Αυτό το περιεχόμενο δεν είναι διαθέσιμο στην περιοχή σας
Περιεχόμενο συνεργασίας
Το "Περιεχόμενο συνεργατών" χρησιμοποιείται για να περιγράψει το επώνυμο περιεχόμενο που πληρώνεται και ελέγχεται από τον διαφημιζόμενο και όχι από τη συντακτική ομάδα του Euronews. Το περιεχόμενο αυτό παράγεται από εμπορικά τμήματα και δεν εμπλέκεται το συντακτικό προσωπικό ή οι δημοσιογράφοι ειδήσεων του Euronews.Ο συνεργάτης που χρηματοδοτεί, έχει τον έλεγχο των θεμάτων, του περιεχομένου και της τελικής έγκρισης σε συνεργασία με το εμπορικό τμήμα παραγωγής του Euronews.
Copernicus

Τα κλιματικά δεδομένα σε κομβικό πλέον ρόλο στη λήψη οικονομικών αποφάσεων

Τα κλιματικά δεδομένα σε κομβικό πλέον ρόλο στη λήψη οικονομικών αποφάσεων
Πνευματικά Δικαιώματα  Getty Images

Όσο το κλίμα αλλάζει, ο τομέας της οικονομίας θα χρειάζεται όσο ποτέ άλλοτε δεδομένα, προγνώσεις και προβλέψεις ακριβείας για την αξιολόγηση των επενδυτικών ρίσκων και την αναγνώριση των ευκαιριών. Η συνδρομή αξιόπιστων στοιχείων θα επιταχύνει τη μετάβαση σε μια παγκόσμια οικονομία ανθεκτική στην κλιματική αλλαγή.

Τα τελευταία χρόνια, ο τομέας της οικονομίας πιέζεται να συμβάλει στην κλιματική προσαρμογή, να προχωρήσει σε ενέργειες εξομάλυνσης και να λάβει πιο οικολογικές επενδυτικές αποφάσεις. Τώρα που το ζήτημα της πράσινης ανάκαμψης μετά το πέρας της πανδημίας είναι μείζον για τον κόσμο, οι προσδοκίες για μεγαλύτερη διαφάνεια στις οικολογικές ενέργειες τραπεζών και επενδυτών έχουν αυξηθεί.

Ο περιορισμός της επικίνδυνης υπερθέρμανσης σε λιγότερο από ενάμιση βαθμό Κελσίου και οι μηδενικές εκπομπές έως το 2050 προϋποθέτουν δαπάνες που εκτείνονται σε βάθος χρόνου. Σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη, πρέπει να επενδυθούν ποσά μεταξύ των πέντε και επτά τρισεκατομμυρίων δολαρίων ανά έτος σε διεθνές επίπεδο, προκειμένου να επιτευχθούν οι Στόχοι για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη (ΣΒΑ) ώστε να αντιμετωπιστούν παγκόσμια προβλήματα, όπως η κλιματική αλλαγή ─ εκτίμηση που απέχει από την ετήσια δαπάνη των τριών τρισεκατομμυρίων δολαρίων που πρόσφατα συζητήθηκε. Ωστόσο, οι οικονομικοί οργανισμοί «πρέπει να ανταποκριθούν στο γεγονός ότι οι κλιματικοί κίνδυνοι είναι πλέον και οικονομικοί», είπε στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ που έγινε τον Ιανουάριο στο Νταβός ο Φίλιπ Χίλντεμπραντ, αντιπρόεδρος της BlackRock, μιας από τις παγκοσμίως μεγαλύτερες εταιρείες διαχείρισης επενδύσεων.

Η ενίσχυση των επενδύσεων σε προγράμματα και παραγωγικούς τομείς χαμηλών εκπομπών άνθρακα μπορεί να οδηγήσει στην καθιέρωση της απανθρακοποίησης και να αποτρέψει την ανάπτυξη τομέων υψηλών εκπομπών. Όμως, για να καθαρίσει το χαρτοφυλάκιό του, ο οικονομικός τομέας πρέπει να γνωρίζει καλύτερα πώς επηρεάζονται τα τρέχοντα και τα μελλοντικά περιουσιακά στοιχεία του από την κλιματική αλλαγή, αλλά και πώς θα μειώσει τον περιβαλλοντικό του αντίκτυπο. Άρα, η εξοικείωση με τα κλιματικά δεδομένα είναι μέρος της διαδικασίας αυτής.

«Όταν γίνεται λόγος για πράσινη οικονομία, μεγάλο μέρος αφορά τη μείωση των εκπομπών CO2, τις επενδύσεις σε πράσινη τεχνολογία και τις αποεπενδύσεις σε τεχνολογίες που βασίζονται σε ρυπογόνες πηγές», λέει ο Χαρίλαος Λούκος, ιδρυτής του Εργοστασίου Κλιματικών Δεδομένων, ενός διαδικτυακού παρόχου έτοιμων προς χρήση κλιματικών δεδομένων. «Ένα άλλο μέρος αφορά την προσαρμογή· πώς μπορεί η οικονομία να συμβάλει ώστε να γίνουν οι κοινωνίες μας πιο ανθεκτικές, πώς χρηματοδοτούνται τα προγράμματα προσαρμογής κ.λπ.» Είτε οι οικονομικοί οργανισμοί κάνουν το ένα, είτε κάνουν το άλλο, ή και τα δύο μαζί, η αξιολόγηση των οικονομικών κινδύνων λόγω του κλίματος είναι κεφαλαιώδους σημασίας.

© Getty Images
Copernicus© Getty Images

Κλιματικά δεδομένα: παράγοντας-κλειδί για την εκτίμηση των οικονομικών κινδύνων

Ο τομέας της οικονομίας πλέον στρέφει την προσοχή του σε δύο κύρια είδη κλιματικών οικονομικών κινδύνων: τους μεταβατικούς και τους φυσικούς. Οι μεταβατικοί κίνδυνοι είναι αποτέλεσμα αλλαγών στην κοινωνία και στις επιχειρήσεις κατά την προσαρμογή στις οικονομικές δραστηριότητες χαμηλών εκπομπών. Οι φυσικοί κίνδυνοι αφορούν τις επιπτώσεις των μελλοντικών κλιματικών συνθηκών και του οικονομικού τους αντίκτυπου. «Είναι οι δύο όψεις του νομίσματος», λέει ο Ρομέν Ιμπέρ, διαχειριστής έργων που ασχολείται με την ένταξη των φυσικών κλιματικών κινδύνων στην οικονομία για το Ινστιτούτο Κλιματικής Οικονομίας (I4CE), ένα κέντρο μελετών με έδρα στο Παρίσι, που υποστηρίζει δράσεις σχετικά με την κλιματική αλλαγή. «Και στις δύο περιπτώσεις, οι τράπεζες, οι επενδυτές, οι διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων και οι ασφαλιστικές εταιρείες οφείλουν να γνωρίζουν πώς αυτά τα προβλήματα που συνδέονται με το κλίμα θα επηρεάσουν τους ανθρώπους, τις εταιρείες ή τις κυβερνήσεις, καθώς και τη δυνατότητά τους να αποπληρώνουν δάνεια, να εξασφαλίζουν οικονομικές αποδόσεις σε επενδυτές ή να διεκδικούν μεγαλύτερες αποζημιώσεις».

«Ενδέχεται να υπάρξουν άμεσοι κίνδυνοι για τους ανθρώπους, τα οικοσυστήματα και τις υποδομές ή έμμεσοι κίνδυνοι για την εφοδιαστική αλυσίδα τους», λέει η δρ Σαμάνθα Μπέρτζες, αναπληρώτρια διευθύντρια της Υπηρεσίας για την Κλιματική Αλλαγή του Κοπέρνικου (C3S). Οι κίνδυνοι έγκεινται σε ακραία φαινόμενα, όπως σφοδρές βροχοπτώσεις, πλημμύρες, καύσωνες, κύματα θυέλλης ή ανομβρίες, αλλά και σε μακροπρόθεσμες αλλαγές στο κλίμα. Σε γενικές γραμμές, η συνολική αξία των περιουσιακών στοιχείων που είναι εκτεθειμένα σε σχετικούς με την κλιματική αλλαγή κινδύνους εκτιμάται ότι θα ανέλθει στα 43 τρισεκατομμύρια δολάρια έως το 2100, σύμφωνα με το Economist Intelligence Unit. «Δυστυχώς, ο οικονομικός αντίκτυπος της κλιματικής αλλαγής δεν έχει εκτιμηθεί, υπολογιστεί, αναλυθεί και δημοσιοποιηθεί δεόντως. Η ανάπτυξη βέλτιστων προτύπων χρήσης των κλιματικών δεδομένων για την εκτίμηση τρεχόντων και δυνητικών κινδύνων είναι εξαιρετικά σημαντική για τη διασφάλιση ανθεκτικών επενδύσεων στο μέλλον», προσθέτει η δρ Μπέρτζες.

Λίγα χρόνια πριν, η οικονομία θεωρούσε πολύ μακρινή την κλιματική αλλαγή ώστε να συνυπολογίζεται κατά τη λήψη αποφάσεων. Όμως, ολοένα πληθαίνουν οι παραινέσεις προς τον οικονομικό τομέα για διαφάνεια ως προς τους κλιματικούς κινδύνους. Tο Κλιμάκιο Οικονομικών Γνωστοποιήσεων για το Κλίμα (TCFD), που συστήθηκε το 2015, προτείνει στις εταιρείες να κοινοποιούν ποιοι είναι οι οικονομικοί κίνδυνοι που συνδέονται με το κλίμα και τις επηρεάζουν. Οι προτάσεις του Κλιμακίου προς τις εταιρείες, τις τράπεζες και τους επενδυτές μπορούν να βοηθήσουν θεσμούς και οργανισμούς στη λήψη αποφάσεων για θέματα διοίκησης, σχεδιασμού, διαχείρισης κινδύνων, εκτιμήσεων και στοχοθεσίας.

Μολονότι το Κλιμάκιο δεν επιβάλλει στις εταιρείες να δηλώνουν τους κλιματικούς κινδύνους, η δρ Μπέρτζες της C3S θεωρεί ότι σταδιακά θα καθιερωθεί η αποδελτίωση των κινδύνων που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις ένεκα της κλιματικής αλλαγής. Για την αξιολόγηση των κινδύνων αυτών, ωστόσο, προϋποτίθεται ότι ο τομέας της οικονομίας θα στρέψει την προσοχή του σε πολυσύνθετα κλιματικά στοιχεία, κάτι που έως τώρα, με εξαίρεση τις ασφαλιστικές, δεν φαίνεται να εμπίπτει στα ενδιαφέροντα του τομέα.

Πηγή: Υπηρεσία Κοπέρνικος για την Κλιματική Αλλαγή/ ECMWF
Μονάδα αποθήκευσης ηλεκτρονικών δεδομένων του Ευρωπαϊκού Κέντρου Μεσοπρόθεσμων Μετεωρολογικών Προγνώσεων (ECMWF).Πηγή: Υπηρεσία Κοπέρνικος για την Κλιματική Αλλαγή/ ECMWF

Εργαλεία του Κοπέρνικου και του Εργοστασίου Κλιματικών Δεδομένων στη διάθεση οικονομικών οργανισμών

«Η πρόσβαση στα δεδομένα δεν είναι εύκολη υπόθεση», λέει ο Λούκος, ιδρυτής του Εργοστασίου Κλιματικών Δεδομένων. «Η συνεργασία μας με τη C3S στοχεύει στην κάλυψη των αναγκών του τομέα της οικονομίας με τα διαθέσιμα δεδομένα». Το πιλοτικό πρόγραμμα του Εργοστασίου Κλιματικών Δεδομένων και της C3S καταρτίζει ένα σύνολο δεδομένων για τις κλιματικές απειλές που βοηθά τους παράγοντες της οικονομίας να αξιολογούν τους φυσικούς κλιματικούς κινδύνους σύμφωνα με τις προτάσεις του TCFD. Το πρόγραμμα, που συζητήθηκε λεπτομερώς σε ένα πρόσφατο διαδικτυακό σεμινάριο, χρησιμοποιεί κλιματικά δεδομένα από την Αποθήκη Κλιματικών Δεδομένων της C3S και βοηθά τις εταιρείες να κατανοήσουν τα διάφορα κλιματικά σενάρια και την αβεβαιότητα των κλιματικών μοντέλων. Επιπλέον, προσπαθεί να διαθέσει στις εταιρείες συγκρίσιμα δεδομένα από όλο τον κόσμο. «Για παράδειγμα, η Ολλανδία διαθέτει πλημμυρικά δεδομένα υψηλής ευκρίνειας, αλλά μια μεγάλη εταιρεία με εγκαταστάσεις στην Ολλανδία και σε άλλες περιοχές έχει στη διάθεσή της δεδομένα άλλου τύπου», εξηγεί ο Λούκος. «Προσπαθούμε να παρέχουμε δεδομένα και μια παγκόσμια θεώρηση που να απευθύνονται σε πληθώρα περιοχών».

Οι αξιολογήσεις παρακωλύονται από πολλά είδη αβεβαιότητας. «Μια αβεβαιότητα αφορά το σενάριο μελλοντικών εκπομπών που χρησιμοποιείται», εξηγεί ο Λούκος, «το καθιερωμένο ή αυτό που συμμορφώνεται με τη Συμφωνία του Παρισιού;» Επίσης, υπάρχει μια αβεβαιότητα σχετικά με την εξέλιξη του κλίματος για κάθε σενάριο. Το πιλοτικό πρόγραμμα της C3S κάνει χρήση πολλαπλών κλιματικών μοντέλων για το εκάστοτε σενάριο και παρέχει πιο σφαιρική πληροφόρηση για τους μελλοντικούς κλιματικούς κινδύνους. Ως εκ τούτου, είναι εφικτό να αξιολογηθεί αυτό το είδος αβεβαιότητας.

Στο πλαίσιο του προγράμματος ClimINVEST, επενδυτές και κλιματολόγοι συνεργάζονται για την ανάπτυξη μεθόδων υπολογισμού των κινδύνων που απορρέουν από τις κλιματικές απειλές, τα εκτεθειμένα περιουσιακά στοιχεία και τα χαρακτηριστικά ευπάθειας. Παράλληλα, εξετάζουν τους παράγοντες που επηρεάζουν τις εταιρείες, τόσο τους φυσικούς όσο και τους οικονομικούς. «Κατ’ αυτόν τον τρόπο, χτίζεται αμοιβαία κατανόηση μεταξύ των ειδικών του κλίματος και των οικονομικών παραγόντων ως προς την παραγωγική ικανότητα και τις ανάγκες τους, ενώ παράλληλα βάζουν σε σειρά τις προτεραιότητές τους», λέει ο δρ Ιμπέρ, που συνεργάζεται με το ClimINVEST για το Ινστιτούτο Κλιματικής Οικονομίας.

© Getty Images
Copernicus© Getty Images

Στο μέλλον είναι πιθανό οικονομικά και περιβαλλοντικά οφέλη να συμπλέουν

Παρ’ όλα αυτά, η οικονομική διαχείριση των κλιματικών κινδύνων δεν είναι ένα και το αυτό με τη μείωση του περιβαλλοντικού αντίκτυπου. «Με άλλα λόγια», εξηγεί ο Ρέμκο Φίσερ, στέλεχος του προγράμματος για την κλιματική αλλαγή της Χρηματοδοτικής Πρωτοβουλίας των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον (UNEP-FI), «ένας επενδυτής που αντεπεξέρχεται στους σχετικούς με το κλίμα κινδύνους δεν είναι αυτονόητο πως κάνει πράσινη διαχείριση, καθότι τα μέτρα που λαμβάνει μπορεί να μη συνεισφέρουν στη μείωση των εκπομπών.

Η UNEP-FI συγκαταλέγεται στους οργανισμούς που στηρίζει τον οικονομικό τομέα στην εφαρμογή των προτάσεων του Κλιμάκιου Οικονομικών Γνωστοποιήσεων για το Κλίμα (TCFD). «Για εμάς όμως, το TCFD είναι μόνο η αρχή», λέει ο Φίσερ. «Πρέπει να πείσουμε τις τράπεζες να θέτουν περιβαλλοντικούς στόχους στο σύνολο του χαρτοφυλακίου τους». Προσθέτει ότι κάτι τέτοιο θα ήταν αδιανόητο πριν από πέντε έτη, όμως οι ολοένα αυξανόμενες ανησυχίες που προκαλεί η κλιματική αλλαγή δίνουν ώθηση στον τομέα της οικονομίας για να συμπλεύσει.

Και, πράγματι, έτσι γίνεται. Μέχρι στιγμής, στο πλαίσιο του Συνασπισμού Ιδιοκτητών Επιχειρήσεων με Στόχο Μηδενικές Εκπομπές που έχει συγκληθεί από τα Ηνωμένα Έθνη, 33 θεσμικοί επενδυτές με περιουσιακά στοιχεία αξίας 5,1 τρισεκατομμυρίων δολαρίων έχουν δεσμευτεί ότι το επενδυτικό χαρτοφυλάκιό τους θα μεταβεί σε μηδενικές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου έως το 2050. Επιπλέον, η έκθεση του TCFD για το 2020 δείχνει ότι οι μισές και πλέον από τις εκατό μεγαλύτερες εταιρείες δημοσίου συμφέροντος του κόσμου στηρίζουν το Κλιμάκιο και συμμορφώνονται με τις οδηγίες του. Ταυτόχρονα όμως, δείχνει πως οι δημοσιοποιήσεις σχετικά με τους κλιματικούς κινδύνους προχωρούν πολύ αργά ακόμη, σημειώνοντας αύξηση της τάξης του έξι τοις εκατό μόλις, εντός του διαστήματος 2017-2019.

Η οδηγία που εξέδωσε η ΕΕ το 2019 για μη οικονομικά στοιχεία αξιώνει από τον οικονομικό τομέα να κοινοποιεί την πολιτική του για την προστασία του περιβάλλοντος. Όμως, ο Φίσερ θα ήθελε την υποχρεωτική γνωστοποίηση των οικονομικών στοιχείων που συνδέονται με το κλίμα να συνοδεύεται από δημοσιοποίηση του περιβαλλοντικού αντίκτυπου. Θα ήθελε, επίσης, οι στόχοι των εταιρειών για μείωση των εκπομπών να βασίζονται σε επιστημονικά δεδομένα. «Οι στόχοι που τίθενται θα έπρεπε να συνάδουν με όσα λέει η επιστήμη πως πρέπει να συμβούν σε οικονομικό επίπεδο: σε τι ποσοστά μειώσεων οφείλει να προχωρήσει κάθε τομέας και, εντός αυτών, τι ποσοστό αντιστοιχεί σε κάθε εταιρεία».

Εν κατακλείδι, η κίνηση της Νέας Ζηλανδίας να καταστήσει υποχρεωτική τη δημοσιοποίηση κλιματικών στοιχείων ενδέχεται να λειτουργήσει ως παράδειγμα προς μίμηση και για άλλες χώρες, όπως δηλώνει η δρ Μπέρτζες της C3S. Και σε αυτήν την περίπτωση, είναι ζωτικής σημασίας να έχουμε στη διάθεσή μας αξιόπιστα και εξακριβώσιμα κλιματικά δεδομένα.