Έκτακτη είδηση
This content is not available in your region

Παρακολουθώντας τις χιονοπτώσεις σε ένα μεταβαλλόμενο κλίμα

Παρακολουθώντας τις χιονοπτώσεις σε ένα μεταβαλλόμενο κλίμα
Πνευματικά Δικαιώματα  Getty Images
Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

Ο τουρισμός, η παραγωγή ενέργειας και τα αποθέματα νερού συνδέονται άρρηκτα με την ποσότητα του χιονιού. Στο πλαίσιο της κλιματικής αλλαγής, η παρακολούθηση των χιονοπτώσεων είναι πιο σημαντική από ποτέ.

Στις 6 Δεκεμβρίου 2020, το κλείσιμο της ημέρας βρήκε πολλά πρανή στους ιταλικούς Δολομίτες αλλά και στις νότιες αυστριακές Άλπεις σκεπασμένα με τρία μέτρα χιόνι. Μερικές περιοχές μεγάλου υψομέτρου στη νότια Ευρώπη σαρώθηκαν από έναν ισχυρό νιφετό που άφησε πίσω του ένα στρώμα χιονιού 900 χιλιοστών εντός 24 ωρών, πλησιάζοντας το μέγιστο που έχει ποτέ σημειωθεί. Ως αποτέλεσμα, η κυκλοφορία διακόπηκε και ο κίνδυνος για χιονοστιβάδες αυξήθηκε, ενώ οι σκιέρ απογοητεύτηκαν που δεν είχαν πρόσβαση σε κάποιες από τις καλύτερες ευρωπαϊκές πίστες, αφού τα χιονοδρομικά κέντρα παρέμειναν κλειστά λόγω της COVID-19.

Είτε χιονοδρομούμε είτε όχι, οι χιονοπτώσεις είναι απαραίτητες, ειδικά για τα φυσικά οικοσυστήματα, τα αποθέματα νερού και τους διάφορους επαγγελματικούς κλάδους που βασίζονται σε αυτές. Η μελέτη του χιονιού – η έκτασή του, το πάχος του, ο χρόνος τήξης του – αποτελεί ένα χειμερινό άθλημα στο οποίο επιδίδονται αδιάκοπα οι ανά τον κόσμο επιστήμονες, είτε αφορά μεταβολές ανά ώρα είτε μεταβολές δεκαετιών. Βέβαια, η παρακολούθηση των χιονοπτώσεων δεν είναι πάντα μια ομαλή διαδικασία.

Και τι μας νοιάζει για το χιόνι;

«Κάποια δισεκατομμύρια άνθρωποι βασίζονται στο χιόνι για πόσιμο νερό. Ο ρόλος του χιονιού ως υδάτινος πόρος είναι ενδεχομένως η σπουδαιότερη πτυχή του», λέει ο δρ Ντέιβιντ Ρόμπινσον, κλιματολόγος στο πανεπιστήμιο Ρούτγκερς. «Δίχως το χιόνι, η επιφάνεια της Γης απορροφά περισσότερη ενέργεια, ενώ τα στρώματα χιονιού ανακλούν το ηλιακό φως και ρίχνουν τη θερμοκρασία του περιβάλλοντος. Αν τα χιόνια λιώσουν νωρίτερα μέσα στην άνοιξη, η άνοδος της θερμοκρασίας επιταχύνεται. Επομένως, το καλοκαίρι θα είναι πιθανώς πιο ζεστό και το έδαφος πιο άνυδρο», εξηγεί ο δρ Ρόμπινσον.

Γνωρίζουμε πως το χιόνι είναι ένα μετεωρολογικό φαινόμενο με ιδιαιτερότητες – οι επιστήμονες κάνουν λόγο για «υψηλή φυσική μεταβλητότητα». Ο σχηματισμός χιονιού προϋποθέτει συγκεκριμένο πλαίσιο θερμοκρασιών, ενώ η ποσότητα χιονιού μπορεί να παρουσιάσει σημαντικές αποκλίσεις από χρονιά σε χρονιά.

Ωστόσο, οι παρατηρήσεις των τελευταίων δεκαετιών δείχνουν έλλειμμα χιονιού, ενώ οι προβλέψεις για το μέλλον λένε πως στην Ευρώπη οι χιονοπτώσεις θα μειωθούν μέσα στα επόμενα δέκα με είκοσι χρόνια. «Παρατηρούμε μια σαφή πτώση στις μακροπρόθεσμες τάσεις χιονοπτώσεων», λέει ο δρ Κάρι Λουόγιους, επικεφαλής της ομάδας Δορυφορικών Υπηρεσιών και Ερευνών του Φινλανδικού Μετεωρολογικού Ινστιτούτου. Η ομάδα του δημοσίευσε προσφάτως μια μελέτη που θεωρείται η πιο ακριβής αναπαράσταση συνθηκών χιονόπτωσης στο Βόρειο Ημισφαίριο από το 1979. Τα δεδομένα δείχνουν πως μολονότι η ποσότητα χιονιού (ή μάζα χιονιού) έχει παραμείνει σχεδόν απαράλλαχτη στην Ευρασία και ελαττώθηκε στη Βόρεια Αμερική, και στις δύο περιοχές έχουν μειωθεί σημαντικά οι καλυμμένες από χιόνι εκτάσεις, ιδίως κατά τα τέλη της άνοιξης, πράγμα που σημαίνει ότι ίσως τα χιόνια αρχίσουν να λιώνουν ολοένα νωρίτερα.

«Εμφανίζεται γενικευμένη μείωση στις χιονοστρωμένες εκτάσεις», επιβεβαιώνει ο δρ Ρόμπινσον. «Κάθε δεκαετία από το 1970 κι έπειτα, η χιονόστρωση κατά την άνοιξη ελαττώνεται». Ο κλιματολόγος που μελετά τις χιονοπτώσεις εδώ και τρεις δεκαετίες τουλάχιστον επισημαίνει πως για το χιόνι είναι αυστηρά απαραίτητες θερμοκρασίες που τείνουν στο σημείο πήξης. Υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στους -5 βαθμούς Κελσίου, οπότε και ευνοούνται πυκνές χιονοπτώσεις, και στους +5 βαθμούς Κελσίου, που το χιόνι λιώνει και γίνεται βροχή, σύμφωνα με τον δρα Ρόμπινσον. Η μετάβαση από θερμοκρασίες υπό το μηδέν σε αυτές άνω του μηδενός προκύπτει νωρίτερα μέσα στο έτος. «Την άνοιξη, περνάμε το όριο της τήξης νωρίτερα και μόλις συμβεί αυτό, αποχαιρετάμε το χιόνι».

Τα παραπάνω ισχύουν για τις επίπεδες εκτάσεις στο Βόρειο Ημισφαίριο, αλλά όχι και για όσες βρίσκονται σε μεγάλα υψόμετρα. «Οι συνθήκες για το χιόνι αλλάζουν κατά πολύ όσο μεγαλώνει το υψόμετρο. Είναι ταχεία η μετάβαση από χιονοστρώσεις πάχους εκατοστών σε χιονοστρώσεις μερικών μέτρων, με τις τελευταίες να μην καταγράφονται ικανοποιητικά στις δορυφορικές παρατηρήσεις», λέει ο δρ Λουόγιους, τονίζοντας πως τα δεδομένα που συνέλεξε η ομάδα του αφορούν αποκλειστικά μη ορεινές περιοχές. Εφόσον οι περιοχές στα μεγάλα υψόμετρα είναι αραιοκατοικημένες, η συγκέντρωση ιστορικών στοιχείων για το χιόνι στα ορεινά ερείδεται μόνο σε παρατηρήσεις μετεωρολογικών σταθμών. Ωστόσο, επειδή δισεκατομμύρια άνθρωποι έχουν στη διάθεσή τους πόσιμο νερό εν πολλοίς χάρη στην τήξη του χιονιού σε οροσειρές όπως οι Άλπεις και τα Ιμαλάια, η συλλογή στοιχείων ακριβείας για το χιόνι στα πρανή αποβαίνει ζωτικής σημασίας για την ασφάλεια των υδάτων, καθώς και για την πρόβλεψη πλημμυρών.

Αξιοποιώντας τις προβλέψεις χιονιού στις βουνοπλαγιές

Οι ακριβείς μετρήσεις και προβλέψεις για το χιόνι στα βουνά είναι σανίδα σωτηρίας για τον χειμερινό τουρισμό, έναν τομέα που βασίζεται ολοένα περισσότερο σε αυτά τα στοιχεία για να αντεπεξέλθει στις ασταθείς συνθήκες. Μεταξύ 2014 και 2018, στα χιονοδρομικά κέντρα των Άλπεων – πόλος έλξης του 43 τοις εκατό περίπου των σκιέρ του πλανήτη – τα επίπεδα των χιονοπτώσεων κατά τις αρχές της περιόδου βρέθηκαν κάτω από τον μέσο όρο, σύμφωνα με στοιχεία μιας έκθεσης για τον χιονοδρομικό κλάδο. «Οι συνθήκες για το χιόνι δεν πρέπει να θεωρούνται δεδομένες, ιδίως σε περιοχές με χαμηλό προς μέσο υψόμετρο», λέει ο δρ Σαμιουέλ Μοράν, επιστήμων που ειδικεύεται στο χιόνι και το κλίμα, στο Εθνικό Κέντρο Μετεωρολογικών Ερευνών (CNRM) στην Γκρενόμπλ της Γαλλίας. Εξηγεί ότι, μακροπρόθεσμα, οι ανοδικές θερμοκρασίες θα πλήξουν περισσότερο τέτοιες περιοχές. «Είναι πολύ δύσκολο να ορίσουμε το χαμηλό υψόμετρο, διότι εξαρτάται από το τοπικό κλίμα και άλλες παραμέτρους· στις Άλπεις, ορίζεται στα 1.500 μέτρα και αυτό είναι το όριο κάτω από το οποίο αναμένονται οι σημαντικότερες αλλαγές».

© Getty Images

Ο κλάδος των χιονοδρομιών βρίσκεται σε ρότα προσαρμογής εδώ και χρόνια, κυρίως παράγοντας τεχνητό χιόνι. «Βασικός στόχος ήταν να αμβλυνθεί ο αντίκτυπος κάποιων χειμώνων που εμφανίζονται κατά καιρούς και χαρακτηρίζονται από έλλειψη χιονιού. Η παραγωγή τεχνητού χιονιού αποτελεί πλέον συνήθη πρακτική των χιονοδρομικών κέντρων που προσαρμόζονται στην κλιματική αλλαγή», εξηγεί ο δρ Μοράν. Για παράδειγμα, μόνο τα χιονοδρομικά κέντρα της Αυστρίας έχουν επενδύσει από το 2008 σχεδόν ένα δισεκατομμύριο ευρώ στην παραγωγή τεχνητού χιονιού.

Ωστόσο, ακόμη και η ίδια η παραγωγή χιονιού εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τις χιονοπτώσεις και τα μετεωρολογικά δεδομένα. Ο δρ Μοράν λέει πως το ProSnow, ένα πρόγραμμα της Γαλλικής Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας (Météo France) σε συνεργασία με φορείς της Γαλλίας, της Αυστρίας, της Γερμανίας και της Ελβετίας, δίνει τη δυνατότητα στα χιονοδρομικά κέντρα να διαχειρίζονται σε πραγματικό χρόνο τα αποθέματά τους σε χιόνι. Το πρόγραμμα προσομοιώνει τις μελλοντικές μεταβολές στις χιονοστρώσεις αξιοποιώντας συνδυαστικά παρατηρήσεις χιονοδρομικών κέντρων για τις χιονοπτώσεις, στοιχεία για την ποσότητα χιονιού που παράγουν, καθώς και μετεωρολογικά δεδομένα και εποχικές προγνώσεις. «Βοηθά τα χιονοδρομικά κέντρα να λάβουν βελτιστοποιημένες αποφάσεις διαχείρισης του χιονιού για ένα διάστημα μερικών εβδομάδων», εξηγεί ο δρ Μοράν, καθώς γνωρίζουν πλέον αν διαθέτουν αρκετό χιόνι, αν ρισκάρουν να παραγάγουν πλεόνασμα χιονιού, αν επίκειται άνοδος της θερμοκρασίας και αν ο αέρας και η θερμοκρασία ευνοούν την παραγωγή τεχνητού χιονιού.

Ο δρ Μοράν έχει συνεργαστεί επίσης με την Υπηρεσία για την Κλιματική Αλλαγή του Κοπέρνικου (C3S) για τη δημιουργία μιας υπηρεσίας που επικεντρώνεται στις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην κατάσταση του χιονιού στα χιονοδρομικά κέντρα. Η υπηρεσία αυτή τέθηκε σε λειτουργία τον Αύγουστο και αφορά ένα σύνολο δεδομένων με σαράντα μεταβλητές, μεταξύ των οποίων είναι οι χιονοπτώσεις, το πάχος του χιονιού, η ποσότητα νερού που περιέχει το χιόνι και η ετήσια παραγωγή τεχνητού χιονιού σε όλες τις ορεινές περιοχές της Ευρώπης. Επιπλέον, παρέχει προγνώσεις για το χιόνι στο πλαίσιο διαφορετικών κλιματικών σεναρίων και συγκρίνει την προγενέστερη με τη μελλοντική κατάσταση του χιονιού ανά την ήπειρο. Εντούτοις, τα δεδομένα για τις χιονοδρομικές συνθήκες δεν είναι επαρκώς τοπικοποιημένα, οπότε κάθε χιονοδρομικό κέντρο πρέπει να συνεκτιμά τοπικά δεδομένα και στοιχεία.

Αξιοποιώντας το εν λόγω σύνολο δεδομένων, η C3S έθεσε σε λειτουργία ένα νέο πρόγραμμα τον Δεκέμβριο, το οποίο θα δίνει τη δυνατότητα στην τουριστική βιομηχανία να συγκρίνει την κατάσταση του χιονιού από το 1961 κι ύστερα με τα χαρακτηριστικά που ενδέχεται να παρουσιάσει έως και το τέλος του αιώνα.

Δείκτες χιονιού και καιρού για τον ορεινό τουρισμό στην Ευρώπη από το 1986 έως το 2100 (Υπηρεσία για την Κλιματική Αλλαγή του Κοπέρνικου & ΕΚΜΜΠ)

«Μέσω της εφαρμογής αυτής, τόσο οι κρατικοί όσο και οι ιδιωτικοί φορείς του τουρισμού, συμπεριλαμβανομένων των χιονοδρομικών κέντρων και των εταιρειών διαχείρισης καλωδίων σε μεγάλες εκτάσεις, έχουν στη διάθεσή τους ένα ευρύ φάσμα πληροφοριών με το οποίο μπορούν να εκτιμήσουν τις συνέπειες της κατάστασης χιονιού κατά τις τελευταίες δεκαετίες, καθώς και να προχωρήσουν σε προσομοιώσεις της μελλοντικής κατάστασης του χιονιού στα μέρη όπου δραστηριοποιούνται», λέει η Κιάρα Κανιάτσο, διευθύντρια του τομεακού πληροφοριακού συστήματος στη C3S. «Εντέλει, τους βοηθά να κάνουν επενδυτικά σχέδια και να ενισχύουν την προσαρμοστικότητά τους στην κλιματική αλλαγή».

Η παρακολούθηση των χιονοπτώσεων δεν αφορά τον τουρισμό μόνο

Στο πανεπιστήμιο Ρούτγκερς, το Εργαστήριο για τις Χιονοπτώσεις σε Παγκόσμια Κλίμακα του Ντέιβιντ Ρόμπινσον παρακολουθεί σε καθημερινή βάση τις χιονοστρώσεις στην Ευρασία και στη Βόρεια Αμερική και σχεδιάζει χάρτες που διαθέτει στο κοινό. «Είναι χρήσιμοι κυρίως σε ερευνητές που μελετούν κλιματολογικές εφαρμογές για το χιόνι, αλλά και σε υδρολόγους ή υπεύθυνους εκπόνησης μακροπρόθεσμων εποχικών προγνώσεων», εξηγεί ο δρ Ρόμπινσον, προσθέτοντας ότι οι βασικές ανησυχίες αφορούν τη μείωση των χιονοπτώσεων και την τήξη κατά τις αρχές της άνοιξης, ειδικά για τις πιο νότιες περιοχές όπου η άνοδος της θερμοκρασίας είναι πιο αισθητή.

Η μεγαλύτερη εταιρεία υδραυλικής ενέργειας στη Φινλανδία βασίζεται στο πρόγραμμα GlobSnow του Φινλανδικού Μετεωρολογικού Ινστιτούτου για να προσαρμόσει τη λειτουργία της στις συνθήκες χιονιού, λέει ο δρ Κάρι Λουόγιους. Δεν είναι βατή η επεξεργασία όλων των δεδομένων, όμως. «Μία δυσκολία έγκειται στο γεγονός ότι στις Άλπεις παράγεται μεγάλη ποσότητα υδραυλικής ενέργειας και απαιτούνται πιο ακριβή στοιχεία από τις ορεινές περιοχές. Αν οι εποχικές χιονοπτώσεις ελαττωθούν, ευρύτερες περιοχές θα πληγούν από λειψυδρία. Η σαφής πτωτική τάση της εαρινής χιονόστρωσης θα έχει επιπτώσεις στις περιόδους απορροής των ποταμών και στη διαθεσιμότητα των υδάτινων πόρων, εξηγεί ο δρ Λουόγιους.

Η αντιστροφή της τρέχουσας τάσης στη μείωση του χιονιού δεν είναι εύκολο έργο, ιδίως σε ό,τι αφορά την τήξη στις αρχές της άνοιξης. «Ουδείς αναμένει να αντιστραφεί από μόνη της», λέει ο δρ Ρόμπινσον. «Δεν έχουμε παρά να ελπίζουμε πως η αύξηση της θερμοκρασίας θα ανακοπεί, οι θερμοκρασίες τον χειμώνα θα πλησιάζουν όσο γίνεται περισσότερο το σημείο πήξης και τα χιόνια θα διατηρούνται». Ο δρ Μοράν συμφωνεί: «Στα χαμηλά υψόμετρα τουλάχιστον, οι βροχές θα αυξάνονται και το χιόνι θα μειώνεται. Έως το 2050, ίσως παρατηρηθεί μείωση στο χιόνι της τάξης του 10 με 40 τοις εκατό συγκριτικά με τις αρχές του 2000. Όσον αφορά το δεύτερο μισό του αιώνα, αν πραγματοποιηθεί μετάβαση σε ουδέτερο ισοζύγιο άνθρακα, η κλιματική αλλαγή θα μπορούσε να σταθεροποιηθεί μερικώς και, μαζί της, να παγώσει η κατάσταση του χιονιού στα επίπεδα που θα έχει φτάσει μέχρι τότε».

Σε ό,τι αφορά τα χειμερινά αθλήματα, ο δρ Μοράν θεωρεί πως οι χιονοδρομικές πίστες θα αντέξουν για τις δύο επόμενες δεκαετίες, ειδικά αν λάβουμε υπόψη τις προγνώσεις για την κλιματική αλλαγή, οι οποίες έχουν συντελέσει στην παραγωγή τεχνητού χιονιού. «Τα χιονοδρομικά κέντρα κάνουν χρήση των δεδομένων που αντλούν από τη C3S για να ξέρουν κατά πόσο θα επηρεαστούν από τις προσεχείς αλλαγές στο κλίμα, καθώς και για να προετοιμαστούν καταλλήλως. Κάποια εξ αυτών θα πρέπει να παραμείνουν ως έχουν, ενώ άλλα θα χρειαστεί να προχωρήσουν σε κινήσεις προσαρμογής βάσει των τουριστικών και κλιματολογικών στρατηγικών τους». Και, ασφαλώς, τα δεδομένα αυτά δεν προορίζονται μόνο για τα χιονοδρομικά κέντρα. «Με τη χρήση των δεδομένων για το χιόνι από τη C3S, ο ορεινός τουρισμός μπορεί να γίνει περισσότερο βιώσιμος, ενώ οι τοπικές κοινωνίες θα έχουν την ευκαιρία να αναπροσαρμόσουν τις οικονομικές τους δραστηριότητες σύμφωνα με τις μελλοντικές κλιματικές συνθήκες», προσθέτει η Κιάρα Κανιάτσο.