Έκτακτη είδηση
This content is not available in your region

Οι πόλεις της Ευρώπης σε αγώνα ταχύτητας για καθαρή ατμόσφαιρα

Οι πόλεις της Ευρώπης σε αγώνα ταχύτητας για καθαρή ατμόσφαιρα
Πνευματικά Δικαιώματα  Getty Images
Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

Οι επιπτώσεις της ατμοσφαιρικής ρύπανσης στη δημόσια υγεία επιτάσσουν μέτρα για καθαρότερο αέρα στις πόλεις. Πόσο εύκολο είναι να πάρουμε ξανά ανάσες φρέσκου αέρα;

Η οικονομική υπερδύναμη της Ιταλίας τελεί υπό την εδώ και χρόνια πιο καθαρή της φάση. Οι συνθήκες αποκλεισμού που επιβλήθηκαν εξαιτίας του νέου κοροναϊού στη χώρα και στη σφόδρα πληγείσα περιοχή της Λομβαρδίας ανέστειλαν τις ανθρώπινες και τις οικονομικές δραστηριότητες, αλλά παράλληλα φανέρωσαν μια απρόσμενη πραγματικότητα: καλύτερες αστικές συνθήκες. Δορυφόροι σε τροχιά γύρω από τη Γη επιβεβαίωσαν τη ραγδαία μείωση των ατμοσφαιρικών ρύπων. Στις δορυφορικές λήψεις, αποτυπώθηκε καθαρότερος ο ουρανός της περιοχής, εντός της οποίας βρίσκεται και το Μιλάνο, διαβόητο για τα επικίνδυνα επίπεδα ατμοσφαιρικής ρύπανσης, όπως και τόσα άλλα μέρη στον κόσμο. Σύμφωνα με στοιχεία της περιβαλλοντικής υπηρεσίας της Λομβαρδίας, τον εφετινό Μάρτιο παρουσιάστηκε πτώση της τάξης του 38% στο οξείδιο του αζώτου, 14% στα αιωρούμενα σωματίδια και 33% στο βενζόλιο, συγκριτικά με τον ίδιο μήνα κατά τα έτη 2016-2019.

Στη Μαδρίτη, τη Λισαβόνα και άλλες ευρωπαϊκές πόλεις ο αέρας ήταν επίσης καθαρότερος όσο ίσχυαν μέτρα αποκλεισμού. Ωστόσο, η αισιοδοξία σχετικά με τον κίνδυνο στην παγκόσμια υγεία δεν μπορεί να συνεχιστεί, καθώς η ατμοσφαιρική ρύπανση επανέρχεται με την επανεκκίνηση των αστικών οικονομιών. Για δεκαετίες, οι πόλεις επένδυαν στην οικολογική προσαρμογή, αλλά τα αποτελέσματα ποικίλλαν. Πλέον έρχεται να προστεθεί και ο ακάθαρτος αέρας στις αιτίες που επιδεινώνουν τη διασπορά και τη θνητότητα των ασθενειών, και αυτό καθιστά επιτακτικό τον ταχύ καθαρισμό του αέρα των πόλεων.

«Η ποιότητα του αέρα έχει βελτιωθεί σημαντικά από τη δεκαετία του 1970», λέει ο δρ Βενσάν-Ανρί Πεκ, διευθυντής της Υπηρεσίας για την Παρακολούθηση της Ατμόσφαιρας του Κοπέρνικου (CAMS). «Οι ευρωπαϊκές και οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές ασκούν έλεγχο στους ρύπους, με στόχο να ελαττωθεί η έκθεση σε βλαβερές για την ανθρώπινη υγεία ουσίες, αλλά αυτό δεν αρκεί». Η ατμοσφαιρική ρύπανση παραμένει ο νούμερο ένα περιβαλλοντικός κίνδυνος στην Ευρώπη, προειδοποιεί η Ευρωπαϊκή Περιβαλλοντική Υπηρεσία (EEA), και στις πόλεις με πληθυσμό εκατομμυρίων, βιομηχανική παραγωγή και κυκλοφοριακή κίνηση εξακολουθούν να σημειώνονται επίπεδα ρύπανσης που θεωρούνται επικίνδυνα από τους ειδικούς.

Το τι μπορεί να βρεθεί στα 17 κιλά αέρα που καθένας μας αναπνέει καθημερινά εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Στις πόλεις, οι οδικές μεταφορές, η παραγωγή και η χρήση ενέργειας, η βιομηχανική δραστηριότητα, η κατανάλωση καυσίμων, η φυσική σκόνη και τα θαλάσσια άλατα συμπεριλαμβάνονται στα βασικά αίτια λόγω των οποίων η ατμόσφαιρα επιβαρύνεται με οξείδιο του αζώτου, τροποσφαιρικό όζον και μικροσκοπικά ατμοσφαιρικά σωματίδια (ΑΣ).

Πηγή: Συνεισφορές στα ατμοσφαιρικά σωματίδια της ατμόσφαιρας των πόλεων: Συστηματική επισκόπηση των συνεισφορών τοπικών πηγών σε παγκόσμιο επίπεδο – Ατμοσφαιρικό Περιβάλλον.

Ο αέρας που αναπνέουν σχεδόν 40 εκατομμύρια άνθρωποι στις 115 μεγαλύτερες πόλεις της ΕΕ περιέχει τουλάχιστον έναν ρύπο που ξεπερνά τις οριακές τιμές που έχει θεσπίσει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ), οι οποίες είναι πολύ αυστηρότερες από τις αντίστοιχες της ΕΕ. Επιπλέον, όμως, οι πόλεις συχνά αποτυγχάνουν να περιορίσουν τα επίπεδα των λεπτών ατμοσφαιρικών σωματιδίων (ΑΣ10) ακόμα και κάτω από τον ημερήσιο (50 µg/m3 για 35 ημέρες/έτος το ανώτερο) ή τον ετήσιο (40 µg/m3) μέσο όρο των ορίων της ΕΕ. Το 2017, σχεδόν 14% του αστικού πληθυσμού της ΕΕ εκτέθηκε σε επίπεδα όζοντος που ξεπερνούσαν τις οριακές τιμές της ΕΕ, το 17% σε υψηλά επίπεδα ΑΣ10 και άλλο ένα 17% σε βενζο[α]πυρένιο (BaP), ένα προϊόν ατελούς καύσης.

Το τίμημα του μολυσμένου αέρα είναι υψηλό. «Τα ατμοσφαιρικά σωματίδια (και το ΑΣ10 και το ΑΣ2,5), το διοξείδιο του αζώτου (NO2) και το όζον (O3) αποτελούν τους κύριους ρύπους που εξακολουθούν να απασχολούν τις ευρωπαϊκές πόλεις», λέει ο δρ Εβρίμ Οζτούρκ, ειδικός ποιότητας αέρα στην Ευρωπαϊκή Περιβαλλοντική Υπηρεσία. Λέγεται πως η μακροχρόνια έκθεση σε βλαβερούς ρύπους προκαλεί περίπου 400.000 πρόωρους θανάτους ετησίως. Η ζωή υπό συνθήκες ατμοσφαιρικής ρύπανσης έχει συνδεθεί με ένα ευρύ φάσμα ασθενειών, από το άσθμα και άλλες χρόνιες νόσους του αναπνευστικού μέχρι εγκεφαλικά και διάφορες μορφές καρκίνου. Τα προβλήματα υγείας που σχετίζονται με την ατμοσφαιρική ρύπανση υπολογίζεται πως κοστίζουν στους Ευρωπαίους έως και 940 δισ. ευρώ ανά έτος, καθώς οι άνθρωποι χρειάζονται περισσότερη περίθαλψη, παίρνουν περισσότερες άδειες εργασίας ή απλώς δεν είναι σε θέση να εργαστούν. Κατά το πρώτο μισό του 2020, ειδικοί από το κέντρο ερευνών για την ενέργεια και τον καθαρό αέρα εκτιμούν πως οι βλάβες υγείας που οφείλονται στην ατμοσφαιρική ρύπανση κοστίζουν στις πόλεις ανά τον κόσμο ποσά αντίστοιχα του 0,4 με 6% του ετήσιου ΑΕΠ, με το Βερολίνο, το Λονδίνο και το Βουκουρέστι ανάμεσα σε αυτές με το υψηλότερο κατά κεφαλή κόστος.

«Παρότι η βραχυπρόθεσμη βελτίωση που παρατηρήθηκε προσφάτως στην ποιότητα του αέρα θα έχει οπωσδήποτε θετική επίδραση στην υγεία και την ποιότητα ζωής γενικότερα», λέει η δρ Ντορότα Γιαρόσινσκα, διαχειρίστρια του προγράμματος Περιβάλλοντα Διαβίωσης και Εργασίας στο Περιφερειακό Γραφείο για την Ευρώπη του ΠΟΥ, «[…] ο κυριότερος αντίκτυπος στην υγεία αφορά την μακροπρόθεσμη έκθεση. Αξίζει να σημειωθεί πως οποιοδήποτε βραχυπρόθεσμο όφελος έχει προκύψει λόγω της COVID-19 δεν αντικαθιστά σε καμία περίπτωση τις καλά σχεδιασμένες και επίμονες δράσεις που αφορούν στην ποιότητα του αέρα και το κλίμα. Επιπλέον, υπό την πίεση της ταχείας ανάκαμψης της οικονομίας, υπάρχει κίνδυνος χαλάρωσης των περιβαλλοντικών μέτρων προστασίας και, άρα, αύξησης των μακροχρόνιων κινδύνων».

Πηγή: Κέντρο Ερευνών για την Ενέργεια και τον Καθαρό Αέρα - Το ΑΣ2,5 αυξάνει τον κίνδυνο ασθένειας από διάφορες νόσους.

Όμως, η μάχη που δίνει η Ευρώπη ενάντια στην ατμοσφαιρική ρύπανση αποκτά ολοένα περισσότερη απήχηση. «Η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία, στο πλαίσιο της στοχοθεσίας της για μηδενική ρύπανση, θέτει νέες προτεραιότητες για τις πόλεις», λέει ο δρ Οζτούρκ. «Πολιτικοί, μέσα μαζικής ενημέρωσης και πολίτες δείχνουν αυξημένο ενδιαφέρον για θέματα ποιότητας του αέρα, ενώ παρατηρείται άνοδος της δημόσιας υποστήριξης στα σχέδια δράσης».

Ο σχεδιασμός πολιτικών και έργων που θα αποβλέπουν στην καταπολέμηση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης εξαρτάται από τη διαρκή παρακολούθηση της ποιότητας του αέρα των πόλεων. «Στην CAMS, συγκεντρώνουμε παρατηρήσεις από πόλεις, χώρες και όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο, ώστε να παρέχουμε προγνώσεις της ποιότητας του αέρα βάσει δορυφορικών δεδομένων, επίγειων μετρήσεων και αριθμητικών μοντέλων, σχεδόν όπως γίνεται και για τις προγνώσεις καιρού», λέει ο δρ Πεκ. Οι τετραήμερες προγνώσεις προβλέπουν συγκεντρώσεις βασικών ρύπων και αναγνωρίζουν αν παράγονται τοπικά ή αν προέρχονται από άλλα μέρη της Ευρώπης και του κόσμου (βλέπε άνωθι σχήμα). Έτσι, οι αρχές και οι φορείς χάραξης πολιτικής μπορούν να στρέφονται προς τα ακριβή ρυπογόνα αίτια, π.χ. την κυκλοφοριακή κίνηση, τη βιομηχανική δραστηριότητα ή τη σκόνη από την έρημο Σαχάρα. Η εφαρμογή Εργαλειοθήκη Ελέγχου Αέρος αποδεικνύει την αποτελεσματικότητα της λήψης μέτρων κατά της ρύπανσης σε καθημερινή βάση, π.χ. τον βαθμό μείωσης των σωματιδίων που επιφέρει ο περιορισμός της κίνησης σε μία συγκεκριμένη μέρα.

Και οι ειδικοί στον τομέα της υγείας αξιοποιούν τέτοια στοιχεία για την άμβλυνση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης. «Το Περιφερειακό Γραφείο του ΠΟΥ ανέπτυξε εργαλεία, όπως το λογισμικό AirQ+, που παρέχει μετρήσεις των επιπτώσεων στην υγεία από την έκθεση στην ατμοσφαιρική ρύπανση σε εθνική ή και αστική κλίμακα, συμβάλλοντας στη χάραξη πολιτικών και παρεμβάσεων», λέει η δρ Γιαρόσινσκα του ΠΟΥ. «Βοηθάει να εκτιμηθεί το μέγεθος του οφέλους στην υγεία όταν βελτιωθεί η ποιότητα του αέρα. Όλα αυτά προαπαιτούν δεδομένα καλής ποιότητας, και σχετικά με την υγεία και σχετικά με την ποιότητα αέρα. Ο σχεδιασμός και η διατήρηση λειτουργικών συστημάτων παρακολούθησης της ποιότητας του αέρα έχουν μεγάλη σημασία για τις χώρες και τις πόλεις».

Η καταπολέμηση της ρύπανσης μπορεί επίσης να κερδίσει έδαφος και μέσω της παρακολούθησης της ποιότητας του αέρα από τους κατοίκους των πόλεων. «Μελέτη του Κολεγίου Κινγκς στο Λονδίνο δείχνει πως κάθε χρήστης στοιχείων καλής ποιότητας μπορεί να μειώσει την έκθεσή του στην ατμοσφαιρική ρύπανση ως και 50%, κάνοντας μικρές αλλαγές στις καθημερινές του συνήθειες», λέει ο δρ Τάιλερ Νόουλτον της Plume Labs, της γαλλικής εταιρείας που σχεδίασε μια εφαρμογή πρόγνωσης ρύπανσης και ατομικές συσκευές παρακολούθησης της ποιότητας του αέρα, που ενημερώνουν κάθε χρήστη, όπου και αν βρίσκεται, για τις συγκεντρώσεις ρύπων σε πραγματικό χρόνο. Γίνεται χρήση των δεδομένων της CAMS για να εξάγονται «υπερτοπικές» προγνώσεις. «Οι έρευνες έχουν δείξει πως οι άνεμοι, ο καιρός, η υγρασία, η ζέστη, η ατμοσφαιρική πίεση και άλλοι πολλοί παράγοντες δημιουργούν θύλακες καθαρού αέρα και εστίες ρύπανσης στα αστικά περιβάλλοντα», λέει ο δρ Νόουλτον. «Από δρόμο σε δρόμο, παρατηρούνται έως και οκτώ διαφορετικά επίπεδα ατμοσφαιρικής ρύπανσης. Για να είχαμε στη διάθεσή μας πολλούς σταθμούς παρακολούθησης της ποιότητας του αέρα που θα έκαναν τόσο ακριβείς και λεπτομερείς μετρήσεις ρύπανσης, θα απαιτούνταν αστρονομικά ποσά. Η πρόσβαση σε ατομικά δεδομένα ρύπανσης πραγματικού χρόνου μπορεί να παίξει σημαντικότατο ρόλο».

Στο Ελσίνκι, συλλέγονται δεδομένα ποιότητας του αέρα από δίκτυα της πόλης αλλά και από πολίτες που φέρουν κινητούς αισθητήρες συγκέντρωσης δεδομένων. Έτσι, εξασφαλίζονται πιο ακριβή στοιχεία για τις εστίες ρύπανσης και ενθαρρύνεται η ανάπτυξη βιώσιμων συμπεριφορών. Το πρόγραμμα HOPE «στοχεύει στη διάθεση εύληπτης και βασικής πληροφόρησης για την ποιότητα του αέρα και της επίδρασής της στους πολίτες, στρέφοντας την προσοχή του στις δυνατότητες των πολιτών να βελτιώσουν την ποιότητα του αέρα σε τοπικό επίπεδο, μέσα από τις ίδιες τους τις πράξεις», λέει ο δρ Γιούσι Κουλόνπαλο, υπεύθυνος διαχείρισης του HOPE. Αυτό μπορεί να σημαίνει «μειωμένη χρήση των Ι.Χ., αυξημένη χρήση ποδηλάτων και περισσότερο περπάτημα, αγορά ηλεκτρικών ή υβριδικών αυτοκινήτων αντί για αυτά που καταναλώνουν ντίζελ και βενζίνη, λιγότερη καύση ξυλείας, αγορά νέων, πιο αποδοτικών τζακιών», εξηγεί ο δρ Κουλόνπαλο.

Στη Σαραγόσα, το Σαντιάγκο ντε Κομποστέλα, τη Φλωρεντία, τη Μοντένα, το Λιβόρνο και την Πίζα, τα δεδομένα οδικής κυκλοφορίας αντιπαραβάλλονται με τις προγνώσεις καιρού και τα επίπεδα ρύπανσης σε μια προσπάθεια να μειωθεί η μόλυνση του αέρα από τις οδικές μετακινήσεις. Στο πλαίσιο του προγράμματος TRAFAIR, διάσπαρτα στις πόλεις δίκτυα αισθητήρων χαμηλού κόστους εντοπίζουν αέριους ρύπους, ενώ για τις προγνώσεις ποιότητας του αέρα χρησιμοποιούνται μοντέλα κυκλοφοριακής ροής και διασποράς ρύπων.

Το Λονδίνο προσεγγίζει έξυπνα τη λύση στο πρόβλημα της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, δαπανώντας περί τα 4,1 δισ. ευρώ ετησίως. Το πρόγραμμα Breathe London στοχεύει στη μέτρηση της μόλυνσης του αέρα σε πρωτοφανή κλίμακα· μετρά την ατμοσφαιρική ρύπανση σε πραγματικό χρόνο μέσω 100 αισθητήρων τοποθετημένων σε φανοστάτες και κτήρια της μητροπολιτικής περιοχής, μέσω εξοπλισμένων με αισθητήρες αυτοκινήτων του Google Street View που διέρχονται από κομβικά σημεία της πόλης κάνοντας μετρήσεις ακρίβειας δευτερολέπτου, αλλά και μέσω αισθητήρων που φέρουν οι απλοί άνθρωποι στις καθημερινές τους μετακινήσεις.

Μολονότι δεν καταπιάνονται με την ποιότητα του αέρα, μερικές επιχειρήσεις ενισχύουν την προσπάθεια παρακολούθησης της ρύπανσης των πόλεων. Εντός των επόμενων δύο ετών, το δίκτυο διανομής δεμάτων DPD σχεδιάζει να παρέχει μετρήσεις σε πραγματικό χρόνο του ΑΣ2,5 σε 20 ευρωπαϊκές πόλεις, εξοπλίζοντας τον στόλο και τα σημεία διανομής του με κινητούς λέιζερ αισθητήρες που συλλέγουν δεδομένα για ρύπους σε επίπεδο αναπνοής ανά 12 δευτερόλεπτα.

© Getty Images

Οι πόλεις που επιλέγουν να βελτιώσουν την ποιότητα του αέρα βρίσκουν εύκολες λύσεις προάγοντας τις πιο φιλικές προς το περιβάλλον μεταφορές και διαμορφώνουν ζώνες μεταφοράς χαμηλών εκπομπών ρύπων και απόδοσης τελών συμφόρησης. Όμως, για τη μείωση των ρύπων πολλά υποσχόμενη είναι και η χρήση προηγμένων οικοδομικών υλικών. Η προσθήκη διοξειδίου του τιτανίου στο τσιμέντο, ισχυρίζονται ειδικοί του προγράμματος LIGHT2CAT, δημιουργεί ευαισθησία στο φως σε κτήρια και σε άλλες κατασκευές· καθώς το τιτάνιο απορροφά το φως του ήλιου, προκύπτουν χημικές αντιδράσεις που εξουδετερώνουν τα βλαβερά σωματίδια που αιωρούνται στον αέρα. Επίσης, το οξείδιο του τιτανίου είναι βασικό συστατικό των βαφών τοίχου της Airlite, μιας ιταλικής πατέντας που υπόσχεται ότι μειώνει το υποξείδιο του αζώτου, το οξείδιο του θείου, την αμμωνία και το μονοξείδιο του άνθρακα τόσο σε εσωτερικούς όσο και σε εξωτερικούς χώρους.

Επιπλέον, εγείρονται ανησυχίες για τις μελλοντικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην Ευρώπη όσον αφορά την τοπική ατμοσφαιρική ρύπανση. Έρευνα έδειξε ότι οι ανοδικές εμφανίσεις καύσωνα μπορεί να προκαλέσουν αύξηση των συγκεντρώσεων τροποσφαιρικού όζοντος, και αυτό θα έχει αρνητική επίδραση στην ανθρώπινη υγεία. Όπως φάνηκε από την κατάσταση στην Ευρώπη κατά την τελευταία εικοσαετία, ένας καύσωνας συνοδεύεται από ανέμους χαμηλής ταχύτητας και υψηλές θερμοκρασίες, που ευνοούν τον σχηματισμό όζοντος και συγκρατούν τους ρύπους στην ατμόσφαιρα για περισσότερο διάστημα.

«Η βελτίωση της ποιότητας του αέρα σημαίνει και βελτίωση της καρδιοαγγειακής και αναπνευστικής υγείας των ανθρώπων, τόσο μακροπρόθεσμα όσο και βραχυπρόθεσμα», εξηγεί η δρ Γιαρόσινσκα του ΠΟΥ. «Η μείωση των ρύπων στον αέρα που αναπνέουμε σε εξωτερικούς χώρους συνεπάγεται μείωση του διοξειδίου του άνθρακα (CO2) και των βραχύβιων κλιματικών ρύπων, όπως ο μαύρος άνθρακας και το μεθάνιο. Συνεπώς, μετριάζεται και η κλιματική αλλαγή βραχυπρόθεσμα αλλά και μακροπρόθεσμα».

«Απαιτείται ένας συνδυασμός πολιτικών που στοχεύουν στην ατμοσφαιρική ρύπανση και στα αέρια του θερμοκηπίου», λέει ο δρ Πεκ. Μια προηγούμενη έρευνα έχει δείξει ότι τα οφέλη από πολιτικές που ελαττώνουν τις εκπομπές CO2 και τα ρυπογόνα ΑΣ, μεμονωμένα ή συνδυαστικά, ξεπερνούν κατά πολύ το κόστος της λήψης μέτρων. Έδειξε επίσης πως ο συνδυασμός μέτρων άμβλυνσης της ατμοσφαιρικής ρύπανσης και της κλιματικής αλλαγής μπορεί να μειώσει τις εκπομπές CO2 επιπλέον κατά 15% στη δυτική Ευρώπη, συγκριτικά με μεμονωμένες στρατηγικές.

«Οι προσπάθειες πρέπει να συνεχιστούν», λέει ο δρ Πεκ. «Υπό το βάρος της κλιματικής αλλαγής, η ταυτόχρονη καταπολέμηση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης και των αερίων του θερμοκηπίου είναι εφικτή. Το κέρδος θα είναι διπλό και η ανθρώπινη υγεία θα ωφεληθεί άμεσα».