Η GAVI προειδοποιεί για τον αντίκτυπο της αποστασιοποίησης των ΗΠΑ και της χρηματοδοτικής κόπωσης στην παγκόσμια δημόσια υγεία
Η διεθνής αναπτυξιακή βοήθεια βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι, καθώς οι παραδοσιακοί δωρητές – και ιδίως οι Ηνωμένες Πολιτείες υπό την κυβέρνηση Τραμπ – μειώνουν τις δεσμεύσεις τους.
Το φαινόμενο της «κόπωσης των δωρητών» εντείνεται, προκαλώντας ανησυχία στους τομείς της παγκόσμιας υγείας και της ανάπτυξης.
Σε συνέντευξή του στο Euronews, ο Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο, πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Συμμαχίας για τα Εμβόλια GAVI και πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αναγνώρισε την αυξανόμενη ανησυχία σχετικά με το μέλλον της διεθνούς βοήθειας.
«Υπάρχει όντως ανησυχία στην αναπτυξιακή κοινότητα για το κατά πόσο θα συνεχιστεί η στήριξη – και ιδίως στον τομέα της δημόσιας υγείας», δήλωσε ο Μπαρόζο. «Ωστόσο, πιστεύω ότι θα ξεπεράσουμε αυτές τις προκλήσεις».
Ο ίδιος υπογράμμισε την ανάγκη για μια πιο αποδοτική και προσανατολισμένη σε αποτελέσματα προσέγγιση στην παροχή βοήθειας, επισημαίνοντας πως υπάρχουν ακόμη σημαντικές δυσλειτουργίες τόσο στις χώρες-δωρητές όσο και στις χώρες-λήπτες.
«Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, πρέπει να παραδεχτούμε ότι η βοήθεια δεν παρέχεται πάντα με τον καλύτερο τρόπο», τόνισε. «Αυτή είναι η κατάλληλη στιγμή για να εστιάσουμε σε όσα μπορούμε να κερδίσουμε μέσω της μεγαλύτερης αποδοτικότητας».
Ανέφερε ως παράδειγμα τη GAVI – τον παγκόσμιο οργανισμό που προμηθεύει εμβόλια σε εκατομμύρια παιδιά σε χώρες με χαμηλό εισόδημα – και τις μεταρρυθμίσεις που προωθεί με στόχο την εξάλειψη της γραφειοκρατίας, την αποφυγή αλληλοεπικαλύψεων και τη βελτίωση των αποτελεσμάτων.
«Ως σύμπραξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, προσπαθούμε να αποφύγουμε τη γραφειοκρατία και να αξιοποιήσουμε τη δυναμική του ιδιωτικού τομέα για τη μέγιστη αποδοτικότητα», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ανατροπή από τις ΗΠΑ
Η αβεβαιότητα εντείνεται περαιτέρω από τη στροφή της αμερικανικής πολιτικής. Τον Ιανουάριο, η κυβέρνηση Τραμπ διέταξε αναθεώρηση σχεδόν του συνόλου των αμερικανικών προγραμμάτων βοήθειας, προκαλώντας ερωτήματα σχετικά με τη μακροπρόθεσμη δέσμευση των ΗΠΑ στον τομέα της διεθνούς ανάπτυξης.
Παραδοσιακά, οι Ηνωμένες Πολιτείες υπήρξαν βασικός πυλώνας της παγκόσμιας υγειονομικής προσπάθειας, προσφέροντας τόσο χρηματοδότηση όσο και τεχνογνωσία επί του πεδίου.
«Οι Ηνωμένες Πολιτείες υπήρξαν διαχρονικά ισχυρός υποστηρικτής της διεθνούς ανάπτυξης», σημείωσε ο Μπαρόζο. «Ελπίζουμε ότι αυτή η δέσμευση θα συνεχιστεί – όχι μόνο από τις ΗΠΑ αλλά και από όλους τους παραδοσιακούς δωρητές, περιλαμβανομένων των χωρών της G7».
Ωστόσο, οι εντάσεις δεν λείπουν. Η Ουάσιγκτον ανακοίνωσε πρόσφατα την πρόθεση διακοπής της χρηματοδότησης προς τη GAVI, έπειτα από επικρίσεις του κορυφαίου Αμερικανού υγειονομικού αξιωματούχου Ρόμπερτ Κένεντι Τζούνιορ, ο οποίος κατηγόρησε την οργάνωση ότι «αγνόησε την επιστήμη» σε θέματα ασφάλειας των εμβολίων.
Παρά τα εμπόδια, ο Μπαρόζο διατήρησε αισιόδοξο τόνο για τις σχέσεις με τις ΗΠΑ. «Συνεργαζόμαστε εποικοδομητικά με την παρούσα κυβέρνηση», δήλωσε.
Ανάδυση νέων δωρητών
Καθώς οι παραδοσιακοί δωρητές περιορίζουν τη δράση τους, το ενδιαφέρον στρέφεται σε ανερχόμενους παίκτες όπως η Βραζιλία, η Ινδία, αλλά και σε εταίρους από τον ιδιωτικό τομέα, προκειμένου να καλυφθεί το χρηματοδοτικό κενό.
Ο Μπαρόζο χαιρέτισε την ενισχυμένη συμμετοχή αυτών των νέων δυνάμεων. «Αν υπάρξει κενό, αυτό θα καλυφθεί από μη παραδοσιακούς δωρητές και αυξημένη εμπλοκή του ιδιωτικού τομέα», υπογράμμισε.
Η Ευρώπη, από την πλευρά της, αντιμετωπίζει επίσης χρηματοδοτικούς περιορισμούς. Η αύξηση των αμυντικών δαπανών, ως απάντηση στις γεωπολιτικές προκλήσεις, έρχεται να ανταγωνιστεί τους προϋπολογισμούς για την ανάπτυξη.
Το ευρωπαϊκό σχέδιο Readiness 2030, που προβλέπει δαπάνες άνω των 800 δισ. ευρώ στον τομέα της άμυνας έως το 2029, απειλεί να παραμερίσει ακόμη περισσότερο τις προτεραιότητες υγείας και βοήθειας.