Έκτακτη είδηση

Έκτακτη είδηση

Ελληνικός κινηματογράφος: 'Ενα αληθινό success story

Το διαβάζουν τώρα:

Ελληνικός κινηματογράφος: 'Ενα αληθινό success story

Ελληνικός κινηματογράφος: 'Ενα αληθινό success story
Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

Ο ελληνικός κινηματογράφος είναι πραγματικά σε εξαιρετική φόρμα, την τελευταία πενταετία. Οι ελληνικές ταινίες δρέπουν δάφνες και βραβεία, σε οποιοδήποτε διεθνές φεστιβάλ κι αν προβληθούν, ενώ όλα τα ξένα μέσα ασχολούνται με το ελληνικό φαινόμενο.

Στις φετινές Νύχτες Πρεμιέρας, παρουσιάστηκε η νέα σοδειά, η οποία ήταν όχι μόνο ποιοτικά αλλά και ποσοτικά εντυπωσιακή, σπάζοντας κάθε ρεκόρ.

Που οφείλεται όμως αυτό το αληθινό success story;

«Η νέα γενιά των ελλήνων σκηνοθετών είναι καλύτερη. Είναι πιο μορφωμένη, πιο σπουδαγμένη, έχει πιο ανοικτά μάτια. Η επιτυχία οφείλεται στο ότι η κρίση κάνει δυστυχώς τους καλλιτέχνες πιο ευαίσθητους πάνω στα κοινωνικά προβλήματα, στο να αποτυπώνουν την κοινωνική πραγματικότητα. Τρίτον, όλη αυτή η άνθηση καλλιεργήθηκε σωστά τα τελευταία χρόνια και τώρα αποδίδει καρπούς» επισημαίνει ο Ορέστης Ανδρεαδάκης, καλλιτεχνικός διευθυντής του φεστιβάλ κινηματογράφου, «Νύχτες Πρεμιέρας».

To «September» της Πένυς Παναγιωτοπούλου, που παίζεται ήδη στις κινηματογραφικές αίθουσες έκανε πρεμιέρα τον Ιούλιο στο Κάρλοβι Βάρι, αποσπώντας πολύ θετικά σχόλια.

Η φεστιβαλική πορεία της ταινίας συνεχίστηκε με επιτυχία στο Τορόντο, το Αμβούργο και το Ρέικιαβικ και έπονται αρκετά ακόμη διεθνή κινηματογραφικά ραντεβού.

Πρωταγωνίστρια στην ταινία είναι η Άννα, η οποία δουλεύει σ’ ένα ΙΚΕΑ και ζει με το σκύλο της σ’ ένα μικρό διαμέρισμα. Όταν εκείνος πεθαίνει, ζητά να τον θάψει στον κήπο της οικογένειας που μένει στην απέναντι μονοκατοικία. Το πρόσχαρο σπίτι γίνεται το καταφύγιό της. Ερωτεύεται την άλλη γυναίκα, τα παιδιά, και τη ζωή που ζουν. Η οικογένεια όμως δεν έχει ανάγκη την αγάπη της Άννας.

Ρωτήσαμε τη δημιουργό τι έχει αλλάξει πλέον για τους έλληνες σκηνοθέτες και γιατί έχει αυξηθεί ο αριθμός των ελληνικών ταινιών που γυρίζονται.

«Το μέσο είναι πλέον πολύ πιο προσιτό. Είναι πολύ πιο εύκολο να κάνεις ταινίες. Να τις κατασκευάσεις. Υπάρχει μια διεύρυνση πλέον των διεθνών συμπαραγωγών. Τώρα, οι ξένοι μας εμπιστεύονται πλέον πολύ πιο εύκολα και μπαίνουν σε συμπαραγωγές, σε σχέση με ότι ίσχυε στο παρελθόν. Αλλά δεν νομίζω ότι μπορεί να στηθεί πάντα ένα σινεμά με τόσο πολλές, φτηνές ταινίες. Μπορεί τώρα να είμαστε μόδα και αυτό να γίνεται και λίγο ερήμην του κράτους ή των ιδιωτών. Νομίζω όμως ότι πρέπει να υπάρξει μια πιο σχεδιασμένη στήριξη» τονίζει η Πέννυ Παναγιωτοπούλου.

Το «Luton», η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Μιχάλη Κωνσταντάτου ξεκίνησε ως πρότζεκτ το 2011 από το «L’ atelier», του προγράμματος Cinefondation, στο Φεστιβάλ των Καννών.

Η πρεμιέρα της ταινίας έγινε το Σεπτέμβριο στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαν Σεμπαστιάν, αποσπώντας εξαιρετικές κριτικές. Το «Luton» παίζεται τώρα στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες και συνεχίζει τη διεθνή φεστιβαλική του διαδρομή.

Η υπόθεση έχει ως εξής: Ο Τζίμης είναι ένας ευκατάστατος μαθητής λυκείου, γύρω στα 17. Η Μαίρη, είναι μια ασκούμενη δικηγόρος γύρω στα 30. Ο Μάκης, ένας πενηντάρης οικογενειάρχης, ιδιοκτήτης ενός ψιλικατζίδικου. Τρεις πολύ διαφορετικοί άνθρωποι μεταξύ τους και η καθημερινότητά τους. Μέσα στο πλαίσιο μιας συμβατικής ζωής που τους πιέζει όταν όλα για αυτούς μοιάζουν ακίνητα και αναμενόμενα, τα τρία αυτά πρόσωπα βρίσκουν το δικό τους τρόπο διαφυγής.

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά των ελλήνων κινηματογραφιστών που πρωταγωνιστούν σ’ αυτή τη επιτυχημένη έξοδο του ελληνικού σινεμά στο εξωτερικό;

«Οι ταινίες γίνονται από δημιουργούς με μεγάλη ειλικρίνεια, από δημιουργούς με εξωστρέφεια, που ασχολούνται συχνά με μια θεματολογία, η οποία αφορά την παγκόσμια κοινότητα και όχι απλά την ελληνική πραγματικότητα.

«Έλληνας κινηματογραφιστής και χρήματα, είναι λιγάκι σαν ανέκδοτο, αυτά τα δύο μαζί. Πάντα ήταν δύσκολο να κάνουμε ταινίες στην Ελλάδα. Τώρα είναι ακόμη πιο δύσκολο. Αυτό που μας κάνει να συνεχίζουμε να κάνουμε ταινίες, είναι καταρχήν ότι βρίσκουμε τους ανθρώπους. Είναι άνθρωποι που στηρίζουν ο ένας τον άλλο και προσπαθούν προς την ίδια κατεύθυνση. Είναι ένα πράγμα όμως που έχει ημερομηνία λήξης» υπογραμμίζει ο σκηνοθέτης του «Luton», Μιχάλης Κωνσταντάτος.

Ο Αλέξανδρος Αβρανάς κέρδισε τον Αργυρό Λέοντα στο φετινό φεστιβάλ κινηματογράφου της Βενετίας με το «Miss Violence». Δίπλα σ’ αυτή την κορυφαία διάκριση προστέθηκαν και άλλες διακρίσεις στη Μόστρα, ανάμεσα στις οποίες η σημαντικότερη είναι το βραβείο καλύτερης ανδρικής ερμηνείας για τον Θέμη Πάνου.

Παραγωγός της ταινίας είναι η Faliro House, η οποία έχει στη λίστα της αρκετές βραβευμένες ταινίες όχι μόνο από την Ελλάδα αλλά και από το εξωτερικό.Στόχος της εταιρίας είναι να δημιουργηθεί μια σοβαρή κινηματογραφική βιομηχανία στη χώρα μας. Πώς επιλέγει τους κινηματογραφιστές που την ενδιαφέρουν;

«Επιλέγουμε δημιουργούς με προσωπικό όραμα, που θα αποτελέσουν την αιχμή του δόρατος για να δημιουργηθεί η ελληνική κινηματογραφική βιομηχανία. Πιστεύω ότι ο λόγος που βραβεύονται στο εξωτερικό είναι γιατί η γλώσσα τους ακουμπά την αλήθεια όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και εκτός συνόρων» αναφέρει η Λέλια Ανδρονίκου, από την εταιρία παραγωγής Faliro House.

Η ετικέτα που βάζει ο ξένος τύπος στις περισσότερες από αυτές τις ταινίες, είναι: «Το ελληνικό αλλόκοτο κύμα». Το μόνο σίγουρο είναι ότι αρέσουν πολύ στα ξένα φεστιβάλ, γι’ αυτό και θριαμβεύουν στο εξωτερικό.

Ο δημοσιογράφος του Euronews, Γιώργος Μητρόπουλος επισημαίνει:

«Από τον Κυνόδοντα του Γιώργου Λάνθιμου το 2009, μέχρι το σημερινό «Miss Violence» του Αλέξανδρου Αβρανά, οι ελληνικές ταινίες έχουν πάρει περισσότερα από 30 σημαντικά βραβεία σε μεγάλα διεθνή κινηματογραφικά φεστιβάλ. Οι ταινίες αυτές μιλούν για τις ανθρώπινες σχέσεις και τα προβλήματά τους, για την οικονομική και την κοινωνική κρίση. Είναι σαφές ότι ο ελληνικός κινηματογράφος ανθεί, παρά τις δύσκολες στιγμές που περνά η Ελλάδα».

Περισσότερα από cinema