Η Αλίνα Κούσικ και ο Μαξίμ Κατς, δύο αντιπολιτευόμενοι δημοσιογράφοι που διέφυγαν από τη Λευκορωσία και τη Ρωσία, μιλούν για το πώς συνεχίζουν τη δουλειά τους από το εξωτερικό.
«Η δημοσιογραφία δεν είναι έγκλημα», λέει στo Euronews η Αλίνα Κούσιχ, αρχισυντάκτρια του Belsat, τηλεοπτικού σταθμού που ιδρύθηκε στην Πολωνία το 2007 και μεταδίδει ανεξάρτητες ειδήσεις στη γειτονική Λευκορωσία.
Το καθεστώς Λουκασένκο, που καταπνίγει την αντιπολίτευση και τον Τύπο, χαρακτήρισε τη Λευκορωσίδα δημοσιογράφο «τρομοκράτη» και «εξτρεμίστρια», ενώ η Μόσχα την συμπεριέλαβε στον κατάλογο των καταζητούμενων.
«Δεν είμαι τρομοκράτης, είμαι απλώς δημοσιογράφος. Εδώ και πολλά χρόνια δουλεύω μόνο για να πω την αλήθεια, μια εναλλακτική οπτική. Και αυτό δεν είναι έγκλημα».
Δώδεκα δημοσιογράφοι που εργάζονται για το Belsat έχουν φυλακιστεί στη Λευκορωσία. Πέρυσι, το καθεστώς άφησε ελεύθερους τους περισσότερους.
Επιπλέον, τον Μάρτιο το Μινσκ απελευθέρωσε 250 πολιτικούς κρατουμένους, ανάμεσά τους τη δημοσιογράφο του Belsat TV Κατσαρίνα Αντρέεβα, σε συμφωνία που μεσολάβησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες, με αντάλλαγμα ελάφρυνση των αμερικανικών κυρώσεων.
Ο πρώην εργαζόμενος του Belsat Ιχάρ Ιλιάς, μαζί με άλλους προβεβλημένους Λευκορώσους δημοσιογράφους όπως ο Ντενίς Ιβάσιν, παραμένει πίσω από τα κάγκελα.
Την ίδια ώρα, ο Ρώσος αντιπολιτευόμενος και YouTuber Μαξίμ Κατς είχε φύγει τυχαία από τη Ρωσία τρεις ημέρες πριν από την έναρξη της ευρείας κλίμακας εισβολής στην Ουκρανία, για να γυρίσει μέρος της σειράς ντοκιμαντέρ του για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο Λονδίνο.
Όταν ξέσπασε ο πόλεμος, όπως λέει, κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να επιστρέψει στη Ρωσία, προβλέποντας την καταστολή της Μόσχας σε όλες τις διαφορετικές φωνές.
Όπως αποδείχθηκε, είχε δίκιο. Λίγες εβδομάδες μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022, η Μόσχα επέβαλε νόμους λογοκρισίας για τον πόλεμο, απαγορεύοντας στους ανθρώπους να τον αποκαλούν «πόλεμο» αντί για «ειδική στρατιωτική επιχείρηση», με τους διαφωνούντες να αντιμετωπίζουν ποινές έως και 15 έτη φυλάκιση.
Οι ρωσικές αρχές χαρακτήρισαν τον Κατς «ξένο πράκτορα» και «καταζητούμενο» και τον καταδίκασαν ερήμην σε οκτώ χρόνια φυλάκισης.
Σήμερα ο Κατς ζει στο Ισραήλ μαζί με την οικογένειά του. «Αυτό μου δίνει τη δυνατότητα να νιώθω ελεύθερος με όσα κάνω», λέει.
Από την πλευρά της, η Κούσιχ λέει ότι, παρότι νιώθει ασφαλής στην Ευρώπη, έχει πάντα τα μάτια της ανοιχτά, υπογραμμίζοντας ότι η κυβερνοασφάλεια και η παιδεία στα μέσα ενημέρωσης είναι ουσιώδεις για την προστασία των δημοσιογράφων.
«Οι μυστικές υπηρεσίες της Λευκορωσίας και της Ρωσίας δραστηριοποιούνται εδώ. Υπάρχουν πράκτορες, υπάρχουν κατάσκοποι, και αυτό δεν είναι κινηματογράφος. Αυτή είναι η πραγματικότητά μας».
«Ο δορυφόρος είναι σημαντικός»
Η Κούσιχ λέει ότι σκέφτεται καθημερινά πώς θα μεταδίδει ειδήσεις από την πατρίδα της, παρά την απόσταση.
«Προσπαθούμε να κρατάμε όσο γίνεται στενή επαφή με τη Λευκορωσία και με το έδαφος όσο γίνεται περισσότερο, αλλά βέβαια, ναι, βρισκόμαστε στην εξορία», λέει.
Έτσι, η δημοσιογράφος παρακολουθεί νομικές πηγές, ιστοσελίδες των αρχών αλλά και κανάλια στο Telegram και το TikTok: «Οι απλοί άνθρωποι μας ενημερώνουν πολύ για το τι συμβαίνει στη χώρα».
Δεν μπορεί όμως να παίρνει συνεντεύξεις από Λευκορώσους στον δρόμο ούτε καν να τους τηλεφωνεί, γιατί, όπως λέει, θα κατέληγαν αμέσως στη φυλακή.
Οι αρχές της Λευκορωσίας χαρακτήρισαν το κανάλι, που εδρεύει στην Πολωνία, «εξτρεμιστική» οργάνωση το 2021, όπως έκαναν και με το Euronews το 2026, με τους εργαζόμενους και τους τηλεθεατές του Belsat TV να αντιμετωπίζουν ποινές φυλάκισης έως επτά ετών.
Γι’ αυτό, όπως λέει η Κούσιχ, τα δορυφορικά δίκτυα είναι κρίσιμα για να φτάνει η ενημέρωση σε κοινά χωρών που αντιμετωπίζουν λογοκρισία.
«Ο δορυφόρος είναι σημαντικός, ειδικά για τη Λευκορωσία, γιατί αν βλέπεις μέσω δορυφόρου, δεν μπορούν να σε εντοπίσουν».
Η οργάνωση Reporters without Borders εκτόξευσε τον δορυφόρο Svoboda το 2024 για να μεταδίδει ανεξάρτητη και αξιόπιστη ενημέρωση στα ρωσικά σε χώρες που πλήττονται από τη λογοκρισία.
Παράλληλα, το Belsat TV στηρίζεται σε διάφορες πλατφόρμες, όπως το Instagram και το YouTube, για να φτάσει στο κοινό του.
Η Κούσιχ σημειώνει ότι, σε αντίθεση με τη Ρωσία, στη Λευκορωσία είναι δυνατό να έχει κανείς πρόσβαση στο ψηφιακό τους περιεχόμενό χωρίς VPN.
Και ο Κατς λέει ότι ο καλύτερος τρόπος για να προσεγγίσει κανείς το ρωσικό κοινό είναι το YouTube, με το Telegram να ακολουθεί.
Παρότι οι ρωσικές αρχές έχουν μπλοκάρει την πρόσβαση στο YouTube από τον Φεβρουάριο, η πλατφόρμα παραμένει προσβάσιμη μέσω VPN.
Το κανάλι του Κατς στο YouTube φτάνει καθημερινά ένα εκατομμύριο ανθρώπους, αριθμός που, όπως λέει, είναι συγκρίσιμος με εκείνον ορισμένων ρωσικών τηλεοπτικών σταθμών.
Πώς να αποδομήσεις την προπαγάνδα
Σύμφωνα με την Κούσιχ, ο καλύτερος τρόπος να αποδομήσει κανείς την προπαγάνδα του Μινσκ είναι να ενημερώνει το κοινό με βάση τα γεγονότα, προσφέροντας μια εναλλακτική οπτική.
«Δεν πιστεύω ότι πρέπει να λέμε πως αυτοί κάνουν λάθος κι εμείς έχουμε δίκιο».
Ο Κατς προσθέτει ότι οι δημοσιογράφοι πρέπει να προσαρμόζουν τη γλώσσα τους αν θέλουν να απευθυνθούν στο ρωσικό κοινό, μιλώντας για προβλήματα που οι άνθρωποι «βλέπουν από το παράθυρό τους» και ζητήματα «της καθημερινής τους ζωής».
«Προφανώς είμαι κατά του πολέμου και αντι-Πούτιν. Αλλά το ερώτημα είναι πώς το λες».
«Αν θέλεις να μιλήσεις στο ρωσικό κοινό, πρέπει να μιλάς όπως θα μιλούσες σε μια κουζίνα στην Αγία Πετρούπολη και όχι σε μια διαμαρτυρία στη Ρίγα».
Παρότι ασκεί κριτική στο καθεστώς Λουκασένκο, η Κούσιχ λέει ότι είναι «πολύ πατριώτισσα».
«Η δημοσιογραφία είναι αποστολή. Είναι κάτι πολύ περισσότερο από απλή ενημέρωση, γιατί δεν ενημερώνουμε μόνο το κοινό μας, προωθούμε επίσης τη λευκορωσική γλώσσα, τη λευκορωσική κουλτούρα. Αυτό κάνει την κοινωνία μας πιο ανθεκτική στη ρωσική προπαγάνδα».
Ο Κατς εξετάζει το ενδεχόμενο να επιστρέψει στη Ρωσία μετά από μια πιθανή πτώση του καθεστώτος Πούτιν.
Ελπίζει ότι η επόμενη ρωσική κυβέρνηση θα είναι φιλοευρωπαϊκή, τονίζοντας ότι υπάρχει ισχυρότερη φιλοευρωπαϊκή διάθεση στον πληθυσμό απ’ όσο πιστεύεται.
Φοβάται όμως ότι οι θηριωδίες που διαπράττει ο ρωσικός στρατός στον πόλεμο κατά της Ουκρανίας θα εμποδίσουν τη Μόσχα να επιστρέψει σύντομα στο ευρωπαϊκό τραπέζι του διαλόγου.
Η Κούσιχ, από την άλλη, δηλώνει βέβαιη ότι κάποια μέρα θα επιστρέψει στη Λευκορωσία.
«Όλα όσα κάνουμε έχουν στόχο να επιστρέψουμε στη χώρα μας».