Έκτακτη είδηση

Χάνουμε τον πάγο κάτω από τα πόδια μας στην Αρκτική

Χάνουμε τον πάγο κάτω από τα πόδια μας στην Αρκτική
Euronews logo
Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

Η ελάχιστη κάλυψη των θαλασσών της Αρκτικής με πάγο σημειώνεται συνήθως κατά τον μήνα Σεπτέμβριο. Ωστόσο, εξαιρετικά χαμηλά ήταν και πάλι τα επίπεδα που καταγράφηκαν τον περασμένο μήνα, όπως δείχνουν τα δεδομένα της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας για την Κλιματική Αλλαγή του Κοπέρνικου (C3S). Λιγότερο από το 36 τοις εκατό των θαλασσών της Αρκτικής καλύφτηκε με πάγο συγκριτικά με τις μέσες τιμές του Σεπτεμβρίου για τα έτη 1980 έως 2010.

Τα έτη 2012 και 2007, καταγράφηκε η μεγαλύτερη μείωση για τους θαλάσσιους πάγους, αγγίζοντας μια μέση τιμή της τάξης του 13,4 τοις εκατό ανά δεκαετία μεταξύ 1979 και 2015 [πηγή: Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC)]. Εσχάτως, τα επίπεδα θαλάσσιου πάγου έπεσαν κάτω από τη μέση τιμή τους ακόμη και κατά τα τέλη του χειμώνα —η περίοδος αιχμής τους, συνήθως— όπως φανερώνουν τα δεδομένα του Κοπέρνικου.

Η Αρκτική θερμαίνεται με διπλάσια ταχύτητα από τον υπόλοιπο πλανήτη, και οι υψηλές θερμοκρασίες επιτείνουν το λιώσιμο και τη λέπτυνση των θαλάσσιων πάγων. Η έκτασή τους είναι πλέον μειωμένη σε σχέση με τις δεκαετίες του ‘80 και του ’90 «σε κάθε περιοχή, κάθε μήνα και κάθε εποχή», σύμφωνα με μια πρόσφατη αναφορά της IPCC, στην οποία επισημαίνεται ότι η βουτιά στα επίπεδα του θαλάσσιου πάγου τον Σεπτέμβριο είναι πρωτοφανής για τα τελευταία χίλια, τουλάχιστον, χρόνια. Στην ίδια αναφορά σημειώνεται ότι η περίοδος τήξης των θαλάσσιων πάγων στην Αρκτική έχει παραταθεί, καθώς οι πάγοι λιώνουν νωρίτερα και τα ύδατα παγώνουν αργότερα μέσα στο έτος. «Θα υπάρχουν θαλάσσιοι πάγοι τον χειμώνα για πολύ καιρό ακόμα, μα αν δεν δράσουμε σύντομα, σε λίγες δεκαετίες από τώρα ίσως εξαφανιστούν οι θαλάσσιοι πάγοι κατά τους καλοκαιρινούς μήνες», λέει ο δρ Μαρκ Σερίζ, διευθυντής του Εθνικού Κέντρου Δεδομένων Χιονιού και Πάγου (NSIDC).

Το 2018, ο Κοπέρνικος κατέγραψε μια απρόσμενη διάρρηξη των θαλάσσιων πάγων βόρεια της Γροιλανδίας για πρώτη φορά μέσα σε τέσσερις δεκαετίες, καθώς θερμές μάζες αέρα εισήλθαν στην Αρκτική. Οι ακριβείς προβλέψεις και ο έλεγχος της εξέλιξης των θαλάσσιων πάγων στην Αρκτική παραμένει υψίστης σημασίας για την κατανόηση της κλιματικής αλλαγής. Η Υπηρεσία του Κοπέρνικου επιτυγχάνει τη βελτίωση των προβλέψεών της μέσω συστημάτων προσομοίωσης που συνθέτουν πληροφορίες από λήψεις σε πραγματικό χρόνο για τους ωκεανούς, τις θάλασσες και τους πάγους, αλλά και με τη μελέτη ιστορικών στοιχείων από το 1979 κι έπειτα. Η συλλογή δεδομένων σε ημερήσια βάση για τις συγκεντρώσεις, την έκταση, τον τύπο και το πάχος του θαλάσσιου πάγου είναι καθοριστικής σημασίας για όσες και όσους ερευνούν την αλληλεπίδραση ανάμεσα στα ύδατα και την ατμόσφαιρα, καθώς και την επίδραση των θαλάσσιων πάγων στα θαλάσσια οικοσυστήματα και τη ναυτιλία.

Οι λευκές επιφάνειες ανακλούν περισσότερο ηλιακό φως από τις πιο σκούρες. Οι καλοκαιρινοί θαλάσσιοι πάγοι ανακλούν περίπου τη μισή ηλιακή ακτινοβολία που δέχονται· μονάχα ένα 10 τοις εκατό ανακλάται όταν πέφτει στα ανοιχτά νερά, κι έτσι η Αρκτική απορροφά περισσότερη θερμότητα απ’ ό,τι συνήθως όταν μειώνονται οι θαλάσσιοι πάγοι της καλοκαιρινής περιόδου. Αυτό είναι το φαινόμενο της φωταύγειας των θαλάσσιων πάγων, ένα από τα κυριότερα αίτια της “Αρκτικής ενίσχυσης”, σύμφωνα με την Υπηρεσία του Κοπέρνικου. «Πρόκειται για ανάδραση· ενόσω μειώνεται η έκταση των θαλάσσιων πάγων εξαιτίας της ανόδου της θερμοκρασίας, η ίδια η μείωση της έκτασής τους επιφέρει περαιτέρω άνοδο της θερμοκρασίας», λέει ο Σερίζ. «Επί της ουσίας, η Αρκτική λειτουργεί ως ψυκτικό μέσο για τον πλανήτη, ρίχνοντας τη θερμοκρασία του, αλλά αυτή η λειτουργία χάνεται. Η υποχώρηση των θαλάσσιων πάγων επιταχύνει την υπερθέρμανση του πλανήτη».

Το λιώσιμο των θαλάσσιων πάγων μπορεί να προκαλέσει απελευθέρωση του επικίνδυνου ΑΦΘ μεθανίου, που συσσωρεύεται στο μόνιμα παγωμένο έδαφος της Αρκτικής, στα αβαθή τμήματα της υφαλοκρηπίδας. Μέχρι πρότινος, οι ακτές της Αρκτικής καλύπτονταν από θαλάσσιο πάγο ακόμα και το καλοκαίρι, κι έτσι διατηρούνταν σε θερμοκρασίες υπό το μηδέν, εξηγεί ο Πίτερ Ουάνταμς, καθηγητής Φυσικής των Ωκεανών στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ. Ωστόσο, κατά την τελευταία δεκαετία, καθώς οι θαλάσσιοι πάγοι υποχώρησαν, τα πιο θερμά πλέον ύδατα επεκτάθηκαν έως τον βυθό και άρχισαν να αποψύχουν το μόνιμα καλυμμένο από πάγο έδαφος. Το συσσωρευμένο μεθάνιο μπορούσε πλέον να βρει διέξοδο στην ατμόσφαιρα. Βάσει προβλέψεων, αν απελευθερωθεί έστω και το 8 τοις εκατό των παγιδευμένων αερίων, περίπου 50 γιγατόνοι, η θερμοκρασία σε όλο τον πλανήτη θα αυξηθεί κατά 0,6 βαθμούς Κελσίου, λέει ο καθ. Ουάνταμς. «Η ανθρωπότητα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σοβαρότατη απειλή».

Η λέπτυνση των θαλάσσιων πάγων επηρεάζει επίσης την ποσότητα φωτός που περνά στο νερό, και αυτό έχει αντίκτυπο στις βιολογικές διεργασίες των θαλάσσιων ειδών, συμπεριλαμβανομένων του φυτοπλαγκτού και των ψαριών. «Πιστεύουμε ότι οι αλληλεπιδράσεις εντός της τροφικής αλυσίδας θα αλλάξουν ριζικά με τη μείωση των πάγων», λέει η δρ Μπάρμπαρα Νίχοφ, αναπληρώτρια διευθύντρια του τομέα Βιολογικής Ωκεανογραφίας των Πόλων στο Ινστιτούτο Άλφρεντ Βέγκενερ, «είτε πρόκειται για κορυφαίους θηρευτές και τα θηράματά τους είτε για πρωτογενείς (φυτοπλαγκτόν) και δευτερογενείς παραγωγούς (φυτοφάγο ζωοπλαγκτόν)».

Επιπλέον, στους θαλάσσιους πάγους αποθηκεύονται και μεταφέρονται μικροσωμάτια πλαστικού, τα οποία απαντούν σε πολύ υψηλότερες συγκεντρώσεις συγκριτικά με τα θαλάσσια ύδατα. Το λιώσιμο των πάγων σημαίνει ότι ίσως επιταχυνθεί η απελευθέρωση πλαστικών στους ωκεανούς, σύμφωνα με την Τσέλσι Ρόσμαν, επίκουρη καθηγήτρια του τμήματος Βιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο. Σε δείγματα πάγου από πέντε ωκεάνιες περιοχές της Αρκτικής βρέθηκαν έως και 12.000 μικροσωμάτια πλαστικού ανά λίτρο πάγου, όπως φανερώνει μια πρόσφατη έρευνα. Εξαιτίας της εισροής υδάτων από τον βόρειο Ατλαντικό και τις θάλασσες της Ευρώπης στην Αρκτική, ολοένα περισσότερα πλαστικά απόβλητα ενδέχεται να καταλήξουν στην περιοχή σε μερικά χρόνια, σύμφωνα με τον δρα Τζέισον Χολτ, τον επικεφαλής για τα Θαλάσσια Συστήματα Προσομοίωσης στο Εθνικό Κέντρο Ωκεανογραφίας.

Η προοπτική μιας Αρκτικής δίχως καλοκαιρινούς θαλάσσιους πάγους έως τα μέσα του αιώνα συνεπάγεται μια ιδανική παρακαμπτήριο για τα πλοία με ρότα από Ευρώπη για Ασία, καθώς και τη δυνατότητα για αναζήτηση φυσικών πόρων σε μεγαλύτερα τμήματα της περιοχής.

Λόγω της μείωσης των πάγων στα ύδατα της Αρκτικής, η τωρινή, διάρκειας 48 ημερών διαδρομή των πλοίων από Ευρώπη προς ανατολική Ασία είναι δυνατόν να ελαττωθεί κατά 10 με 15 ημέρες. Η ναυτιλιακή δραστηριότητα ήδη παρουσιάζει άνοδο εδώ και δύο δεκαετίες, καθώς οι θαλάσσιοι πάγοι λιώνουν, σύμφωνα με την αναφορά της IPCC. Ακόμα και η πλεύση μέσα από τους χειμερινούς θαλάσσιους πάγους μπορεί να εξομαλυνθεί λόγω της λέπτυνσης των παγωμένων υδάτων —από το 1979, σχεδόν το 90 τοις εκατό των εκτάσεων πάγου ηλικίας άνω των πέντε ετών έχει εξαφανιστεί— που επιτρέπει το εύκολο σπάσιμο των πάγων.

Η αυξημένη κίνηση στα παρθένα οικοσυστήματα της Αρκτικής εγείρει περιβαλλοντικές ανησυχίες που αφορούν τους κινδύνους της πετρελαϊκής και της ατμοσφαιρικής ρύπανσης. Η σοβαρότερη απειλή που σχετίζεται με τα πλοία είναι τα βαρέα κλάσματα, τα υγρά καύσιμα κατηγορίας 3, σύμφωνα με το Αρκτικό Συμβούλιο, το διακυβερνητικό φόρουμ των αρκτικών κρατών. Η καύση του μαζούτ —καύσιμο υψηλής περιεκτικότητας σε θείο— από τα μεγάλα πλοία απελευθερώνει μεγάλες ποσότητες βλαβερών ουσιών, όπως ΑΦΘ διοξείδιο του άνθρακα, υποξείδιο του αζώτου και αιθάλη (μαύρος άνθρακας), το δεύτερο τη τάξει αέριο ισχυρής απορρόφησης θερμότητας. Επιπλέον, είναι εξαιρετικά δύσκολο να καθαριστεί σε περίπτωση διαρροής εξαιτίας της υψηλής του πυκνότητας. Το 2015, σχεδόν το 57 τοις εκατό των πλοίων που χρησιμοποιήθηκαν στην Αρκτική έκαιγαν καύσιμα κατηγορίας 3.

Οι εκπομπές ρύπων από τα πλοία συμπεριλαμβάνουν τον μαύρο άνθρακα, ένα υπόλειμμα ατελούς καύσης. Ο μαύρος άνθρακας απορροφά περισσότερη ακτινοβολία τόσο όταν βρεθεί στη ατμόσφαιρά όσο και όταν φτάνει στο χιόνι και στον πάγο. Έρευνες έχουν δείξει ότι στην Αρκτική ο μαύρος άνθρακας επιφέρει πέντε φορές μεγαλύτερη άνοδο της θερμοκρασίας από ό,τι στα μεσαία γεωγραφικά πλάτη. Εκτιμάται ότι, σε σχέση με το 2015, οι εκπομπές μαύρου άνθρακα ενδέχεται να αυξηθούν κατά 6,5 τοις εκατό το 2025, αλλά ακόμα και μια μικρή αλλαγή στην πορεία των μεγάλων φορτηγών πλοίων από τον Παναμά και τη Διώρυγα του Σουέζ προς την Αρκτική μπορεί να εκτοξεύσει τις εκπομπές μαύρου άνθρακα κατά 46 τοις εκατό. Ορισμένες ναυτιλιακές εταιρείες, μεταξύ άλλων και η τρίτη μεγαλύτερη πλοιοκτήτρια εταιρεία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων στον κόσμο, έχουν ήδη ανακοινώσει ότι δεν θα χρησιμοποιήσουν τη διαδρομή της Βόρειας Θάλασσας λόγω περιβαλλοντικών ανησυχιών.

Το άνοιγμα νέων θαλάσσιων οδών συνιστά απειλή και για την άγρια πανίδα, παρότι το μέγεθος της πιθανής ζημιάς παραμένει άγνωστο. Μια έρευνα του 2018 σε επτά είδη θαλάσσιων θηλαστικών που ενδημούν στην Αρκτική έδειξε ότι περισσότεροι από 40 πληθυσμοί ζώων επηρεάστηκαν από τις θαλάσσιες οδούς· οι φάλαινες μονόκεροι (ναρβάλ), ένα είδος που δεν του αρέσει να εκτοπίζεται από έναν πολύ συγκεκριμένο οικότοπο, ήταν οι πιο ευπαθείς, μαζί με τις φάλαινες μπελούγκα και τους θαλάσσιους ίππους. Περιοχές με πιο πυκνή κυκλοφορία, όπως η Βερίγγειος Θάλασσα ή η ανατολική Καναδική Αρκτική, επηρεάστηκαν τρεις φορές περισσότερο από τα πλοία σε σχέση με πιο απομακρυσμένες περιοχές. Ειδικοί ισχυρίζονται πως, παρά το λιώσιμο των πάγων, δεν υπάρχει αρκετός χώρος στην Αρκτική ώστε να συνυπάρξουν αρμονικά η άγρια πανίδα και τα πλοία. «Η IPCC δείχνει ότι οι αλλαγές στη δημιουργία, στην κατανομή και στο πάχος του θαλάσσιου πάγου και του χιονιού συνδέονται με τις αλλαγές στη διασπορά, στην εμφώλευση, στη συμπεριφορά κατά την αναζήτηση τροφής και στην επιβίωση των πολικών αρκούδων», λέει η Μέλανι Λάνκαστερ, έμπειρη ειδικός Αρκτικών Ειδών στο Αρκτικό Πρόγραμμα της WWF. «Απαιτούνται καλύτερες προδιαγραφές και πρακτικές για τη ναυτιλία στην Αρκτική».

«Οι διαρκώς αυξανόμενες ανθρώπινες δραστηριότητες στην Αρκτική μπορούν να γίνουν λιγότερο επικίνδυνες με τη βοήθεια βραχυπρόθεσμων προβλέψεων για τον καιρό και την κατάσταση των θαλάσσιων πάγων στην περιοχή, ώστε να ελπίζουμε ότι θα προλαμβάνονται τόσο οι ανθρώπινες όσο και οι περιβαλλοντικές καταστροφές», λέει ο δρ Χέλγκε Γκέσλινγκ, επικεφαλής των Προβλέψεων για τους Θαλάσσιους Πάγους στο Ινστιτούτο Άλφρεντ Βέγκενερ. «Επιχειρησιακά κέντρα προγνώσεων, όπως το Ευρωπαϊκό Κέντρο Μεσοπρόθεσμων Προγνώσεων Καιρού, μεταβαίνουν από τα κλασικά μοντέλα που εστιάζουν στην ατμόσφαιρα σε συστήματα αδιάλειπτης λειτουργίας που παρέχουν δυναμικές προβλέψεις της κατάστασης των πάγων με εποχικό χρονικό ορίζοντα και έχουν αποδειχτεί χρήσιμα για εύρος προγνώσεων έως και ενός μήνα, αλλά πρέπει να διευρύνουμε αυτό το όριο».

Η C3S αναπτύσσει μια Υπηρεσία Παγκόσμιας Ναυτιλίας που θα παρέχει σαφείς εκτιμήσεις για τις επιπτώσεις του κλίματος στις θαλάσσιες οδούς ανά την υφήλιο, συμπεριλαμβανομένης της αρκτικής οδού. «Είναι η πρώτη υπηρεσία που επιτρέπει στη ναυτιλιακή βιομηχανία να γνωρίζει πώς το κλίμα επηρεάζει τις θαλάσσιες οδούς», λέει ο Κάρλο Μπουοντέμπο, ο διευθυντής της C3S. «Αρκετές εταιρείες έχουν ήδη εκδηλώσει το ενδιαφέρον τους να χρησιμοποιήσουν την υπηρεσία όταν θα είναι έτοιμη να λειτουργήσει». Θα λαμβάνουν υψηλής ποιότητας στοιχεία για κάθε εποχή, που θα αφορούν καθοριστικούς παράγοντες κλιματικού και θαλάσσιου χαρακτήρα, ενώ ειδικά διαμορφωμένα μοντέλα θα υπολογίζουν το κόστος για συγκεκριμένες διαδρομές.

Η Υπηρεσία Παγκόσμιας Ναυτιλίας της C3S θα παρέχει και προβλέψεις για το κόστος και τη διαθεσιμότητα των θαλάσσιων οδών για τα επόμενα 10 με 100 έτη, αλλά, προσθέτει ο Κάρλο Μπουοντέμπο, «το άνοιγμα της αρκτικής οδού θέτει καινούργια ηθικά διλήμματα για την εκμετάλλευση της Αρκτικής, δεδομένου ότι η αύξηση της ναυτιλιακής δραστηριότητας μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερες εκπομπές ρύπων και σοβαρότερους περιβαλλοντικούς κινδύνους σε μια περιοχή που εξακολουθεί να είναι σχετικά παρθένα».

«Η Αρκτική έχει ανάγκη την προθυμία του υπόλοιπου κόσμου να τηρήσει τις δεσμεύσεις του αναφορικά με τη μείωση των εκπομπών αερίων του φαινομένου του θερμοκηπίου, όπως προβλέπει η Συμφωνία των Παρισίων», λέει η Λάνκαστερ. «Η έλλειψη οικονομικών πόρων, ανθρώπινου κεφαλαίου, ικανότητας οργάνωσης και γνώσεων δυσκολεύει την προσαρμογή των κοινοτήτων της Αρκτικής στις ραγδαίες περιβαλλοντικές αλλαγές. Τα αρκτικά κράτη πρέπει να συνεργαστούν με τις κοινότητες και να συνδράμουν την προσαρμογή τους, ιδίως όσων διαμένουν στις ακτές και σε περιοχές με μόνιμα παγωμένο έδαφος».

«Γνωρίζαμε από καιρό ότι, όταν θα γινόταν αισθητή η κλιματική αλλαγή, κάποιες από τις σημαντικότερες αλλαγές θα λάμβαναν χώρα στην Αρκτική», λέει ο Σερίζ. «Λυπόμαστε πολύ που λέμε ότι σας το είχαμε πει, αλλά σας το είχαμε πει».

Το euronews δεν είναι διαθέσιμο στον Internet Explorer. Ο συγκεκριμένος browser δεν είναι ενημερωμένος από την Microsoft και δεν ακολουθεί τις τεχνολογικές εξελίξεις. Χρησιμοποιήστε κάποιον άλλο φυλλομετρητή, όπως Edge, Safari, Google Chrome ή Mozilla Firefox.