Διαφορετικοί εθνικοί κανόνες και συστήματα για τις μεταφορές, την ενέργεια, την τεχνολογία και τις δεξιότητες φρενάρουν τις επενδύσεις σε όλη την Ευρώπη, σύμφωνα με νέα μελέτη.
Η δυσκολία της Ευρώπης να αξιοποιήσει τα επιτυχημένα εθνικά μοντέλα σε διασυνοριακό επίπεδο ενδέχεται να της κοστίζει τουλάχιστον 120 δισ. ευρώ τον χρόνο σε ανεκμετάλλευτες επενδύσεις.
Αυτό εκτιμά η ιταλική δεξαμενή σκέψης The European House–Ambrosetti (TEHA), σε μελέτη που εκπόνησε σε συνεργασία με την Amazon.
Η μελέτη, που δόθηκε στη δημοσιότητα την Πέμπτη, αναλύει επιτυχημένα εθνικά παραδείγματα σε ευρύ φάσμα κλάδων – από τα σιδηροδρομικά δίκτυα και την τεχνητή νοημοσύνη μέχρι την ενέργεια και την «έξυπνη» ρύθμιση – και υποστηρίζει ότι η Ευρώπη δεν χρειάζεται να αντιγράψει ξένα μοντέλα, αλλά να ενσωματώσει τα πιο προηγμένα παραδείγματα σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
«Η Ευρώπη δεν χρειάζεται να ψάξει αλλού για απαντήσεις. Ορισμένα από τα πιο ελκυστικά επενδυτικά μοντέλα λειτουργούν ήδη εντός της ΕΕ. Απλώς δεν έχουν συνδεθεί ή κλιμακωθεί», ανέφερε σε ανακοίνωση ο ανώτερος σύμβουλος της TEHA και συντάκτης της μελέτης Diego Begnozzi.
Ωστόσο, η εκτίμηση των 120 δισ. ευρώ μπορεί να είναι ακόμη υψηλότερη, καθώς αφορά μόνο πρόσθετες άμεσες επενδύσεις. Δεν συμπεριλαμβάνει τυχόν ευρύτερα οικονομικά οφέλη, αναφέρει η έκθεση.
Σύμφωνα με έκθεση για την ανταγωνιστικότητα του 2024, με επικεφαλής τον πρώην πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Μάριο Ντράγκι, η Ευρώπη χρειάζεται μεταξύ 750 και 800 δισ. ευρώ επιπλέον ετήσιων επενδύσεων για να παραμείνει ανταγωνιστική στην παγκόσμια οικονομία.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επεξεργάζεται τις συστάσεις της έκθεσης Ντράγκι και μιας ξεχωριστής έκθεσης του πρώην Ιταλού πρωθυπουργού Ενρίκο Λέτα για την ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς της ΕΕ. Και οι δύο ζητούν αλλαγές που θα διευκολύνουν τις επιχειρήσεις να δραστηριοποιούνται πέρα από τα εθνικά σύνορα.
Πού εντοπίζονται οι απώλειες
Η μελέτη υπολογίζει πόσες επιπλέον επενδύσεις θα μπορούσε να προσελκύσει η Ευρώπη αν οι εθνικές αγορές ήταν καλύτερα διασυνδεδεμένες.
Καθώς το υψηλό ενεργειακό κόστος απειλεί ολοένα περισσότερο την παραγωγή της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, η έκθεση αναφέρει: «Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις πλήρωσαν περίπου 2,8 φορές περισσότερο για ηλεκτρική ενέργεια από τις αμερικανικές επιχειρήσεις στο πρώτο τρίμηνο του 2025, ενώ η μεγαλύτερη ενσωμάτωση των εθνικών ενεργειακών συστημάτων στην Ενιαία Αγορά θα μπορούσε να δημιουργήσει έως και 43 δισ. ευρώ ετησίως έως το 2030».
Για τις μεταφορές, σημειώνει ότι «οι διασυνοριακές σιδηροδρομικές υπηρεσίες είναι κατά 23,4% πιο αργές από συγκρίσιμες εσωτερικές διαδρομές, παρά το γεγονός ότι έχουν περάσει σχεδόν 40 χρόνια από την έναρξη της απελευθέρωσης των σιδηροδρόμων, κάτι που περιορίζει την αξία της φυσικής υποδομής της Ενιαίας Αγοράς».
Εντοπίζει αντίστοιχα εμπόδια στην τεχνητή νοημοσύνη, την ψηφιακή υποδομή, τους φορολογικούς κανόνες, την εκπαίδευση, την αγορά εργασίας και το δικαστικό σύστημα.
Ένας λόγος, σύμφωνα με την έκθεση, είναι ότι οι εθνικές κυβερνήσεις έχουν περιορισμένα κίνητρα να χρηματοδοτούν έργα που ωφελούν και άλλες χώρες. Ο προϋπολογισμός της ΕΕ είναι πολύ μικρότερος από το άθροισμα των εθνικών προϋπολογισμών, γεγονός που περιορίζει τις δυνατότητές του για διασυνοριακή χρηματοδότηση.
Ο προϋπολογισμός της ΕΕ αντιστοιχεί σήμερα περίπου στο 1% του ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος της Ένωσης, ποσοστό που οι συντάκτες της μελέτης θεωρούν υπερβολικά χαμηλό για να στηρίξει μεγάλες διασυνοριακές επενδύσεις.
Η μελέτη συγκρίνει δαπάνες 170,5 δισ. ευρώ από τον προϋπολογισμό της ΕΕ με 8.856,8 δισ. ευρώ που δαπάνησαν τα κράτη μέλη το 2024. Υποστηρίζει ότι αυτό αφήνει περιορισμένα περιθώρια στην ΕΕ να αντισταθμίσει την έλλειψη εθνικών επενδύσεων σε έργα που θα ωφελούσαν περισσότερες χώρες.
Τι κάνουν οι Βρυξέλλες
Η ΕΕ επεξεργάζεται αλλαγές στους κανόνες των κεφαλαιαγορών και μέτρα στήριξης της βιομηχανίας. Έχει επίσης προτείνει την πρωτοβουλία EU Inc., ένα σύνολο κοινών κανόνων που σκοπό έχει να διευκολύνει την ίδρυση και την ανάπτυξη επιχειρήσεων σε όλη την Ένωση. Η Επιτροπή έχει ζητήσει να υπάρξει συμφωνία για το EU Inc. έως το τέλος του 2026.
Δύο χρόνια μετά τη δημοσίευση της έκθεσης Ντράγκι, η Joint European Disruptive Initiative (JEDI Draghi Tracker) αναφέρει ότι η Ευρώπη υπολείπεται στην εφαρμογή της ατζέντας του, καθώς οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής κινούνται υπερβολικά αργά για να εγκρίνουν και να υλοποιήσουν τη νομοθεσία.