Το euronews δεν είναι διαθέσιμο στον Internet Explorer. Ο συγκεκριμένος browser δεν είναι ενημερωμένος από την Microsoft και δεν ακολουθεί τις τεχνολογικές εξελίξεις. Χρησιμοποιήστε κάποιον άλλο φυλλομετρητή, όπως Edge, Safari, Google Chrome ή Mozilla Firefox.
Έκτακτη είδηση

Θωμάς Μοσχόπουλος: «Έχουμε γίνει πλέον όλοι ρινόκεροι»

Θωμάς Μοσχόπουλος: «Έχουμε γίνει πλέον όλοι ρινόκεροι»
Euronews logo
Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

Το αριστούργημα του Ευγένιου Ιονέσκο «Ρινόκερος» παρουσιάζεται αυτή την περίοδο στο θέατρο Θησείον. Το κλασικό αυτό έργο αναφέρεται στο πώς οι κάτοικοι μιας ολόκληρης πόλης μεταμορφώνονται σταδιακά σε ρινόκερους, με εξαίρεση έναν, τον φιλήσυχο και ευθυνόφοβο Μπερανζέ, ο οποίος δεν μπορεί να μεταμορφωθεί στο όμορφο κατά τα άλλα παχύδερμο και αντιστέκεται παθητικά σε όλα αυτά τα παράλογα που συμβαίνουν γύρω του.

Ο σκηνοθέτης της παράστασης, Θωμάς Μοσχόπουλος εξήγησε στον Γιώργο Μητρόπουλο, τι εστί ρινοκερίτιδα στην εποχή μας και γιατί αυτό το σουρεαλιστικό έργο του γαλλορουμάνου συγγραφέα είναι τόσο σύγχρονο και βρίθει κοινωνικών και πολιτικών προεκτάσεων.

-Γιατί επιλέξατε το συγκεκριμένο έργο;

Δεν το επέλεξα με γνώμονα το καλλιτεχνικό κριτήριο. Ήθελα να πω πέντε πράγματα. Έχω μάθει να μιλάω μέσα από τη δουλειά μου, για το τώρα μας. Δεν υπήρχε λοιπόν άλλο έργο πιο κατάλληλο από το συγκεκριμένο, αυτή τη χρονική στιγμή που ζούμε. Έχει ένα ύφος που δεν δογματίζει. Δεν είναι στρατευμένο. Αντίθετα, είναι πάρα πολύ σαφές και οξύ σε σχέση με την κριτική του. Είναι επίσης αμείλικτο, σε σχέση με ότι δεν αφήνει τίποτε όρθιο, μέσα από αυτή την παραβολική ελαφράδα, που δίνει σ’ αυτό τον απλό μύθο. Κάποιες στιγμές μάλιστα σοκάρεσαι με το βαθμό ταύτισης που μπορείς να νιώσεις με καταστάσεις που ζεις και ενδεχομένως έχεις αναφερθεί. Εκεί καταλαβαίνεις πόσο ο δικός σου κομφορμισμός είναι συγγενής με έναν φασισμό. Η επιλογή του έργου αποτελεί μια σαφή, προσωπική πολιτική μου δήλωση. Θέλω να μιλήσω για το τώρα, γι’ αυτό που συμβαίνει γύρω μου. Να επικοινωνήσω με τον κόσμο για κάτι που δεν έχει να κάνει με καλλιτεχνικές φιλοδοξίες. Αυτό το έργο μιλάει για μένα, για το παρόν μου. Με άφησε εμβρόντητο με το πόσο επί της ουσίας είναι. Με ανακούφισε μάλιστα το γεγονός ότι αυτά τα γεγονότα που περιγράφονται δεν αφορούν μόνο το τώρα, αλλά και την πραγματικότητα πριν από 50 χρόνια. Και θα είναι επίκαιρα και μετά από 50 χρόνια. Ακριβώς σ’ αυτό το στοιχείο, βρίσκεται η ανακουφιστική λειτουργία της τέχνης. Δηλαδή ότι δεν είσαι μόνος, δεν αισθάνεσαι μόνο εσύ αυτά τα πράγματα στα οποία αναφέρεται το έργο.

-Γιατί είναι τόσο αγαπητός ο κεντρικός χαρακτήρας του έργου, ο Μπερανζέ; Μας μοιάζει;

Είναι ο απόλυτα ουδέτερος άνθρωπος. Αυτό που τον κάνει διαφορετικό, είναι ότι δεν είναι σίγουρος για τίποτε. Έχει το θάρρος να έχει απορίες. Είναι τόσο άδειος από ταυτότητα, που ενώ ξεκινάει ως μειονέκτημα, αυτό καταλήγει να γίνει μια μορφή ελευθερίας. Δεν έχει κάποια συγκεκριμένη επαγγελματική ή κοινωνική ταυτότητα. Μοιάζει σαν ένα παιδί, που όλοι μπορούν να ασκήσουν επάνω του την ψυχολογική τους εξουσία, εκείνο όμως διατηρεί το δικαίωμα να αναρωτιέται, να ψάχνει. Λέει ένα όχι απέναντί τους, το οποίο όμως δεν είναι αρκετά ισχυρό. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο έργο, αυτός που πρώτος μεταμορφώνεται σε ρινόκερο, είναι αυτός που αντιτίθεται πιο έντονα. Είναι ο φίλος του, Ζαν. Γιατί αυτό που κάνει τους ανθρώπους ρινόκερους, είναι η απολυτότητα. Ακόμη και η θετική απολυτότητα. Η αφέλεια του Μπερανζέ δεν είναι αυτή ενός ανόητου. Είναι αυτή ενός ανθρώπου, που δεν έχει καταστραφεί από τον πολιτισμό. Είναι ένα είδος κλόουν σε εισαγωγικά, με την αρχετυπική έννοια του κλόουν. Βρίσκεις πολλά στοιχεία εσωτερικής αθωότητας μέσα του. Γι’ αυτό και μας είναι συμπαθής. Πάντα οι κυνηγημένοι και οι loosers είναι αγαπητοί στο κοινό. Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι σε όλο το έργο, ο Μπερανζέ δεν ορίζεται. Προσπαθεί να οριστεί με άξονα τους άλλους και τα γεγονότα που συμβαίνουν μπροστά του. Αυτό τον κάνει ζωντανό. Δεν ξέρεις για το τι πρόκειται, όταν ξεκινάει το έργο. Σου κρατά το ενδιαφέρον μέχρι το τέλος. Αναζητείς μαζί με αυτόν τη δική σου ταυτότητα.

Αισθάνεσαι ότι κινδυνεύουμε να γίνουμε όλοι Ρινόκεροι σήμερα;

Νομίζω ότι έχουμε ήδη γίνει. Το βαθμό της αναισθησίας που χρειάζεται να υιοθετήσουμε για να επιβιώσουμε, τον έχουμε πάθει πλέον όλοι. Το έχουμε πάθει εδώ και καιρό. Δεν είναι θέμα της κρίσης. Δεν αντέχεται όμως. Ο Μπερανζέ για να επιβιώσει από όλο αυτά, αναγκάζεται να κλειστεί στο σπίτι του. Αν θέλεις να βγεις έξω στο δρόμο και να κάνεις τη δουλειά σου, να πας για παράδειγμα στην τράπεζα, πρέπει να κλείσεις τα μάτια σου σε πέντε πράγματα που σε ενοχλούν. Τη ζημιά την έχουμε δηλαδή πάθει. Το θέμα είναι πόσο το ξέρεις ότι έχεις πάθει τη ζημιά, ή απλά νομίζεις ότι όλοι οι υπόλοιποι έχουν λάθος. Πιστεύω λοιπόν ότι πραγματικά νοσούμε. Ο ανθρωπισμός έχει κατάφωρα τραυματιστεί. Για μένα, το να το ξέρεις ότι έχεις πρόβλημα, είναι ανακουφιστικό. Νιώθω καλά με τους ανθρώπους που λένε ότι ψάχνουν να βρουν μια λύση. Στους άλλους που λένε ότι έχουν βρει τη λύση, αμύνομαι. Δηλαδή, με όσους έχουν μια ξεκάθαρη απάντηση για όλα τα ζητήματα, θεωρώ ότι κάτι δεν πάει καλά με αυτούς.

-Το έργο έχει αρκετά κωμικά στοιχεία και ξεκινάει ως κωμωδία για να ανατραπεί όλη αυτή η αίσθηση στη συνέχεια. Στη σκληρή πραγματικότητα που ζούμε, χωράει το μαύρο χιούμορ;

Πάρα πολύ! Μου αρέσει γιατί το μαύρο χιούμορ έχει επιστρέψει στους ανθρώπους. Είχα αισθανθεί περίεργα, γιατί για περίπου μια δεκαετία, είχαν εξαφανιστεί εντελώς τα ανέκδοτα. Βλέπω ότι έχει εμφανιστεί ξανά ένα χιούμορ. Για να γίνει αυτό δημιουργικό, πρέπει να βρούμε τον αυτοσαρκασμό μας. Δεν τον έχουμε βρει ακόμη, γιατί ακόμη είμαστε στο στάδιο που αναρωτιόμαστε: «πώς το πάθαμε εμείς όλο αυτό». Το χιούμορ χρειάζεται οπωσδήποτε τον αυτοσαρκασμό. Σε όλες τις εποχές που τα πράγματα ζόριζαν πολύ, το μαύρο χιούμορ ανθούσε. Αποτελεί κατ’ ουσίαν, μια υπαρξιστική θεώρηση της ζωής. Δηλαδή, ξέρω τα χάλια μου και επειδή δεν μπορώ πλέον να αγχώνομαι ή να κλαίω, βάζω τα γέλια.

-Το έργο αποτελεί ουσιαστικά μια κριτική σε κάθε μορφής ολοκληρωτισμό, καθώς και στη βία που ασκεί η πλειοψηφία. Μια τέτοια παρόμοια κατάσταση δεν ζούμε και σήμερα στην Ελλάδα;

Απλώς, στην Ελλάδα, έχουμε μπερδευτεί με το ποια είναι η πλειοψηφία. Αυτό το είχαμε πάντα. Αισθάνομαι έντονα τον κομφορμισμό του δυτικού πολιτισμού, δηλαδή ότι αυτό που λένε όλοι, είναι και το σωστό, το οποίο μπορεί να συγγενεύει με την έννοια της δημοκρατίας, αλλά δεν είναι αυτό. Η δημοκρατία, κατά τη δική μου άποψη, δίνει δικαίωμα στον αντίλογο και δεν πρέπει να στοχεύουμε να εξαφανίσουμε αυτόν που έχει διαφορετική γνώμη και να τον κάνουμε έναν από εμάς. Αυτό είναι φασισμός. Το να μπορούν να ακούγονται διαφορετικές γνώμες και να βρίσκεται στο τέλος μια συνισταμένη για να προχωρήσουν τα πράγματα, αυτό είναι φαντασιωσικά για μένα η δημοκρατία. Δεν το έχω δει να γίνεται εδώ και πάρα πολύ καιρό. Ειδικά στη συγκεκριμένη στιγμή, εμένα με τρομάζει η ανάγκη του κόσμου για ασφάλεια. Καταλαβαίνω το πως και το από που προκύπτει, αλλά τρομάζω με τους τρόπους που χρησιμοποιούνται για να υπάρχει αυτή η ψευδής ασφάλεια. Και δεν με σοκάρει μόνο σε ένα γενικότερο, πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο, αλλά και από αυτά που κάνουν γνωστοί μου άνθρωποι. Δηλαδή να βγάζουν ο ένας το μάτι του άλλου, για πέντε δεκάρες. Αυτό πραγματικά με σοκάρει, επειδή βλέπω ότι ο κόσμος δεν καταλαβαίνει ότι αυτή τη στιγμή, ένας βαθμός αλληλεγγύης θα βοηθούσε όχι μόνο ψυχικά όλους μας να στηριχθούμε, αλλά πρακτικά και ουσιαστικά. Είναι σαν να έχει δίκιο ο Φρόιντ στο «Πολιτισμός: Πηγή δυστυχίας», ή ο Χομπς που λέει ότι η φύση μας είναι κανιβαλική. Ταυτόχρονα υπάρχει και η άλλη πλευρά, του ανθρωπισμού και της αλληλεγγύης, αλλά είναι πολύ λίγη και δεν φτάνει. Η μαγκιά δεν είναι να αντισταθείς απλώς υψώνοντας μια αντίθετη άποψη, αλλά να δώσεις στον εαυτό σου το δικαίωμα να μην έχει άμεσα και τώρα ολοκληρώσει την άποψή του και να σκεφτεί. Για παράδειγμα στο δίλημμα Μπους ή Μπιν Λάντεν, εγώ έλεγα τίποτε από τα δύο. Δεν καταλαβαίνω γιατί υπήρχαν μόνο δύο στρατόπεδα-απόψεις. Οι αντιφάσεις είναι αυτές που μας κάνουν ανθρώπους. Θέλω να έχω το χρόνο να μπορώ να σκεφτώ, να αξιολογώ τα πράγματα και να μην χρειάζεται να παίρνω βιαστικές αποφάσεις με μια δαμόκλειο σπάθη πάνω από το κεφάλι μου. Χρειάζομαι την πολυτέλεια του χρόνου. Και προσωπικά να στο πω, αισθάνομαι ότι είμαι σε έναν διάδρομο και τρέχω, ένα διάδρομο γυμναστηρίου που δεν πάει πουθενά. Κάποια στιγμή πρέπει να πούμε: «Όπα ρε παιδιά». Έχουμε πέντε όμοια πράγματα, πάνω στα οποία μπορούμε να στηριχθούμε. Μόνο τις διαφορές μας τονίζουμε.

-Ο Ιονέσκο αποτυπώνει μια μουδιασμένη, συμβιβασμένη κοινωνία, αδύναμη να αντιδράσει σε ό,τι συμβαίνει γύρω της. Το ίδιο συμβαίνει και στην ελληνική κοινωνία. Τι πρέπει να γίνει κατά τη γνώμη σας και πώς αντιδράτε εσείς ως δημιουργός;

Μου αρέσει μια ρήση του Ντέιβιντ Μάμετ για τον άνθρωπο του θεάτρου που λέει ότι ο άνθρωπος του θεάτρου μοιάζει να προέρχεται κυτταρικά από τον άνθρωπο των σπηλαίων, που όταν οι υπόλοιποι έβγαιναν για κυνήγι, αυτός επειδή ήταν τυφλός ή ανάπηρος έμενε πίσω. Όταν αυτοί γύριζαν, τους διηγιόταν ιστορίες, ελπίζοντας ότι θα του πετάξουν κανένα κομμάτι να φάει (γέλια). Νομίζω ότι εμείς απλώς αφηγούμαστε. Αφηγούμαστε με έναν τρόπο που ένας μπορεί να δει τα πράγματα από μεγαλύτερη απόσταση και μια μικρότερη εμπλοκή. Εγώ αυτό που νιώθω και κάνω τα τελευταία χρόνια με τη δουλειά μου είναι να επιμένω στο να υπερτονίζω την ανάγκη για συλλογικότητα και συνεργασία. Είναι κάτι που συνδέεται άμεσα με το θέατρο. Το θέατρο δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά.

-Η επιτυχία είναι εξασφαλισμένη όταν δουλεύετε με μια συγκεκριμένη ομάδα;

Άλλες φορές το πετυχαίνω, άλλες φορές βρίσκω τρομερή αντίσταση σ’ αυτό. Γιατί ο καθένας μέσα στη λογική της ασφάλειας, δεν θέλει να ρισκάρει. Αισθάνομαι ότι περισσότερο από κάθε άλλη φορά, έχει νόημα σήμερα αυτό που κάνω σαν τέχνη. Πριν μερικά χρόνια, αισθανόμουν ότι όλο αυτό ήταν μια ματαιοδοξία που δεν οδηγούσε πουθενά: μαζευόμασταν κάποιοι νάρκισσοι και αυτοεπιδεικνυόμασταν. Τώρα νιώθω ότι έχει μια κοινωνική λειτουργία. Μπορούν να μαζευτούν πέντε άνθρωποι και να έχουν ένα συλλογικό βίωμα. Το θέατρο ουσιαστικά τι κάνει; Σου παρουσιάζει καταστάσεις σύγκρουσης ανθρώπων που φαινομενικά σκοτώνονται μεταξύ τους, αλλά το παιχνίδι είναι ότι αυτοί παριστάνουν ότι συγκρούονται. Στην ουσία είναι αρμονικοί μεταξύ τους. Γι’ αυτό το θέατρο είναι λογικό ότι δημιουργήθηκε την εποχή της άνθισης της δημοκρατίας. Γιατί ο διάλογος κατευνάζει τις συγκρούσεις. Όταν όμως η κοινωνία είναι αυτό το γκροτέσκο πράγμα που περιγράφει ο Ιονέσκο, καταλαβαίνουμε ότι δεν υπάρχει χώρος για διάλογο. Οι ήρωές του αποκρίνονται αποκλειστικά και μόνο με κλισέ. Κανένας δεν ακούει κανένα και λένε ο ένας άσπρο και ο άλλος μαύρο. Έχει χαθεί η κυριολεξία των πραγμάτων. Όλα είναι μεταφορές. Κανείς δεν μπορεί να βρει την απλότητα στην επαφή, για να υπάρξει κάποια μορφή επικοινωνίας.

-Αυτό όμως δεν συμβαίνει και σήμερα, ακόμη και όταν συμμετέχουμε σε μια συζήτηση ή βλέπουμε ένα τηλεοπτικό πάνελ;

Ναι. Όλοι είμαστε βέβαια προκατειλημμένοι, όταν προσερχόμαστε σε μια συζήτηση. Αλλά πέρα από το να έχουμε απόψεις, ας κάνουμε και κάτι. Έχω βαρεθεί οι πάντες γύρω μου να έχουν άποψη επί παντός επιστητού και παράλληλα να μην κάνουν τίποτε. Να είναι οχυρωμένοι πίσω από την αδράνειά τους. Πρέπει να περάσουμε στην πράξη, να αντιδράσουμε. Έχω μπουχτίσει πια από τα μεγάλα λόγια. Συνεχώς αναβάλλουμε τα πράγματα, μέχρι να έρθει η σωστή στιγμή. Τώρα είναι η στιγμή, πρέπει να το καταλάβουμε. Από την άλλη πλευρά, σε συλλογικό επίπεδο, αισθάνομαι ότι έχουμε ξανά ανάγκη από έναν Διαφωτισμό. Ο κόσμος ασχολείται με βλακώδη πράγματα. Ο κόσμος πρέπει να μορφωθεί ξανά, από το μηδέν. Με τρομάζει πάρα πολύ. Δεν ξέρω ποιο είναι το χειρότερο: αυτή η ύπνωση που έχουμε ή οι χωρίς νόημα πολιτικές αποφάσεις που παίρνουμε αυτή τη στιγμή. Για παράδειγμα θα ψηφίσω αυτό το κόμμα και όχι εκείνο. Δεν ξέρω λοιπόν τι να σου απαντήσω, γιατί αισθάνομαι ότι πνιγόμαστε από ένα υπερρεαλιστικό κατασκεύασμα που λέγεται κράτος, το οποίο δεν μπορεί πλέον να ικανοποιήσει τις ανάγκες μας.

-Ο Μπερανζέ φωνάζει στο τέλος ότι θα παραμείνει άνθρωπος και αρνείται να συμβιβαστεί με οτιδήποτε συμβαίνει γύρω του. Αυτή είναι και η δική σας απάντηση στην πραγματικότητα που μας περιβάλλει; Να παραμείνουμε άνθρωποι;

Η φράση αυτή στην οποία έχουμε όλοι δώσει μια ρήση συνθήματος στο κλείσιμο του έργου, δεν λέγεται καθόλου επαναστατικά. Λίγο πριν έχει πει ότι θα ήθελα πάρα πολύ να γίνω ρινόκερος, αλλά δεν μπορώ. Αυτοί είναι οι δυνατοί. Θα ήθελα να γίνω σαν αυτούς. Απλά δεν μπορώ. Θυμάμαι τα συνθήματα της Ολυμπιάδας, που έλεγαν πιο γρήγορα, πιο δυνατά, πιο ψηλά. Υπάρχει όμως και το πιο μαλακά, πιο τρυφερά, πιο χαλαρά (γέλια). Δεν μπορώ να τρέξω όμως τόσο. Δεν είναι λοιπόν ότι ο Μπερανζέ πήρε τα όπλα και θα αντισταθεί. Απλά υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που δεν μπορούν να είναι τέλειοι και το δέχονται. Και αντιστέκεται από φυσική ανάγκη.

Είναι παθητική η αντίστασή του. Καταλαβαίνει ότι είναι μόνος. Αποδέχεται τη μοναξιά του και λέει: δεν έχω άλλη επιλογή πέρα από το να αντισταθώ, γιατί δεν μπορώ να παρασυρθώ. Δεν λέει ότι δεν θα ήθελε. Είναι λοιπόν ο τύπος του αντι-επαναστάτη. Ο άνθρωπος που θα ήθελε να συμβιβαστεί, αλλά αυτό ξεπερνάει τη δυνατότητά του, τη δική του ποιότητα ως άνθρωπο. Οποιαδήποτε μορφή ιδεολογίας κουβαλάει κάτι άκαμπτο, γιατί είναι ιδεολογία. Είναι κάτι παγιωμένο. Αυτό είναι φασισμός, γιατί δεν σου δίνει οποιαδήποτε δυνατότητα, ούτε να τη σχολιάσεις, ούτε να την αλλάξεις. Κάθε μορφή φασισμού ξεκινάει από μια ανάγκη για το τέλειο, για να είναι όλα λυμένα. Εγώ αντίθετα, θέλω να έχω άλυτα ζητήματα. Αυτά με κρατούν ζωντανό.

Ανθρώπινο είναι το ευάλωτο, το αντιφατικό.

-Αυτή η ευαισθησία, η αντιφατικότητα δεν μας κάνει ανθρώπους, όντα ξεχωριστά και ενδιαφέροντα;

Ακριβώς αυτό είναι. Ο Μπερανζέ αποδέχεται ότι δεν μπορεί να είναι τέλειος σαν τους άλλους ρινόκερους, γι’ αυτό και παραμένει άνθρωπος. Λίγο η ηλικία, λίγο οι αποτυχίες και τα ζόρια, οι αρρώστιες σε κάνουν να αντιληφθείς ότι η αναζήτηση του τέλειου είναι κάτι μάταιο. Δεν πρόκειται να το πετύχεις ποτέ. Περνάς πολύ καλύτερα, όταν το συνειδητοποιήσεις. Ότι το τέλειο δεν θα έρθει. Αυτό που τρέμαμε στα νιάτα μας, ο συμβιβασμός είναι πολύ σοφό πράγμα. Ο ουσιαστικός συμβιβασμός είναι πολύ σοφός ανάμεσα σε δύο ανθρώπους, γιατί αρνούνται την απολυτότητά τους και αποφασίζουν να γεφυρώσουν τις αποστάσεις και να βρουν ένα κοινό έδαφος. Δεν μιλάω για ένα συμβιβασμό-υποταγή. Έχουμε ζήσει σε έναν πολιτισμό, που το μόνο που κάνει είναι να δημιουργεί εχθρούς, αντιπάλους στα πράγματα και στις ιδέες. Δεν μπορώ άλλο πια. Το ίδιο και ο Μπερανζέ. Τους λέει: «Αν εσείς θέλετε να με βλέπετε εχθρό σας, πατήστε με. Εγώ δεν θα γίνω ένας που λέει ότι είναι σαν εσάς για να μην με πατήσετε». Παθητική είναι η αντίστασή του. Γίνεται ήρωας από τον αντιηρωισμό του.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Μετάφραση – σκηνοθεσία: Θωμάς Μοσχόπουλος

Σκηνικά – κοστούμια: Μαγδαληνή Αυγερινού, Ελλη Παπαγεωργακοπούλου

Κίνηση: Χρήστος Παπαδόπουλος

Φωτισμοί: Σοφία Αλεξιάδου

Βοηθοί σκηνοθέτη: Άννα Μιχελή, Έμη Πανουργιά

Πρωταγωνιστούν: Θανάσης Δήμου, Ευαγγελία Καρακατσάνη, Μανώλης Μαυροματάκης, Ηρώ Μπέζου, Γιώργος Παπαγεωργίου, Γιώργος Χρυσοστόμου

Πληροφορίες

Θησείον – Ένα θέατρο για τις τέχνες

Τουρναβίτου 7, Θησείο, τηλ. 210 3255444

ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ

Aπό 11 Ιανουαρίου έως 13 Απριλίου 2014

TIMEΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ

Κανονικό:15 ευρώ

Φοιτητικό, νεανικό έως 23 ετών, ανέργων: 10 ευρώ

ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

120 λεπτά (με διάλειμμα)

Ticket Services:

Πανεπιστημίου 39 (εντός Στοάς Πεσμαζόγλου)

Τηλεφωνική αγορά: 210 7234567

Online: www.ticketservices.gr

Γιώργος Μητρόπουλος