Ο Εσθονός ευρωβουλευτής και πρώην στρατηγός Ρίχο Τέρας τάχθηκε υπέρ της αγοράς όπλων από χώρες εκτός ΕΕ, στη συζήτηση για τις αμυντικές δαπάνες
Η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία δεν είναι έτοιμη να παράγει τον απαραίτητο εξοπλισμό για να στηρίξει την Ουκρανία και να αναπληρώσει τα στρατιωτικά αποθέματα των χωρών της ΕΕ, σύμφωνα με τον Ρίχο Τέρας, ευρωβουλευτή του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος και πρώην στρατηγό του στρατού της Εσθονίας.
Ο Τέρας υποστηρίζει ότι τα κράτη μέλη της ΕΕ πρέπει να αγοράζουν τις καλύτερες και πιο οικονομικές δυνατότητες, ανεξαρτήτως προέλευσης, απορρίπτοντας την προσέγγιση όσων τάσσονται υπέρ μιας στρατηγικής «Made in Europe» στις αμυντικές προμήθειες.
«Η ευρωπαϊκή βιομηχανία δεν είναι ακόμη έτοιμη να παράγει στις ποσότητες, με την ταχύτητα και στην ποιότητα που χρειάζονται οι ένοπλες δυνάμεις μας για να ενισχύσουμε γρήγορα τις δυνατότητές τους», είπε την Τετάρτη, στη διάρκεια συζήτησης για την έκρηξη των αμυντικών δαπανών στο Euronews Defence & Space Summit.
Στη συζήτηση, την οποία συντόνισε η Shona Murray του Euronews, συμμετείχαν επίσης η ευρωβουλευτής των Πρασίνων/ΕFA Χάνα Νόιμαν, ο Καμίλ Γκραντ, γενικός γραμματέας της Aerospace, Security and Defence Industries Association of Europe (ASD Europe), και η Λορένα Μπόις Αλόνσο, αναπληρώτρια γενική διευθύντρια του τμήματος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την αμυντική βιομηχανία.
Όλοι οι συμμετέχοντες συμφώνησαν στην ανάγκη αύξησης των δαπανών για την άμυνα και στη σημασία καλύτερου συντονισμού. Διαφώνησαν, όμως, στον τρόπο επίτευξης του στόχου για αύξηση των αμυντικών δαπανών στο 5% του ΑΕΠ, στόχο που υιοθέτησε το NATO πέρσι.
Ο Γκραντ υποστήριξε ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία αντιμετωπίζει «πολλαπλές αποστολές ταυτόχρονα», από τη στήριξη της Ουκρανίας και την ανασυγκρότηση των στρατιωτικών αποθεμάτων μέχρι την προώθηση της καινοτομίας, ενώ δεκαετίες υποχρηματοδότησης έχουν δημιουργήσει κενά στις στρατιωτικές δυνατότητες.
«Αν η Γερμανία βρισκόταν στο 2% [των αμυντικών δαπανών] τα τελευταία 20 χρόνια, θα είχε δαπανήσει 400 δισ. περισσότερα», είπε, υποστηρίζοντας ότι η ΕΕ έχει πλέον κρίσιμο ρόλο στη μείωση της εξάρτησης των χωρών από αμερικανικές εταιρείες.
Το σχέδιο «Readiness 2030» της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που παρουσιάστηκε πέρσι, στηρίζει την παραγωγή στρατηγικού εξοπλισμού όπως αντιαεροπορική και αντιπυραυλική άμυνα, συστήματα πυροβολικού, πυραύλους, πυρομαχικά και αντι-drone συστήματα, μέσω δανειακού πακέτου ύψους 150 δισ. ευρώ.
Το πακέτο περιλαμβάνει πρόβλεψη «Made in Europe», που απαιτεί τουλάχιστον το 65% των στρατιωτικών εξαρτημάτων που είναι επιλέξιμα για χρηματοδότηση να είναι ευρωπαϊκά.
Ωστόσο, οι χώρες της ΕΕ παραμένουν διχασμένες ως προς τον τρόπο ορισμού του «Made in Europe» σε άλλες βιομηχανικές νομοθεσίες, ενώ υπάρχουν προειδοποιήσεις από τις ΗΠΑ ότι τέτοιου είδους κανόνες μπορεί να αποξενώσουν συμμάχους του NATO.
Σύμφωνα με την ευρωβουλευτή Νόιμαν, η ΕΕ πρέπει μεσοπρόθεσμα να επικεντρωθεί στην οικοδόμηση της δικής της αμυντικής βιομηχανικής βάσης, δίνοντας ιδιαίτερη προτεραιότητα σε διασυνοριακά έργα και στην ανάπτυξη κοινής στρατηγικής.
«Αν 27 κράτη μέλη προσπαθήσουν να κάνουν κάτι, ίσως ακόμη και με τις καλύτερες προθέσεις τους, απλώς δεν θα έχουμε το μεγάλο παζλ που χρειαζόμαστε», είπε, υποστηρίζοντας ότι είτε οι χώρες υπερασπίζονται μαζί το ευρωπαϊκό εγχείρημα είτε «δεν πρόκειται να υπάρχει ευρωπαϊκό εγχείρημα» στο μέλλον.
«Οι άνθρωποι δεν πιστεύουν ότι η απειλή είναι άμεση»
Ένα ακόμη επίμαχο σημείο της συζήτησης ήταν η δυσκολία να πειστεί η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη να στηρίξει υψηλότερες αμυντικές δαπάνες.
Για τον ευρωβουλευτή Τέρας, το βασικό πρόβλημα είναι ότι οι πολίτες στην Ευρώπη δεν πιστεύουν πως η απειλή από τη Ρωσία είναι άμεση.
«Οι άνθρωποι στην Ισπανία δεν το πιστεύουν», είπε, επισημαίνοντας τις διαφορές στην αντίληψη του κινδύνου μεταξύ των χωρών του βορρά και του νότου της ΕΕ και επικρίνοντας την κυβέρνηση της Ισπανίας για την άρνησή της να αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες στο 5% του ΑΕΠ.
Η ευρωβουλευτής Νόιμαν ζήτησε η χρηματοδότηση της αμυντικής βιομηχανίας να γίνει πιο αποδεκτή στους Ευρωπαίους πολίτες μέσω μιας ειλικρινούς συζήτησης με τους εκλεγμένους εκπροσώπους τους.
«Αν οι αμυντικές εταιρείες έχουν τεράστια κέρδη, δεν είμαι σίγουρη ότι αυτός είναι ο καλύτερος [τρόπος επένδυσης] των χρημάτων των φορολογουμένων», είπε, υποστηρίζοντας ότι τα κέρδη που έχει καταγράψει ο κλάδος τα τελευταία χρόνια είναι δυσανάλογα.
«Πρέπει να βρούμε μια διαφορετική προσέγγιση. Αν δεν τη βρούμε, τότε θα πρέπει να μιλήσουμε για έναν φόρο υπερκερδών στις αμυντικές εταιρείες», είπε.