Η Ουγγαρία έχει ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, αλλά η εφαρμογή στη χώρα ακόμη ετοιμάζεται. Η Λάουρα Κοντρούτσα Κοβέσι είπε στη Βουδαπέστη ότι το ουγγρικό γραφείο θα ανοίξει το καλοκαίρι του 2027.
Δέκα εισαγγελείς θα μπορούν στο εξής να ερευνούν στην Ουγγαρία τις υποθέσεις απάτης και διαφθοράς που συνδέονται με τα ευρωπαϊκά κονδύλια, στο ουγγρικό γραφείο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, το οποίο, σύμφωνα με την ευρωπαία γενική εισαγγελέα Λάουρα Κοντρούτσα Κοβέσι, αναμένεται να ανοίξει μέχρι το επόμενο καλοκαίρι.
Τις τοπικές έρευνες θα διενεργούν Ούγγροι εισαγγελείς, ως εντεταλμένοι εισαγγελείς της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, οι οποίοι γνωρίζουν και εφαρμόζουν το ουγγρικό δίκαιο, αλλά σε αυτές τις υποθέσεις θα εργάζονται υπό την καθοδήγηση και την εποπτεία της έδρας της EPPO στο Λουξεμβούργο. Δεν επιτρέπεται να δέχονται οδηγίες από τις ουγγρικές αρχές.
Την Τρίτη η ευρωπαία γενική εισαγγελέας είχε συναντήσεις στο Υπουργείο Δικαιοσύνης με την υπουργό Δικαιοσύνης Γκεργκ Μάρτα, τον υπουργό Οικονομικών Άντρας Κάρμαν, τον υπουργό Εσωτερικών Γκάμπορ Πόσφαϊ και τον αναπληρωτή γενικό εισαγγελέα Ίστβαν Λάιταρ. Σύμφωνα με την ενημέρωση του υπουργείου, εξετάστηκαν οι νομοθετικές και θεσμικές ενέργειες που απαιτούνται για τη λειτουργία της υπηρεσίας στην Ουγγαρία.
Για την επιλογή της ευρωπαίας εισαγγελέως και των εντεταλμένων ευρωπαίων εισαγγελέων πρέπει ακόμη να τροποποιηθούν τρεις εθνικοί νόμοι. Το νομοσχέδιο που θα ρυθμίζει αυτά τα ζητήματα θα φτάσει στη Βουλή μέσα στη χρονιά. Η σημαντικότερη συνέπεια της συμμετοχής είναι ότι η διερεύνηση τέτοιων υποθέσεων και η άσκηση δίωξης δεν θα εξαρτώνται πλέον αποκλειστικά από τις αποφάσεις της εγχώριας εισαγγελικής αρχής. Οι εισαγγελείς της EPPO δεν μπορούν να δέχονται οδηγίες από εθνικές κυβερνήσεις ή άλλες αρχές εκτός του οργανισμού.
Το έργο των εντεταλμένων εισαγγελέων που υπηρετούν επιτόπου εποπτεύεται από την έδρα στο Λουξεμβούργο· τις κρίσιμες αποφάσεις σε κάθε υπόθεση, συμπεριλαμβανομένης της άσκησης δίωξης ή της αρχειοθέτησης, τις ελέγχουν μόνιμα συμβούλια με διεθνή σύνθεση. Η πρακτική σημασία αυτού μπορεί να φανεί με ένα υποθετικό παράδειγμα δημόσιας σύμβασης. Αν το κόστος μιας εγκατάστασης που χρηματοδοτείται από ευρωπαϊκή επιχορήγηση διογκώνεται με πλαστά τιμολόγια και μέρος των χρημάτων επιστρέφεται ως μίζα, οι ευρωπαίοι εισαγγελείς μπορούν να ερευνήσουν τόσο την απάτη όσο και τη δωροδοκία και τυχόν ξέπλυμα χρήματος. Σύμφωνα με παράδειγμα της ίδιας της υπηρεσίας, ένα ακίνητο που αγοράστηκε από μίζα για επιδοτούμενη επένδυση μπορεί επίσης να αποτελέσει αντικείμενο της έρευνας. Έτσι μπορούν να παρακολουθήσουν τη διαδρομή του χρήματος από τη χορήγηση της ενίσχυσης μέχρι την απόκρυψη της περιουσίας.
Η EPPO κάνει περισσότερα από την OLAF
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία συγχέεται συχνά με την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης, την OLAF. Η βασική διαφορά ανάμεσα στους δύο οργανισμούς είναι ότι η OLAF διενεργεί διοικητικές έρευνες, ενώ η EPPO διεξάγει ποινικές διαδικασίες και μπορεί να ασκεί διώξεις ενώπιον εθνικών δικαστηρίων. Η αποκάλυψη μιας παρατυπίας και η παραπομπή μιας ποινικής υπόθεσης στο δικαστήριο είναι δύο διαφορετικά βήματα· η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διαθέτει αρμοδιότητες και για το δεύτερο.
Η διεθνής λειτουργία είναι ιδιαίτερα σημαντική σε απάτες όπου το τιμολόγιο εκδίδεται σε μία χώρα, η εταιρεία είναι καταχωρισμένη σε άλλη και τα χρήματα μεταφέρονται σε τρίτη. Οι εντεταλμένοι εισαγγελείς των συμμετεχουσών χωρών μπορούν, εντός του ίδιου οργανισμού, να ζητούν ο ένας από τον άλλον ανακριτικές ενέργειες. Αυτό διευκολύνει να συνδεθούν τα επιμέρους στοιχεία που φαίνονται σε κάθε χώρα και να αποτυπωθεί η πλήρης εικόνα του εγκλήματος.
Ποιες χώρες συμμετέχουν;
Συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχουν σήμερα 25 από τα 27 κράτη μέλη της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της Ουγγαρίας, με εξαίρεση προς το παρόν τη Δανία και την Ιρλανδία. Η Δανία διαθέτει ειδική συμβατική εξαίρεση στον τομέα της ευρωπαϊκής συνεργασίας σε ζητήματα εσωτερικής ασφάλειας και δικαιοσύνης. Στην περίπτωση της Ιρλανδίας, η EPPO ήδη αναφέρει την πρόθεση προσχώρησης και τις αντίστοιχες εθνικές προετοιμασίες. Έτσι ο οργανισμός θα έχει σύντομα 26 μέλη.
Μπορούν να ξανανοίξουν και παλιές ουγγρικές υποθέσεις;
Σύμφωνα με την απόφαση της Επιτροπής που ενέκρινε τη συμμετοχή της Ουγγαρίας, η EPPO μπορεί να ενεργεί στη χώρα για εγκλήματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της και τελέστηκαν μετά την 1η Ιουνίου 2021. Αυτό σημαίνει ότι η έναρξη λειτουργίας δεν έχει σημασία μόνο για τυχόν μελλοντικές παρατυπίες, αλλά και υποθέσεις προηγούμενων ετών μπορεί να εξεταστούν. Ωστόσο δεν θα μεταβιβαστούν αυτομάτως όλες οι παλιές υποθέσεις διαφθοράς στους ευρωπαίους εισαγγελείς. Η EPPO δεν έρχεται να αντικαταστήσει την ουγγρική εισαγγελία, ούτε θα γίνει η ερευνητική αρχή για κάθε εγχώρια υπόθεση διαφθοράς. Εστιάζει στα εγκλήματα που θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης, ενώ για την ενοχή των κατηγορουμένων θα συνεχίσουν να αποφασίζουν τα ουγγρικά δικαστήρια.
Ήδη ερευνούν χιλιάδες υποθέσεις
Στα τέλη του 2025 ο οργανισμός χειριζόταν 3.602 έρευνες. Στις υποθέσεις αυτές η εκτιμώμενη ζημιά για τους ευρωπαϊκούς και εθνικούς προϋπολογισμούς ανερχόταν συνολικά σε 67,27 δισ. ευρώ, ποσό του οποίου πάνω από τα δύο τρίτα συνδέονταν με απάτες στον ΦΠΑ και στους τελωνειακούς δασμούς. Το 2025 η EPPO υπέβαλε 275 κατηγορητήρια και στις έρευνές της η αξία της περιουσίας που δεσμεύτηκε μέσα στη χρονιά έφτασε σχεδόν τα 289 εκατ. ευρώ. Η σημασία της υπηρεσίας έγκειται έτσι όχι μόνο στην απόδοση ευθυνών, αλλά και στον περιορισμό των οικονομικών απωλειών. Η περιουσία που εντοπίζεται και διασφαλίζεται στη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας δημιουργεί δυνατότητα αποκατάστασης των ζημιών. Για την Ουγγαρία, το πιο απτό διακύβευμα της προσχώρησης είναι η δημιουργία ενός νέου επιπέδου εισαγγελικών αποφάσεων για τις υποθέσεις ευρωπαϊκών κονδυλίων, ανεξάρτητου από την εθνική κυβέρνηση. Το πόσο αποτελεσματικό θα αποδειχθεί αυτό θα κριθεί από τη λειτουργία του εγχώριου γραφείου, την επαγγελματική επάρκεια των επιλεγμένων εισαγγελέων και τη συνεργασία των ανακριτικών αρχών. Η συνάντηση της Τρίτης στη Βουδαπέστη αφορούσε ακριβώς τη διαμόρφωση αυτών των προϋποθέσεων.
Ποια είναι η Κοβέσι;
Η Λάουρα Κοντρούτσα Κοβέσι έγινε γνωστή στη Ρουμανία για τη δράση της κατά της διαφθοράς. Από το 2006 έως το 2012 ήταν η γενική εισαγγελέας της χώρας και από το 2013 έως το 2018 ηγήθηκε της εισαγγελίας κατά της διαφθοράς, της DNA. Καθοριστική σύγκρουση στην πορεία της αποτέλεσε η απομάκρυνσή της από την ηγεσία της DNA: το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε το 2020 ότι η Ρουμανία παραβίασε το δικαίωμά της πρόσβασης στη δικαιοσύνη και την ελευθερία της έκφρασης, όταν την απομάκρυνε έπειτα από τις επαγγελματικές της επικρίσεις στις δικαστικές μεταρρυθμίσεις και δεν της παρείχε ουσιαστική δυνατότητα έννομης προστασίας. Η Κοβέσι εξελέγη το 2019 πρώτη ευρωπαία γενική εισαγγελέας· η εμπειρία της στη Ρουμανία προσδίδει ιδιαίτερο βάρος στον αγώνα της για την προστασία της ανεξαρτησίας της εισαγγελικής αρχής.