Το Brexit πλήττει τα ασθενέστερα οικονομικά στρώματα των πολιτών

Access to the comments Σχόλια
Από Ιωάννης Καράγιωργας  with ΑΠΕ-ΜΠΕ
Φωτό αρχείου
Φωτό αρχείου   -   Πνευματικά Δικαιώματα  Frank Augstein/Copyright 2022 The AP. All rights reserved

Η έξοδος του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ενωση μεταφράσθηκε σε αύξηση των λογαριασμών τροφίμων κατά 6 δισεκατομμύρια λίρες για τους βρετανούς καταναλωτές, αύξηση που πλήττει κυρίως τους φτωχότερους, σύμφωνα με μελέτη του LSE.

«Η αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ενωση πρόσθεσε κατά μέσον όρο 210 λίρες στους λογαριασμούς των τροφίμων των νοικοκυριών κατά την διάρκεια της διετίας που ολοκληρώθηκε στο τέλος του 2021 και έχει κοστίσει στους βρετανούς καταναλωτές 5,8 δισεκατομμύρια λίρες συνολικά», αναφέρεται στην ανακοίνωση του Κέντρο Μελέτης Οικονομικών Επιδόσεων του London School of Economics.

«Με το δεδομένο ότι τα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος δαπανούν το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους στα είδη διατροφής σε σύγκριση με τις πιο εύπορες οικογένειες, αυτές οι αυξήσεις του κόστους που συνδέονται με το Brexit πλήττουν τα πιο φτωχά νοικοκυριά κατά δυσανάλογο τρόπο», επισημαίνεται.

Συνολικά, το Brexit προκάλεσε άνοδο των τιμών των ειδών διατροφής κατά 6%, σύμφωνα με την μελέτη.

Το Ηνωμένο Βασίλειο αποχώρησε από την Ευρωπαϊκή Ενωση την 1η Ιανουαρίου 2021, αλλά οι επιχειρήσεις είχαν αρχίσει τις προετοιμασίες τους πριν από αυτό.

Η μελέτη αφορά το έτος 2020, οπότε και η κορύφωση της πανδημίας της Covid-19, στην συνέχεια την πρώτη χρονιά μετά το Brexit, πράγμα που αφήνει να εννοηθεί ότι το κόστος της εξόδου από την Ευρωπαϊκή Ενωση μπορεί να αυξηθεί περαιτέρω.

Ακόμη περισσότερο που ο πληθωρισμός στην Βρετανία έκτοτε αυξήθηκε στι 11% το 2022, στο υψηλότερο επίπεδό του εδώ και 40 χρόνια.

«Πολλοί είναι οι παράγοντες που επιδρούν», όπως η εκτόξευση των τιμών της ενέργειας μετά την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, αλλά «η αύξηση των ρυθμιστικών και διοικητικών φραγμών με την ΕΕ συμβάλλει στην εκτόξευση των τιμών», παρατηρηεί ο Richard Davies, καθηγητής του Πανεπιστημίου του Bristol, εκ των συντακτών της μελέτης.

Η Ευρωπαϊκή Ενωση και το Ηνωμένο Βασίλειο υπέγραψαν συμφωνία ελευθέρου εμπορίου μετά το Brexit, η οποία καταργεί το μεγαλύτερο μέρος των δασμών για τα εμπορεύματα, αλλά εισάγει την επιστροφή των τελωνειακών και υγειονομικών ελέγχων ή ρυθμίσεις επί των σημάτων προέλευσης.

Οι διαδικασίες αυτές αυξάνουν το κόστος για τις επιχειρήσεις, οι οποίες το μεταφέρουν εν μέρει στους πελάτες τους.

Το Brexit «ωφέλησε τους βρετανούς παραγωγούς ειδών διατροφής, οι οποίοι συναντούν λιγότερο ανταγωνισμό εκ μέρους των ευρωπαϊκών εισαγωγών», αλλά τα κέρδη αυτά δεν ισοφαρίζουν τις αυξήσεις των τιμών που υφίστανται οι καταναλωτές, διαπιστώνει η έκθεση.

Πολλοί εργοδότες, ανάμεσά τους και θερμοί υποστηρικτές της βρετανικής αποχώρησης από την Ευρωπαϊκη Ενωση, διαμαρτύρονται για την έλλειψη ευρωπαϊκού εργατικού δυναμικού εξαιτίας του Brexit.

Τις τελευταίες ημέρες, ο επικεφαλής οικονομολόγος και ο διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας διατύπωσαν την εκτίμηση ότι το Brexit είχε αρνητικές συνέπειες στην αγορά εργασίας, την παραγωγικότητα και τις συναλλαγές και ότι συνέβαλε στην αύξηση του πληθωρισμού.