Έκτακτη είδηση
This content is not available in your region

Οδηγούνται τα οικοσυστήματα σε «άγνωστα νερά» λόγω της οξίνισης των ωκεανών;

Οδηγούνται τα οικοσυστήματα σε «άγνωστα νερά» λόγω της οξίνισης των ωκεανών;
Πνευματικά Δικαιώματα  euronews
Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

«Τα χρονικά περιθώρια στενεύουν», τόνισε η Καρολίνα Σμιντ, η Χιλιανή υπουργός Περιβάλλοντος και Κλίματος, στο βιντεοσκοπημένο μήνυμα που απηύθυνε προς τη Διάσκεψη για την Κλιματική Αλλαγή COP25 του 2019, που πραγματοποιήθηκε τον περασμένο Δεκέμβριο. «Δεν είναι εφικτή μια αποτελεσματική παγκόσμια κινητοποίηση για την κλιματική αλλαγή δίχως να στρέφεται και προς τα προβλήματα των ωκεανών», πρόσθεσε. Τα προβλήματα των ωκεανών καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα, από την άνοδο της στάθμης των υδάτων και την απώλεια οξυγόνου μέχρι την αύξηση της θερμοκρασίας των θαλασσών και τις γενικευμένες μεταβολές εντός των οικοσυστημάτων. Στην ειδική έκθεση για την κατάσταση των ωκεανών της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Αλλαγή του Κλίματος (ΔΕΑΚ) γίνεται αναφορά σε ανησυχητικές τάσεις, ενώ τη χρονιά που μας πέρασε σημειώθηκαν οι υψηλότερες τιμές που καταγράφηκαν ποτέ στη θερμοκρασία των θαλασσών.

Οξίνιση των ωκεανών: Τα θαλάσσια οικοσυστήματα υπό απειλή

Οξίνιση των ωκεανών αποκαλείται το φαινόμενο κατά το οποίο τα νερά των ωκεανών γίνονται πιο όξινα καθώς απορροφούν ολοένα περισσότερο διοξείδιο του άνθρακα από την ατμόσφαιρα, στο οποίο παρουσιάζεται αύξηση εξαιτίας των εκπομπών που προέρχονται από ανθρώπινες δραστηριότητες. Τα τελευταία 200 χρόνια, σχεδόν το 30 τοις εκατό των εκπομπών αυτών κατέληξε στους ωκεανούς, και σήμερα τα θαλάσσια ύδατα εξακολουθούν να απορροφούν περίπου το 25 τοις εκατό ετησίως.

Η οξίνιση των ωκεανών είναι αποτέλεσμα της αντίδρασης των θαλάσσιων υδάτων με το CO2 που απορροφούν από την ατμόσφαιρα, δηλαδή η παραγωγή περισσότερων χημικών ουσιών που προκαλούν οξίνιση αλλά και μείωση σημαντικών μεταλλικών στοιχείων —όπως το ανθρακικό ασβέστιο— από τα οποία εξαρτάται η επιβίωση πολλών θαλάσσιων οργανισμών.

Η μέση οξύτητα στην επιφάνεια των ωκεανών, που παρέμενε σχετικά σταθερή για εκατομμύρια έτη, έχει αυξηθεί περίπου κατά 26 τοις εκατό τα τελευταία 150 χρόνια. «Αυξανόταν πολύ αργά μέχρι τη δεκαετία του 1950, αλλά έκτοτε η οξίνιση επιταχύνεται», λέει ο δρ Ζαν-Πιερ Γκατουζό, διευθυντής ερευνών στο Εργαστήριο Ωκεανογραφίας της Βιλφράνς, στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικής Έρευνας της Γαλλίας (ΕΚΕΕΓ) και στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης. «Εφόσον οι ανθρωπίνως παραγόμενες εκπομπές CO2 είναι η κύρια αιτία της οξίνισης, τα επίπεδά τους καθορίζουν τις προβλέψεις για το μέλλον. Υπό τις παρούσες συνθήκες, η οξίνιση των ωκεανών ενδέχεται να σημειώσει περαιτέρω αύξηση κατά 150 τοις εκατό έως και το 2100», προσθέτει ο δρ Γκατουζό.

Με την πτώση του pH να επηρεάζει το 95 τοις εκατό των υδάτων της επιφάνειας των ωκεανών, οι επιπτώσεις της οξίνισης γίνονται ολοένα πιο αισθητές σε παγκόσμια κλίμακα και αφορούν ένα ευρύ φάσμα θαλάσσιων οικοσυστημάτων. «Ο κόσμος αναλώνεται αποκλειστικά με όσα συμβαίνουν στη στεριά και στην ατμόσφαιρα, αγνοώντας ότι το 98 τοις εκατό των ειδών του πλανήτη, δηλαδή σχεδόν όλα τα έμβια όντα στη Γη, ζει στους ωκεανούς», λέει ο δρ Νταν Λαφόλι, Αντιπρόεδρος του τομέα Θαλασσών στην Παγκόσμια Επιτροπή για τις Προστατευόμενες Περιοχές της Διεθνούς Ένωσης για τη Διατήρηση της Φύσης (ΔΕΔΦ) και ανώτερος σύμβουλος για θέματα Θαλάσσιων Επιστημών και Προστασίας για το Παγκόσμιο Πρόγραμμα Θαλασσών και Πόλων της ΔΕΔΦ. «Αυτό που σύμφωνα με τις προβλέψεις (σχετικά με την οξίνιση) του 2004 δεν θα έπρεπε να μας ανησυχεί έως το 2050 ή το 2070 συμβαίνει τώρα».

Λόγω της μείωσης των ανθρακικών ιόντων στους ωκεανούς, μια μεγάλη ποικιλία θαλάσσιων οργανισμών στερούνται τα απαραίτητα στοιχεία για τον σχηματισμό προστατευτικών κελυφών. Κάποια από τα είδη που κινδυνεύουν περισσότερο είναι τα μύδια, το πλαγκτόν και οι κοραλλιογενείς ύφαλοι, όπως δείχνει μεγάλος αριθμός ερευνών.

Τα οικοσυστήματα των τροπικών κοραλλιογενών υφάλων καταλαμβάνουν λιγότερο από το 0,1 τοις εκατό του θαλάσσιου βυθού, αλλά ένας αριθμός ειδών που κυμαίνεται από το ένα έως τα εννέα εκατομμύρια ζουν σε αυτά ή κοντά σε αυτά. Οι επιστήμονες προβλέπουν ότι το ανθρακικό ασβέστιο θα σημειώσει πτωτική τάση μέχρι το τέλος του αιώνα. Με τη μείωση των συγκεντρώσεων στο μισό κατά μήκος των τροπικών από την προβιομηχανική εποχή και έπειτα, οι επιστήμονες ανησυχούν ότι τα κοράλλια θα αρχίσουν να διαλύονται αντί να συνεχίσουν να σχηματίζονται. Ίσως δεν συρρικνωθούν, αλλά η πυκνότητα των σκελετών τους μπορεί να ελαττωθεί κατά 20 τοις εκατό μέχρι το 2100 εξαιτίας της οξίνισης των ωκεανών και μόνο. Η οξίνιση αποδυναμώνει τους υφάλους, οι οποίοι ήδη αντιμετωπίζουν δυσκολίες λόγω του αποχρωματισμού που τους προκαλούν οι καύσωνες αλλά και εξαιτίας των οικονομικών δραστηριοτήτων. «Αποδυναμώνουμε τους μηχανισμούς αποκατάστασής τους», λέει ο δρ Λαφόλι. Στα επόμενα 20 χρόνια, η αλλοίωση των κοραλλιογενών υφάλων μπορεί να επιταχυνθεί, λένε οι επιστήμονες, γεγονός που θα επιφέρει πλήγμα στον βιοπορισμό 500 εκατομμυρίων ανθρώπων που εξαρτώνται από αυτούς για εύρεση τροφής, προστασία των παράκτιων οικισμών και εξασφάλιση εισοδήματος.

Η οξίνιση έχει επιπτώσεις και στα κοράλλια των βαθέων υδάτων, όπως αυτά του Βόρειου Ατλαντικού, που συνιστούν εστίες βιοποικιλότητας, οικότοπους μείζονος σημασίας για χιλιάδες είδη, συμπεριλαμβανομένων και εμπορικών ειδών, όπως γαρίδες, αστακούς, καβούρια, ροφούς και λυθρίνια. «Οι σκελετοί τους διαβρώνονται με τον ίδιο τρόπο που η οστεοπόρωση αποδυναμώνει τα δικά μας οστά», λέει ο δρ Λαφόλι.

Ένα φαινόμενο που δεν έχει γίνει ακόμα πλήρως κατανοητό

«Έχουν γίνει παρατηρήσεις για τις συνέπειες της οξίνισης των ωκεανών σε συγκεκριμένα είδη», λέει η δρ Έλεν Φίντλι, βιολογικός ωκεανογράφος στο Εργαστήριο Θαλάσσιας Βιολογίας του Πλίμουθ (ΕΘΒΠ), το οποίο κάνει χρήση των στοιχείων και των υποδομών της Υπηρεσίας για την Κλιματική Αλλαγή του Κοπέρνικου (CS3) για να κάνει εκτιμήσεις της οξύτητας των ωκεανών στο παρελθόν και στο μέλλον. Οι επιπτώσεις αφορούν κυρίως περιοχές των ωκεανών όπου τα βαθέα ύδατα —εκ φύσεως πιο όξινα— ανέρχονται στην επιφάνεια και επιτείνουν την οξίνιση κατά τόπους, εξηγεί η δρ Φίντλι. Λόγου χάρη, τα όξινα ύδατα βλάπτουν ή διαλύουν τα κελύφη των πλαγκτονικών θαλάσσιων σαλιγκαριών, σημαντική πηγή τροφής για ψάρια όπως ο σολομός.

Ωστόσο, οι μελέτες έχουν δείξει ότι δεν αντιδρούν όλα τα είδη με τον ίδιο τρόπο. Κάποια μπορεί να ωφεληθούν από την οξίνιση, όπως και από την υπερθέρμανση των ωκεανών, και να αναπτύξουν αυξημένη θηρευτική συμπεριφορά προς άλλα είδη, υποστηρίζουν ειδικοί της ΔΕΑΚ. Σε όλα τα οικοσυστήματα, τα μικροσκοπικά θαλάσσια φύκη - ή το φυτοπλαγκτόν, βασική τροφή για πολλά θαλάσσια τροφικά πλέγματα - δεν είναι σίγουρο αν θα δυσκολευτούν ή αν θα ευδοκιμήσουν σε θαλάσσια ύδατα αυξημένης οξύτητας. Με τα δορυφορικά δεδομένα της Θαλάσσιας Υπηρεσίας του Κοπέρνικου για το χρώμα των ωκεανών, μπορεί να εξεταστεί πιο προσεκτικά η απορρόφηση CO2 από τους ωκεανούς, καθώς και ο πιθανός αντίκτυπος στη θαλάσσια τροφική αλυσίδα.

«Το έργο του Τομεακού Συστήματος Πληροφοριών (ΤΣΠ) του Προγράμματος Θαλάσσιων, Παράκτιων και Αλιευτικών Ζωνών (ΠΘΠΑΖ) της Υπηρεσίας για την Κλιματική Αλλαγή του Κοπέρνικου (CS3) έχει δημιουργήσει μια σειρά από δείκτες για τον αντίκτυπο του θαλάσσιου περιβάλλοντος στο κλίμα, μεταξύ των οποίων και αρκετοί που αφορούν την οξίνιση των ωκεανών, καθώς και έναν αριθμό προγραμμάτων που δείχνουν πώς μπορούν να χρησιμοποιηθούν οι δείκτες σε θαλάσσιες εφαρμογές», λέει ο δρ Τζέιμς Κλαρκ, ανώτερος επιστημονικός υπάλληλος στο ΕΘΒΠ. «Στόχος υψίστης σημασίας για το έργο είναι η δημιουργία ενός συνόλου εργαλείων που θα συνδράμουν τις ευρωπαϊκές στρατηγικές προσαρμογής και τακτικές μετριασμού για την κλιματική αλλαγή. Αυτήν τη στιγμή, οι δείκτες του έργου των ΠΘΠΑΖ-CS3 ενσωματώνονται στην Αποθήκη Κλιματικών Δεδομένων της CS3 και αναμένεται να είναι διαθέσιμοι μέσα στις επόμενες εβδομάδες».

Ο αντίκτυπος στη βιοποικιλότητα

Τα απότοκα του ίδιου φαινομένου ίσως διαφέρουν ανά περιοχή. Στα μέσα της δεκαετίας του 2000, άρχισε να παρατηρείται ραγδαία εξάλειψη στις καλλιέργειες στρειδιών στις βορειοδυτικές ακτές των ΗΠΑ που βρέχει ο Ειρηνικός, καθώς οι προνύμφες επηρεάστηκαν από τα οξινισμένα ύδατα· o ζωτικής σημασίας κλάδος της παράκτιας παραγωγής οστρακοειδών δέχτηκε ισχυρό πλήγμα. Στον Καναδά, οι επιστήμονες αναμένουν ότι η οξίνιση στις ακτές του Ειρηνικού θα ευνοήσει την αύξηση τοξικών φυκών, εκθέτοντας σε κίνδυνο τα οστρακόδερμα και επηρεάζοντας ακόμη και τα ψάρια, τα θαλασσοπούλια και τα θαλάσσια θηλαστικά. Προβλέπουν, επίσης, πως ένα είδος ιχθυοκτόνων φυκών ίσως πολλαπλασιαστεί στα πιο όξινα ύδατα, απειλώντας την τοπική υδατοκαλλιέργεια σολομού.

Στην Ευρώπη, οι μεγάλοι παραγωγοί μαλακίων στα παράλια του Ατλαντικού, όπως σε αυτά της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Ισπανίας και του Ην. Βασιλείου, αναμένεται να υποστούν τις σοβαρότερες επιπτώσεις εξαιτίας της οξίνισης έως τα τέλη του αιώνα. Τα δεδομένα της Θαλάσσιας Υπηρεσίας του Κοπέρνικου, που προσφάτως συμπεριέλαβαν στους εποπτικούς δείκτες ωκεανών το pH των θαλάσσιων υδάτων, χρησιμοποιούνται από ερευνητές που επιδιώκουν να κατανοήσουν βαθύτερα τον τρόπο εξέλιξης της οξίνισης των θαλασσών της Ευρώπης.

Οι επιστήμονες ανησυχούν, επίσης, για τα παρεπόμενα της οξίνισης στην Αρκτική, με κάποιους εξ αυτών να προβλέπουν ότι τα χημικά στοιχεία που συμβάλλουν στον σχηματισμό κελυφών στα αρκτικά ύδατα θα έχουν εξαλειφτεί έως τη δεκαετία του 2080. Ωστόσο, δεν έχουν γίνει παρά περιορισμένες μετρήσεις της οξίνισης των υδάτων της Αρκτικής, επισημαίνει ο δρ Γκατουζό, λόγω των δυσχερών συνθηκών έρευνας. «Αυτό που γνωρίζουμε, όμως, είναι ότι τα αρκτικά ύδατα είναι εκ φύσεως πιο όξινα —το CO2, όπως όλα τα αέρια, διαλύεται πιο γρήγορα στο κρύο νερό. Ανησυχούμε ότι σχεδόν στο 10 τοις εκατό της επιφάνειας του Αρκτικού ωκεανού το pH είναι τόσο χαμηλό που, εντέλει, το νερό λειτουργεί διαβρωτικά για τους οργανισμούς με κελύφη», λέει ο δρ Γκατουζό.

Πηγή: Science Mag
Φυσικές και χημικές μεταβολές στους ωκεανούς και επιπτώσεις σε οργανισμούς και λειτουργίες οικοσυστημάτων σύμφωνα με υποθετικές καταστάσεις περιορισμένων και υψηλών εκπομπών CO2.Πηγή: Science Mag

«Το πρόβλημα είναι ότι πραγματικά πάμε γυρεύοντας όταν αλλάζουμε τον τρόπο που λειτουργούν οι ωκεανοί», λέει ο δρ Λαφόλι, ο οποίος τονίζει πως ο συνδυασμός υπερθέρμανσης των ωκεανών, οξίνισης και απώλειας οξυγόνου των υδάτων εξασθενίζει το θαλάσσιο περιβάλλον συνολικά, με επακόλουθα που ελάχιστα έχουμε αντιληφθεί. «Οι ποσότητες διοξειδίου του άνθρακα και το μέγεθος θερμότητας που απορροφούν οι ωκεανοί μάς έχουν αφήσει άφωνους. Είναι ένα πρόβλημα που, αντί να το επιλύουμε, το υποδαυλίζουμε».

Ανακουφίζοντας τα οικοσυστήματα από τις συνέπειες της οξίνισης

«Με τις ποσότητες CO2 που εκπέμπουμε, έχουμε ήδη παγιώσει τα τρέχοντα επίπεδα οξίνισης των ωκεανών και θα τα ξεπεράσουμε», λέει η δρ Φίντλι. «Η μόνη σίγουρη προσέγγιση είναι αυτή των μετριασμένων εκπομπών CO2», λέει ο δρ Γκατουζό. «Θα πάρει πολύ χρόνο για να επιστρέψουμε στην προβιομηχανική κατάσταση, αλλά μπορούμε να σταματήσουμε την οξίνιση των ωκεανών».

Η επιστήμη εξερευνά λύσεις, αλλά τα συνακόλουθά τους στα οικοσυστήματα και στις θαλάσσιες βιολογικές διαδικασίες δεν έχουν γίνει πλήρως κατανοητά. Κάποιες εργασίες αποκατάστασης της κλιματικής αλλαγής που έχουν ως βάση τους τις θάλασσες δεν αφορούν άμεσα την οξίνιση των ωκεανών, ενώ κάποιες άλλες ίσως δεν αποτρέπουν αποτελεσματικά την απορρόφηση διοξειδίου του άνθρακα. Παρ’ όλα αυτά, «διεξάγονται περισσότερες έρευνες που εξετάζουν τρόπους να χρησιμοποιήσουμε τα μακροφύκη, τη βλάστηση του θαλάσσιου πυθμένα, τα μαγκρόβια κ.α. για να αποθηκεύσουμε διοξείδιο του άνθρακα και να αμβλύνουμε κατά τόπους την οξίνιση των ωκεανών», λέει η δρ Φίντλι.

Η προσαρμογή της αλιείας προς ανακούφιση των οικοσυστημάτων μπορεί επίσης να δείξει τον δρόμο για τη συνύπαρξη με το φαινόμενο της οξίνισης των ωκεανών. Επί παραδείγματι, η CS3 και το ΕΘΒΠ μελετούν τα μοντέλα για τις δυνητικές επιδράσεις της κλιματικής αλλαγής στις θάλασσες της Ευρώπης σε συνδυασμό με τα στοιχεία για τα είδη οργανισμών, ώστε να προβλέψουν τις μεταβολές στα ιχθυαποθέματα και τις προσαρμογές στις οποίες πρέπει να προχωρήσουν οι βιομηχανίες και οι άνθρωποι που εξαρτώνται από τις αλιευτικές ζώνες. «Με τα δεδομένα της CS3 θα αναγνωρίζονται τομείς ευκαιριών, όπως οι αυξήσεις του πληθυσμού σε κάποια είδη ψαριών, αλλά και οι κίνδυνοι, όπως η μείωση των ιχθυαποθεμάτων», λέει ο δρ Κλαρκ. «Ως εκ τούτου, ο τομέας θα έχει τη δυνατότητα να μετριάσει τα επακόλουθα της κλιματικής αλλαγής μέσω του σχεδιασμού βιώσιμων πρακτικών αλιείας».

Ο εντοπισμός των θαλάσσιων τμημάτων που χρειάζονται επειγόντως προστασία θα μπορούσε επίσης να βοηθήσει τα οικοσυστήματα στον μετριασμό της οξίνισης. Οι ειδικοί χαρτογραφούν θαλάσσια οικοσυστήματα ζωτικής σημασίας, για να βρουν πού θα έπρεπε να δημιουργηθούν προστατευόμενες περιοχές ή να επεκταθούν οι ήδη υπάρχουσες. «Μπορούμε να ανακουφίσουμε θαλάσσιες περιοχές, ώστε να αυξήσουμε τις πιθανότητες κάποιων τμημάτων των ωκεανών να ξεπεράσουν τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν, όσο εμείς προσπαθούμε να μειώσουμε τις εκπομπές CO2», λέει ο δρ Λαφόλι.