Τα χωροκατακτητικά είδη που εισβάλλουν στην Μεσόγειο και προκαλούν αναστάτωση στην αλιεία

Τα χωροκατακτητικά είδη που εισβάλλουν στην Μεσόγειο και προκαλούν αναστάτωση στην αλιεία
Πνευματικά Δικαιώματα  Euronews
Από Denis Loctier

Καταλονία

Το δέλτα του Έβρου είναι ο μεγαλύτερος υγροβιότοπος της Καταλονίας, που φιλοξενεί εκατοντάδες υδρόβια είδη. Είναι επίσης ένα μέρος με μεγάλη παράδοση στο ψάρεμα. Για αιώνες, η τοπική ένωση, η «Αδελφότητα του Σαν Πέρε» αλιεύει στη μεγαλύτερη λιμνοθάλασσα, την Ενκανιισάντα.

Αλλά πριν από μερικά χρόνια, τα συνηθισμένα τους αλιεύματα ξαφνικά μειώθηκαν. Ένα νέο είδος σημείωνε απρόσμενη αύξηση: το μπλε καβούρι, ένα άγριο βορειοαμερικανικό καρκινοειδές που έχει εισβάλει στην περιοχή, αποδεκατίζοντας τοπικά είδη. Καθώς άλλα είδη έχουν εξαφανιστεί σε μεγάλο βαθμό, οι ντόπιοι ψαράδες στράφηκαν στο να πιάνουν τα μπλε καβούρια για να τα πωλούν στις αγορές.

«Τα πρώτα χρόνια, ήταν άφθονα, αλλά δεν είχαν υψηλή τιμή. Τώρα συμβαίνει το αντίθετο: είναι λιγότερα και αξίζουν περισσότερο. Όμως, αυτή είναι η ζωή του ψαρά» αναφέρει ο ψαράς Ραούλ Παουλίνο.

Ερευνητές από την περιοχή λένε ότι αν επιτραπεί το επαγγελματικό ψάρεμα αυτών των καβουριών, αυτή θα είναι η καλύτερη λύση για να σταματήσει η έκρηξη του πληθυσμού τους. Η Καταλονία εστίασε τις προσπάθειές της σε μια ειδική επιτροπή συνδιαχείρισης με στόχο την παροχή καλύτερων επιστημονικών συμβουλών, τη βελτίωση των μεθόδων αλίευσης και τον εξορθολογισμό του εμπορίου μπλε καβουριών μέσω των ψαραγορών. Αυτή η περιοχή της Ισπανίας παρακολουθείται στενά από άλλες περιοχές, που επηρεάζονται όλο και περισσότερο από τις εισβολές των μπλε καβουριών.

Η Γενική Επιτροπή Αλιείας για τη Μεσόγειο ξεκίνησε ένα περιφερειακό ερευνητικό πρόγραμμα για τον πολλαπλασιασμό του μπλε καβουριού στη Μεσόγειο Θάλασσα. Ο Πέρε Αμπελό είναι επικεφαλής έρευνας για τη βιολογία των καρκινοειδών στο ICM-CSIC: «__Πρέπει να λύσουμε προβλήματα με τις γνώσεις που έχουμε. Και αυτή η γνώση προέρχεται από όλα τα μέρη που εμπλέκονται στο πρόβλημα, δηλαδή τους αλιείς, τις αλιευτικές αρχές, τους επιστήμονες, αλλά και τις ΜΚΟ».

Τα καινοτόμα εργαλεία και η μεγάλης κλίμακας αλιευτική υποδομή που αναπτύχθηκε στην Καταλονία φαίνεται να έχουν αποτέλεσμα: οι πληθυσμοί των μπλε καβουριών έχουν σταματήσει να αυξάνονται, αν και χρειάζονται περισσότερες μελέτες για να υπάρξει ασφαλές συμπέρασμα. Σε κάθε περίπτωση, ο εισβολέας, που πιθανότατα ήλθε από την Αμερική, στο θαλάσσιο έρμα των εμπορικών πλοίων, είναι εδώ για να μείνει.

Η Βερόνικα Λόπεζ είναι βιολόγος για την αλιεία στην IEPAAC: «__Προς το παρόν πρέπει να πούμε ότι η εξάλειψη αυτού του είδους είναι ουσιαστικά αδύνατη λόγω των εγγενών χαρακτηριστικών του. Όμως στόχος μας είναι να μπορούμε να κρατήσουμε τον πληθυσμό σε χαμηλό αριθμό, να επιτρέψουμε στα άλλα είδη να ανακάμψουν και έτσι να μπορέσουν οι ψαράδες να αξιοποιήσουν για άλλη μια φορά όλους τους πόρους που είχαν κάποτε».

Αυτό που βοηθά στην καταπολέμηση της εισβολής των γαλάζιων καβουριών είναι ότι έχουν υπέροχη γεύση. Αυτό καθιστά την εντατική αλιεία τους κερδοφόρα για το περιβάλλον, για τον τομέα της αλιείας και τους καταναλωτές. Εστιάτορες όπως ο Αλμπέρτ Γκουζμάν υποδέχθηκαν με χαρά τον βορειοαμερικανό εισβολέα ως μια νέα τοπική λιχουδιά. Το μπλε καβούρι του Ατλαντικού μπορεί να φαίνεται άγνωστο στη μεσογειακή κουζίνα, αλλά ο σεφ λέει ότι ταιριάζει όμορφα με άλλα θαλασσινά. Σερβίρεται ως κύριο πιάτο ή σε ζωμό, σνακ, ορεκτικά, σάλτσες και παέγιες: «Χρησιμοποιούσαμε διαφορετικά, πολύ πιο ακριβά είδη, όπως αστακούς ή καβούρι αράχνη, που δεν είναι ντόπια. Έπρεπε να παραδοθούν από τη Γαλικία. Και τώρα έχουμε το μπλε καβούρι που έχει παρόμοια γεύση. Έτσι έχουμε ένα εξαιρετικό προϊόν κορυφαίας ποιότητας σε τιμή κατάλληλη για προσιτά οικονομικά εστιατόρια, κάτι που είναι επίσης καλό».

Νέα Πέραμος

Τα χωροκατακτητικά είδη δεν βρίσκονται όμως μόνο στην Καταλωνία. Στον κόλπο της Ελευσίνας, ο Γιώργος Γρίβας είναι ντόπιος ψαράς. Ετοιμάζεται για μια βουτιά για να συγκεντρώσει ένα άλλο μη αυτόχθονο είδος που βρίσκεται στα ρηχά.

Αυτή τη φορά, δεν πρόκειται για καβούρια: ο Γιώργος μαζεύει αυτά τα μεγάλα δίθυρα μαλάκια. Προέρχονται αρχικά από την περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού, εξαπλώθηκαν όμως στα ελληνικά ύδατα από το άνοιγμα της διώρυγας του Σουέζ. Αυτή είναι από τις βασικές πύλες για την εισβολή ξένων θαλάσσιων ειδών στην Μεσόγειο. Μια γρήγορη κατάδυση προσφέρει άφθονα αλιεύματα: «__Αυτό είναι το λεγόμενο peal oyster, μαργαριτοφόρο στρείδι, pinktada imbricata radiata. Εκτός από φαγητό μπορεί να μας προσφέρει ενιότε τις πέρλες του. Μπορεί να καταναλωθεί ωμό, ψημένο, αχνιστό, τηγανητό και σε μακαρονάδες και σε ριζότα» επισημαίνει ο ψαράς.

Οι ψαράδες πωλούν μαργαριτοφόρα στρείδια ή αλλιώς στρειδόκτενα σε ντόπιους ιχθυοπώλες. Αυτοί τα πωλούν στη λιανική προς 5 ευρώ το κιλό. Αυτό το εμπόριο όμως περιορίζεται από την έλλειψη κανονιστικού πλαισίου. Σε αντίθεση με τα μύδια και άλλα δημοφιλή τοπικά μαλάκια, τα μαργαριτοφόρα στρείδια θεωρούνται εξωτικό είδος και η ελληνική νομοθεσία δεν καλύπτει την εκμετάλλευσή τους για εμπορική κατανάλωση. Ο Γιάννης Θεοδώρου εργάζεται για να αλλάξει αυτή την κατάσταση. Η έρευνά του προτείνει τη νομιμοποίηση.

Ο Γιάννης Θεοδώρου είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Ζωικής Παραγωγής, Αλιείας και Υδατοκαλλιεργειών στο Πανεπιστήμιο Πατρών: «Αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό, γιατί δίνεται μια εναλλακτική πρόταση στους οστρακαλιείς για να βελτιώσουν το εισόδημά τους, λόγω του ότι υπάρχει μια ολοένα και μεγαλύτερη πίεση στα φυσικά αποθέματα των άλλων οστρακοειδών, λόγω υπεραλίευσης και λόγω κλιματικής αλλαγής».

Ερευνητές του Πανεπιστημίου Πατρών διαπίστωσαν ότι τα μαργαριτοφόρα στρείδια δεν βλάπτουν τα ενδημικά είδη και μπορούν να αλιεύονται με βιώσιμο τρόπο. Ετοίμασαν νέους κανόνες και πρότυπα για ολόκληρη την αξιακή αλυσίδα, από τις προδιαγραφές ψαρέματος μέχρι τις βέλτιστες πρακτικές αποθήκευσης και μεταφοράς. Συνταγές με μαργαριτοφόρα στρείδια μελετώνται ήδη σε σχολές μαγειρικής όπως αυτή και σύντομα θα σερβίρονται σε όλη την ελληνική επικράτεια.

Η Ελένη Λιακέα είναι εκπαιδευτικός στην ΕΠΑΣ Μαθητείας ΟΑΕΔ Μεσολογγίου:«Είμαι πάρα πολύ ευχαριστημένη, βλέποντας αυτό το πιάτο. Είναι μια νέα τροφή για εμάς. Θα έλεγα υπερτροφή, η οποία είναι πλούσια σε πρωτεΐνες, υδατάνθρακες. Έχει ελάχιστα λιπαρά. Είναι πολύ γευστική και νόστιμη».

Σαγιάδα Θεσπρωτίας

Η νομιμοποίηση θα μπορούσε να είναι καλή και για την υδατοκαλλιέργεια. Στη Σαγιάδα, κοντά στα αλβανικά σύνορα, ο Σπύρος Στασινός και ο πατέρας του καλλιεργούν τόνους οστρακοειδών σε βυθισμένα σχοινιά. Το μόνο χωροκατακτητικό είδος που τους δημιουργεί προβλήματα είναι τα ημιδιαφανή ασκίδια. Πρέπει να τα καθαρίζουν συνεχώς από τα σχοινιά. Οι καλλιεργητές δεν πειράζουν τα στρειδόκτενα, που περιστασιακά συναντούν στην κύρια σοδειά τους. Αυτό θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένα άλλο προϊόν προς πώληση, αν το ρυθμιστικό πλαίσιο κάλυπτε αυτό το μη αυτόχθονο είδος.

Ο Σπύρος Στασινός είναι ιδιοκτήτης οστρακοκαλλιέργειας: «Δεν μπορούμε να τα καλλιεργήσουμε νόμιμα, ούτε να τα πουλήσουμε. Επομένως, βασικά τα μαζεύουμε για δική μας κατανάλωση, όποτε κάνουμε πάρτι ή όποτε έχουμε ξεχωριστούς καλεσμένους».

Σ’ αυτήν την ελληνική περιοχή ο τομέας της υδατοκαλλιέργειας αναπτύσσεται ταχύτατα. Οι οστρακοκαλλιέργειες είναι άριστοι γείτονες των ιχθυοτροφείων: τα μύδια και τα στρείδια βοηθούν στο να διατηρείται το νερό καθαρό από τα υπερβολικά θρεπτικά συστατικά, ενώ προσφέρουν υγιεινά τοπικά θαλασσινά. Η καλλιέργεια των στρειδόκτενων ταιριάζει λοιπόν μια χαρά.

Ο Κώστας Περδικάρης είναι ιχθυολόγος, επικεφαλής του Τμήματος Αλιείας της Περιφερειακής Ενότητας Θεσπρωτίας: «Φεύγει γρήγορα, έχει ωραία γεύση, οι αγορές ενδιαφέρονται. Επομένως, νομίζω ότι είναι θέμα χρόνου να εμπορευματοποιήσουμε αυτόν τον νέο πόρο. Δεν μπορούμε να εξαλείψουμε αυτό το είδος. Πρέπει να εξελιχτούμε μαζί τους ως κοινωνία και ως παραγωγικός τομέας».

Η εισβολή εκατοντάδων ξένων ειδών τις τελευταίες δεκαετίες είναι μια πρόκληση για τη Μεσόγειο θάλασσα και μια ευκαιρία για τον εκάστοτε κλάδο να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα και να την αξιοποιήσει στο μέγιστο.