαφ Σολτς δήλωσε ότι η Ρωσία αντιμετωπίζει δραματικές δυσκολίες, καθώς οι κυρώσεις προκαλούν τεράστια ζημιά στη ρωσική οικονομία, ενώ «η αλυσίδα από στρατιωτικές ήττες δεν μπορεί να ωραιοποιηθεί από την κυβερνητική προπαγάνδα». Μια ψυχρή ειρήνη, η οποία δεν θα επισφραγιστεί από ειρήνη με συμφωνία, δεν θα απαλλάξει τη Ρωσία από τις κυρώσεις, προειδοποίησε ο γερμανός καγκελάριος και εξέφρασε την εκτίμηση ότι ο ίδιος ο Βλαντίμιρ Πούτιν «βρίσκεται υπό τρομερή πίεση».

Στην ερώτηση «γιατί δε λέτε στους Γερμανούς ότι αν παραδώσουμε τανκς υπάρχει κίνδυνος πυρηνικής επίθεσης;», ο καγκελάριος απάντησε εμφανώς ενοχλημένος: «Λυπάμαι, αλλά δεν πάει άλλο με τέτοιες υπεραπλουστεύσεις! Θα εξετάσουμε τα πάντα προσεκτικά, θα τα επαναξιολογούμε συνεχώς και θα τα συζητούμε με τους συμμάχους μας. Δεν θα κάνουμε τίποτα μόνοι μας», ξεκαθάρισε. «Κάνουμε ό,τι μπορούμε για να αντιμετωπίσουμε τα τρομερά δεινά που προκαλεί η Ρωσία στην Ουκρανία, χωρίς να προκαλέσουμε μια ανεξέλεγκτη κλιμάκωση η οποία θα συνεπάγεται ανυπολόγιστα δεινά για ολόκληρη την ήπειρο ή τον κόσμο», πρόσθεσε.

Απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με την άρνηση της Γερμανίας να επιβάλει εμπάργκο στην αγορά ρωσικού φυσικού αερίου, ο Όλαφ Σολτς επανέλαβε ότι δεν θεωρεί πως κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε τερματισμό του πολέμου. «Αν ο Πούτιν ήταν ανοιχτός σε οικονομικά επιχειρήματα, δεν θα είχε ξεκινήσει ποτέ αυτόν τον τρελό πόλεμο», δήλωσε και τόνισε ότι το θέμα για τη Γερμανία δεν είναι η κερδοσκοπία, αλλά η αποτροπή μιας δραματικής οικονομικής κρίσης και η απώλεια εκατομμυρίων θέσεων εργασίας και εργοστασίων τα οποία θα κλείσουν οριστικά. «Αυτό θα είχε σοβαρές συνέπειες για τη χώρα μας και για ολόκληρη την Ευρώπη, ενώ θα επηρέαζε σημαντικά και τη χρηματοδότηση της ανοικοδόμησης της Ουκρανίας. Για αυτό είναι δική μου ευθύνη να πω ότι δεν μπορούμε να το επιτρέψουμε. Σκέφτεται πραγματικά κανείς τις παγκόσμιες συνέπειες;», είπε εμφατικά ο καγκελάριος και σε ό,τι αφορά τη γερμανική εξάρτηση από τη ρωσική ενέργεια, αναγνώρισε ως σφάλμα των προηγούμενων κυβερνήσεων το γεγονός ότι δεν διασφαλίστηκαν εγκαίρως εναλλακτικοί προμηθευτές οι οποίοι θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σε περίπτωση ανάγκης. Η Γερμανία, επισήμανε, θα έπρεπε επίσης να είχε χρηματοδοτήσει τερματικούς σταθμούς υγροποιημένου φυσικού αερίου, ακόμη και αν δεν ήταν συμφέροντες οικονομικά. «Αυτό είναι το πραγματικό λάθος, το οποίο με απασχολεί εδώ και καιρό», ομολόγησε, ενώ παραδέχθηκε ότι μετά την προσάρτηση της Κριμαίας θα έπρεπε να έχουν επιβληθεί στη Ρωσία κυρώσεις όπως αυτές που επιβάλλονται σήμερα. Σημείωσε ωστόσο ότι ούτε η πρώην Καγκελάριος 'Αγγελα Μέρκελ ούτε ο πρώην υπουργός Εξωτερικών και σημερινός Ομοσπονδιακός Πρόεδρος Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάιερ μπορούν να κατηγορηθούν, επειδή προσπάθησαν να δημιουργήσουν μία τάξη στην Ευρώπη, όπου καμία χώρα δεν επιτίθεται σε άλλες. «Έκαναν τα πάντα για να αποτρέψουν τον πόλεμο που βλέπουμε τώρα. Το γεγονός ότι η προσπάθεια απέτυχε, δεν οφείλεται σε αυτούς, αλλά στον ιμπεριαλισμό του Πούτιν, ο οποίος αγνόησε όλες τις συμφωνίες και τις συνεννοήσεις. Ο Πούτιν είναι ο επιτιθέμενος, κανείς άλλος», υπογράμμισε.

Ερωτηθείς, τέλος, σχετικά με το αν «οι Γερμανοί είναι έτοιμοι για ισχυρότερο στρατό», μετά την εξαγγελία του για άμεσο εκσυγχρονισμό των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων με κονδύλια 100 δισεκατομμυρίων ευρώ, ο καγκελάριος απάντησε καταφατικά. «Επειδή γνωρίζουν ότι καλύτερα εξοπλισμένες ένοπλες δυνάμεις δεν σημαίνει και αλλαγή σε μια πιο επιθετική γερμανική πολιτική», σημείωσε και πρόσθεσε ότι η Γερμανία «έχει επανατοποθετηθεί ως δημοκρατία έπειτα από όλες τις καταστροφές του πρώτου μισού του 20ού αιώνα, κατά τρόπο ώστε κανείς να μη φοβάται μια ισχυρότερη στρατιωτικά Γερμανία».