Αυτό το περιεχόμενο δεν είναι διαθέσιμο στην περιοχή σας

Μεταρρυθμίσεις ενάντια στις διαρθρωτικές προκλήσεις

Access to the comments Σχόλια
Από Euronews
euronews_icons_loading
Μεταρρυθμίσεις ενάντια στις διαρθρωτικές προκλήσεις

Διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις: Τι σημαίνει αυτός ο όρος; Πώς επηρεάζει τις ζωές και τα πορτοφόλια μας. Και κυρίως, πότε τις χρειαζόμαστε και πώς αποδίδουν;

Η ευελιξία και οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις λειτουργούν από κοινού

Πρώτα όμως ας δούμε πώς η οικονομία μας εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις μας οδηγούν σε σταθερότητα και ανάπτυξη.

Οι διαρθρωτικές ή δομικές μεταρρυθμίσεις επιδιώκουν να καταστήσουν την οικονομία μας ευέλικτη και ανθεκτικότερη σε αιφνιδιασμούς.

Η ένταση του ανταγωνισμού στην αγορά μας δίνει περισσότερες επιλογές, κάτι που συνεπάγεται την πτώση των τιμών.

Αυτό με τη σειρά του οδηγεί στη μεγαλύτερη παραγωγικότητα επιχειρήσεων που απασχολούν περισσότερο κόσμο για να παράξουν περισσότερο προϊόν. Μακροπρόθεσμα δε επιφέρει αυξήσεις στους μισθούς.

Θεωρητικά, οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας μειώνουν σε βραχυπρόθεσμη βάση τα επιδόματα ανεργίας και τις πραγματικές αποδοχές.

Όμως μακροπρόθεσμα, η απασχόληση αυξάνεται, καθώς οι επιχειρήσεις γίνονται πιο ευέλικτες και απασχολούν περισσότερους εργαζόμενους.

Σύμφωνα με την οικονομική θεωρία, ο συντονισμός των δύο οδηγεί σε ισχυρότερη ανάπτυξη.

Ως υπάλληλοι, οι άνθρωποι μπορούν να εργαστούν περισσότερες ώρες, αναπληρώνοντας τη μικρή πτώση των μισθών.

Κι αυτό, διότι τα νοικοκυριά μπορούν να καταναλώσουν περισσότερο, λόγω της πτώσης στις τιμές.

Εν συνεχεία, οι επιχειρήσεις αυξάνουν την παραγωγή των προϊόντων που πουλάνε.

Επομένως, μακροπρόθεσμα, κατά την οικονομική θεωρία, αφού οι πωλήσεις, η απασχόληση και οι μισθοί αυξάνονται, και η οικονομία θα πάει καλύτερα.

Το παράδειγμα της Ιρλανδίας

Πείτε το ιρλανδική τύχη, όμως μόλις λίγα χρόνια μετά την ένταξη της χώρας σε πρόγραμμα διάσωσης, όλη η Ευρωζώνη ζηλεύει το ΑΕΠ της Ιρλανδίας. Το έλλειμμα έπεσε, όπως και η ανεργία που βρίσκεται κάτω από το μέσο όρο της ζώνης του ευρώ. Ακόμη και το ιρλανδικό χρέος πλέον είναι βιώσιμο.

Η οικογένεια Κίοου ασχολείται εδώ και γενιές με την παραγωγή πατάτας βόρεια του Δουβλίνου. Το 2011, με τις παραγγελίες να μειώνονται, ο Τομ και τα αδέλφια του είχαν μια εξαιρετική ιδέα: να αξιοποιήσουν τα αποθέματά τους, φτιάχνοντας… πατατάκια!

Ο Τομ Κίοου μας εξηγεί:«Ξεκινήσαμε αυτό το εγχείρημα μεσούσης της ύφεσης στην Ιρλανδία. Η επιχείρηση είναι ήδη τεσσάρων ετών και πλέον απασχολούμε επιπλέον 27 άτομα. Σχεδιάζουμε να προσλάβουμε άλλα 12 μέσα στο 2016. Αυτή τη στιγμή εξάγουμε περίπου 15% της παραγωγής σε 14 χώρες παγκοσμίως».

Την ώρα που οι περισσότερες ιδιωτικές επιχειρήσεις κάνουν περικοπές μετά την κρίση του 2008, ο τομέας των αγροτικών τροφίμων γλιτώνει. Ακόμη και το δημόσιο προσπαθεί να εξοικονομήσει, μειώνοντας μισθούς και αυξάνοντας φόρους.

Με την άφιξη της τρόικα στα τέλη του 2010, οι μισθοί στον ιδιωτικό τομέα ήταν παγωμένοι για δύο χρόνια. Τα συνδικάτα στο δημόσιο τομέα είχαν ήδη αποκηρύξει το δικαίωμα στην απεργία κατά των περικοπών σε μισθούς και θέσεις εργασίας.

Το Φεβρουάριο του 2012, η ανεργία εκτοξεύθηκε στο 15,1%. Τότε ήταν που το Δουβλίνο αποφάσισε να ενεργοποιήσει ένα σχέδιο δράσης για την απασχόληση. Στόχοι του ήταν η παροχή κατάρτισης με βάση τις ανάγκες των επιχειρήσεων, η προσέλκυση ξένων επενδύσεων και η ενίσχυση των εξωστρεφών επιχειρήσεων, όπως αυτή του Τομ.

Η Enterprise Ireland είναι μια από τις 60 υπηρεσίες που εμπλέκονται στη στρατηγική αυτή. Ο αρμόδιος διευθυντής Διεθνούς Επιχειρηματικής Ανάπτυξης Κέβιν Σέρι εξηγεί: «Η Ιρλανδία είναι μια μικρή αγορά. Επομένως, οι ιρλανδικές επιχειρήσεις, όταν ξεκινούν, πρέπει ευθύς εξ αρχής να εστιάζουν στις διεθνείς αγορές. Αυτό που κάνουμε είναι να τις χρηματοδοτούμε, τις βοηθούμε στο να φτιάξουν διαχειριστικές ομάδες και στη διεθνή τους ανάπτυξη».

Από το 2012, αυτό το σχέδιο απέδωσε 136.000 θέσεις εργασίας. Υποστηρίχθηκε από μια ελκυστική φορολογία των επιχειρήσεων με συντελεστές μεταξύ 12,5% και 25%.

Ο οικονομολόγος Έινταν Ρίγκαν θεωρεί πως αυτή η στρατηγική εμφανίζει συνέχεια με τις πολιτικές που εφαρμόζονται στην Ιρλανδία εδώ και 30 χρόνια.

Τον ρωτήσαμε αν οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις έπαιξαν ρόλο στην ανάκαμψη της ιρλανδικής οικονομίας: «Όχι. Η ανάκαμψη επιταχύνθηκε από τις ξένες απευθείας επενδύσεις, ειδικά από τις εξαγωγές και τις αμερικανικές πολυεθνικές. Η εδραίωσή της αποτελεί ρόλο του κράτους σε μια ενεργή επιχειρηματική και βιομηχανική πολιτική. Κεντρικό ρόλο σε αυτό παίζει μια ευέλικτη αγορά εργασίας και ένα ανταγωνιστικό εταιρικό φορολογικό καθεστώς. Οι δομικές μεταρρυθμίσεις που συνέστησε η τρόικα για την Υγεία και στα νομικά επαγγέλματα δεν υλοποιήθηκαν ποτέ».

Σήμερα, πολλοί Ιρλανδοί αναρωτιούνται ακόμη γιατί η τρόικα δεν περιορίστηκε στην αναδιάρθρωση των τραπεζών. Ανυπομονούν για το οριστικό κλείσιμο του κεφαλαίου της λιτότητας.

Μοσκοβισί: Χέρι-χέρι ευελιξία και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις

Μέιτρι Σιταραμάν, euronews:
«Πολλοί ρωτούν για την ιρλανδική ανάκαμψη. Μπορούμε να την αποδώσουμε στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις ή απλά ήταν μια χώρα που κατέστη ευέλικτη»;

Πιερ Μοσκοβισί:
«Θα έλεγα και τα δύο. Ακόμη και μέσα στην κρίση, η Ιρλανδία υπήρξε μια ανοικτή οικονομία. Μικρό μέγεθος με σημαντική ειδίκευση και πολύ ευέλικτη αγορά εργασίας. Όμως, παράλληλα, έγιναν και μεταρρυθμίσεις, στο χρηματοπιστωτικό κομμάτι, διότι η χώρα ήταν σε πρόγραμμα. Συν ότι δεν μπορούμε να πούμε πως η Ιρλανδία δεν συμμετείχε στην πρωτοβουλία BEPS για τη διάβρωση της φορολογικής βάσης και τη μεταφορά κερδών ή σε μεταρρυθμίσεις της αγοράς. Αρα, η ευελιξία και οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις λειτουργούν από κοινού».

Μέιτρι Σιταραμάν, euronews:
«Πώς πείθεται μια χώρα, ειδικά όταν βλέπει την επιβράδυνση που καταγράφεται όταν οι μεταρρυθμίσεις είναι σε εξέλιξη»;

Πιερ Μοσκοβισί:
«Έχουν γίνει στο παρελθόν κι ακόμα γίνονται πολλές προσπάθειες, ώστε τώρα η συνολική στάση του χρηματοπιστωτικού τομέα προς την Ευρωζώνη να είναι ουδέτερη, ίσως και ελαφρά θετική λόγω της προσφυγικής κρίσης.

»Πιστεύω όμως πως τώρα πρέπει να εφεύρουμε νέες μορφές για το μέλλον, όχι μόνο για το παρελθόν, για την καινοτομία, για την ποιότητα των δημοσίων δαπανών. Είναι κάτι που το θεωρώ πολύ σημαντικό».

Μέιτρι Σιταραμάν, euronews:
«Πώς συνδέεται λοιπόν αυτό, με την κοινή γνώμη να ταυτίζει τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις με δύσκολες οικονομικές αποφάσεις, με τη λιτότητα»;

Πιερ Μοσκοβισί:
«Είναι αλήθεια ότι για μια περίοδο η οικονομική σταθεροποίηση είχε αρνητική επίδραση στην ανάπτυξη. Αυτό δεν ισχύει πια. Δεν πρέπει να φοβόμαστε τις μεταρρυθμίσεις. Οι μεταρρυθμίσεις δεν είναι το ίδιο με τις ανισότητες. Αντίθετα, οι επενδύσεις είναι θέμα προόδου. Η καινοτομία είναι θέμα προόδου. Οι μεταρρυθμίσεις στα εργασιακά αφορούν σίγουρα την ευελιξία, όμως αφορούν και την ατομική ασφάλεια».

Οι προκλήσεις της Γερμανίας

Ερχόμαστε, λοιπόν, σε μια χώρα που αντιμετωπίζει μεγάλες αλλαγές στον πληθυσμό της. Η Γερμανία έχει έναν πληθυσμό γηράσκοντα. Προχώρησε σε τεράστιες εργασιακές μεταρρυθμίσεις το 2003, όπως και πέρυσι. Όμως, υποδεχόμενη τεράστιο αριθμό μεταναστών και προσφύγων, βρίσκεται ενώπιον μιας μάλλον μεγάλης πρόκλησης.

Πέρυσι η Γερμανία πήγε κόντρα στο ευρωπαϊκό ρεύμα. Την ώρα που η ευρωπαϊκή ήπειρος έσφιγγε το ζωνάρι, το Βερολίνο εισήγαγε τον ομοσπονδιακό κατώτατο μισθό.

Απλοί εργαζόμενοι είδαν τη ζωή τους να αλλάζει, όπως η Μάρτα: «Έκανα τρία χρόνια minijobs κι έζησα την αύξηση του μισθού, του κατώτατου ωρομισθίου, είναι απίστευτο!»

Η αγορά στη Γερμανία έχει αλλάξει πολύ τα τελευταία δέκα χρόνια. Όταν έγιναν οι μεταρρυθμίσεις του 2003, σκοπός ήταν οι Γερμανοί να επιστρέψουν στη δουλειά. Κι έτσι έγινε. Ως αποτέλεσμα, η ανεργία μειώθηκε στο μισό.

Σήμερα, στόχος είναι να βελτιωθούν οι συνθήκες για όσους έμειναν εκτός νυμφώνος: νέοι, γυναίκες και μετανάστες.

Σύμφωνα με τον επικεφαλής οικονομολόγο του συνδικάτου Ver.Di. Ντιρκ Χίρσελ, «οι μεταρρυθμίσεις Σρέντερ κατέστρεψαν την αγορά εργασίας πριν 13 χρόνια. Διέλυσαν την τάξη στην αγορά εργασίας. Η κοινωνικά τακτική, καλή εργασία μετατράπηκε σε επισφαλή απασχόληση. Από μια θέση πλήρους απασχόλησης προέκυψαν τρεις minijobs ή τρεις θέσεις μερικής απασχόλησης. Ήταν επειγόντως απαραίτητο η πορεία να αντιστραφεί και να αποκατασταθεί η τάξη στην αγορά εργασίας».

Με τον όρο minijob εννοούμε μια εργασιακή σύμβαση χωρίς εισφορές. Φτηνή για τον εργοδότη, αλλά και πιο ελαστική, καθώς δεν δεν προβλέπει κανέναν χρονικό περιορισμό.

Πάνω από 500 εκατομμύρια εξειδικευμένες θέσεις εργασίας όπως μηχανικοί, πληροφορικάριοι ή γιατροί παραμένουν κενές στη Γερμανία. Η επόμενη πρόκληση, λοιπόν, είναι η κατάρτιση, η προσέλκυση και η παραμονή των εξειδικευμένων εργαζομένων στη χώρα.

Στα επόμενα χρόνια, η Γερμανία θα αντιμετωπίσει σημαντικές δημογραφικές αλλαγές. Ο πληθυσμός της γερνάει όλο και περισσότερο. Κι αυτό θα αλλάξει αισθητά το πρόσωπο της γερμανικής αγοράς εργασίας.

«Η ανάπτυξη στη Γερμανία βασίζεται κατά πολύ στις εξαγωγές. Από αυτήν την άποψη είναι θετικό αυτό που βλέπουμε τα τελευταία τρίμηνα, καθώς υπάρχει ενίσχυση της εγχώριας ζήτησης, κάτι που αποτελεί ακριβώς το είδος της μετάβασης που θα θέλαμε να δούμε στη συνέχεια», μας λέει ο Ντέιβιντ Ποτιέ, βοηθός ερευνητής μακροοικονομικών στο Γερμανικό Ινστιτούτο Οικονομικής Έρευνας.

Κι αυτού του είδους οι μεταβάσεις θα συνεχιστούν, καθώς η οικονομία και ο πληθυσμός αντιμετωπίζουν τις προκλήσεις του μέλλοντος. Είτε πρόκειται για τη γήρανση, είτε για τη μετανάστευση, είτε για την ενίσχυση της εγχώριας αγοράς. Δηλαδή, η Μάρτα και όλοι θα πρέπει να προσαρμόζονται συνεχώς.

Μοσκοβισί: Οι πρόσφυγες δεν συνιστούν οικονομική απειλή

Μέιτρι Σιταραμάν, euronews:
«Η Γερμανία αντιμετωπίζει μεγάλες προκλήσεις. Τι πρέπει να κάνει τώρα»;

Πιερ Μοσκοβισί:
«Το εμπορικό πλεόνασμα της Γερμανίας είναι τεράστιο, περίπου 9%. Κατ’ εμέ δημιουργεί μια ανισορροπία που πρέπει να αντιμετωπιστεί. Η απάντηση είναι σαφώς οι επενδύσεις. Κι έπειτα έρχεται η προσφυγική κρίση. Από οικονομικής σκοπιάς, η προσφυγική κρίση μπορεί να αποτελέσει ευκαιρία».

Μέιτρι Σιταραμάν, euronews:
«Κάποιοι από τους πρόσφυγες είναι πολύ καταρτισμένοι…»

Πιερ Μοσκοβισί:
«Είναι, αλλά όχι ακριβώς στα δικά μας επίπεδα. Και πάλι, αν κοιτάξουμε τη Γερμανία, υπάρχουν ανάγκες στην αγορά εργασίας. Κι αυτό χρειάζεται κρατικές πολιτικές, για την εκμάθηση της γλώσσας και την προσαρμογή των δεξιοτήτων στις ανάγκες της αγοράς εργασίας. Ενδεχομένως να χρειαστούν δισεκατομμύρια ευρώ. Πού θα βρεθούν; Πρώτη πηγή χρηματοδότησης είναι το κράτος. Όταν ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε μιλά για φόρο στο πετρέλαιο για την αντιμετώπιση της προσφυγικής κρίσης, δε νομίζω ότι αυτού του είδους ο φόρος είναι πολύ δημοφιλής. Όμως η ερώτηση χρήζει συζήτησης που πρέπει να γίνει».

Μέιτρι Σιταραμάν, euronews:
«Μεταφέρουμε τη συζήτηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Πώς χειρίζεστε την ανάπτυξη»;

Πιερ Μοσκοβισί:
«Υπάρχουν φυσικά μεγάλοι κίνδυνοι ύφεσης, κοιτάξτε τι γίνεται στην Κίνα. Υπάρχει και το επίπεδο των τιμών του πετρελαίου και το ότι δεν βρισκόμαστε σε αποπληθωρισμό, αλλά σε πολύ χαμηλό πληθωρισμό. Αυτές είναι οι απειλές του αύριο. Οι πρόσφυγες οικονομικά δεν αποτελούν απειλή.

»Θα έλεγα πως η ανάπτυξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη δεν είναι τόσο ευαίσθητη σε εξωτερικά ερεθίσματα. Αν κοιτάξουμε τα νούμερα, η Ιταλία εξήλθε της ύφεσης και η Ισπανία ξεπέρασε το μέσο ρυθμό ανάπτυξης. Εκεί υπάρχουν άλλα προβλήματα ή, αν μου επιτρέπεται, δημοσιονομικά μεγέθη που χρειάζονται διαχείριση. Διότι από τη μία χρειαζόμαστε μεταρρυθμίσεις κι από την άλλη στήριξη της ανάπτυξης».