Το ιστορικό της επαναπροσέγγισης Κιέβου - Βουδαπέστης στην μετά Όρμπαν εποχή
Σύμφωνα με ανάρτηση του Πέτερ Μαγιάρ στο Facebook, τις επόμενες ώρες και ημέρες θα έχει συνεχείς διεθνείς συναντήσεις και επαφές. Με τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι είχε ήδη συναντηθεί τον Ιούνιο, όταν αμφότεροι συμμετείχαν στη σύνοδο κορυφής της ΕΕ (κεντρική φωτογραφία), αλλά εκτότε δεν επιτεύχθηκαν συγκεκριμένες συμφωνίες· ωστόσο η προσωπική επαφή και ο διάλογος κρίθηκαν ιδιαίτερα σημαντικοί και θεωρήθηκαν πολλά υποσχόμενοι από την ηγεσία της ΕΕ.
Το ιστορικό
Μετά την αλλαγή κυβέρνησης τον Μάιο ξεκίνησε σταδιακή προσέγγιση ανάμεσα στη Βουδαπέστη και το Κίεβο, όμως η εξομάλυνση των σχέσεων παρέμεινε συνδεδεμένη με όρους. Η κυβέρνηση Μαγιάρ συνέχισε να ζητά από την Ουκρανία τη διασφάλιση των γλωσσικών και εκπαιδευτικών δικαιωμάτων των Ούγγρων στην Υπερκαρπάθια, ενώ παράλληλα έκανε σαφές ότι σε περίπτωση απτής προόδου είναι έτοιμη να στηρίξει τη συνέχιση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της χώρας με την ΕΕ. Έτσι, την προηγούμενη αντιπαράθεση αντικατέστησε ένα παζάρι γύρω από συγκεκριμένες δεσμεύσεις και την υλοποίησή τους.
Το πρώτο σημαντικό αποτέλεσμα ήρθε με τη συμφωνία για τα δικαιώματα των μειονοτήτων, που ανακοινώθηκε στις 3 Ιουνίου. Μετά από διαβουλεύσεις ειδικών επί αρκετές εβδομάδες, η Ουκρανία δεσμεύθηκε να διευρύνει τα εκπαιδευτικά, γλωσσικά και πολιτιστικά δικαιώματα της ουγγρικής κοινότητας, καθώς και να προετοιμάσει τις αναγκαίες νομοθετικές τροποποιήσεις. Σε αντάλλαγμα, η Βουδαπέστη συναίνεσε στο άνοιγμα του πρώτου διαπραγματευτικού πακέτου (cluster) των ενταξιακών συνομιλιών με την ΕΕ, που αφορά τα θεμελιώδη δικαιώματα, το κράτος δικαίου και το θεσμικό σύστημα. Με αυτό τον τρόπο ήρθη ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία του βέτο που είχε κληρονομήσει ο Πέτερ Μαγιάρ από την κυβέρνηση Όρμπαν.
Ακολούθησε αναμονή
Η συμφωνία του Ιουνίου πάντως δεν μεταφράστηκε σε απεριόριστη ουγγρική στήριξη. Ο Πέτερ Μαγιάρ συνέχισε να αντιτίθεται στην επιτάχυνση της ένταξης της Ουκρανίας, επικαλούμενος ότι δεν μπορούν να τεθούν σε δεύτερη μοίρα οι υποψήφιες χώρες των Δυτικών Βαλκανίων που περιμένουν εδώ και χρόνια. Στα τέλη Ιουνίου η Ουγγαρία μπλόκαρε ξανά την υιοθέτηση κοινής ευρωπαϊκής θέσης υπέρ του ανοίγματος των υπόλοιπων διαπραγματευτικών πακέτων. Για οποιαδήποτε περαιτέρω ενέργεια, η κυβέρνηση ζητούσε πλέον την υλοποίηση των υποσχέσεων για τα δικαιώματα των μειονοτήτων, ενώ πριν από την έγκριση της μελλοντικής ένταξης έθεσε στο τραπέζι τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος.
Η προσέγγιση δεν άλλαξε ούτε τη στάση στο ζήτημα της στρατιωτικής βοήθειας. Ο Πέτερ Μαγιάρ στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ τον Ιούλιο στην Άγκυρα δήλωσε ότι η Ουγγαρία δεν θα στείλει όπλα ή στρατεύματα στην Ουκρανία και θα συνεχίσει να παρέχει μόνο ανθρωπιστική βοήθεια. Πριν από τη σύνοδο είχε μια σύντομη συνεννόηση και με τον Ζελένσκι: τότε συζήτησαν μια μελλοντική συνάντηση στη Βουδαπέστη ή στο Κίεβο, καθώς και μια επίσκεψη (πηγή στα Ουγγρικά) στην Υπερκαρπάθια. Η κατ’ ιδίαν συνάντηση που ανακοινώθηκε τώρα αποτελεί έτσι το επόμενο στάδιο μιας προετοιμασμένης διπλωματικής διαδικασίας.
Η στροφή
Η νέα πρόοδος σημειώθηκε αυτή την εβδομάδα. Στις 12 Οκτωβρίου το ουκρανικό κοινοβούλιο ενέκρινε, και ο Ζελένσκι υπέγραψε την ίδια ημέρα, την τροποποίηση του νόμου που διευρύνει τις εγγυήσεις για την εκπαίδευση στη μητρική γλώσσα των μειονοτήτων. Στη συνάντηση στο Λουξεμβούργο ανάμεσα στην υπουργό Εξωτερικών Ανίτα Όρμπαν και τον Ουκρανό υπουργό Εξωτερικών Αντρίι Σιμπίχα εξετάστηκαν επίσης η υλοποίηση των διμερών δεσμεύσεων και τα επόμενα βήματα. Την επόμενη ημέρα, η ΕΕ άνοιξε δύο ακόμη διαπραγματευτικά πακέτα με την Ουκρανία, που αφορούν την εσωτερική αγορά και την ανταγωνιστικότητα, αφού η Ουγγαρία απέσυρε τις ενστάσεις της.
Η τροποποίηση για την εκπαίδευση παρέχει ειδικό καθεστώς στις σχολικές μονάδες όπου πάνω από τους μισούς μαθητές φοιτούν σε κάποια επίσημη γλώσσα της ΕΕ – μεταξύ άλλων στα ουγγρικά. Τα ιδρύματα αυτά μπορούν να διατηρούν το καθεστώς και αν αργότερα μειωθεί το ποσοστό των μαθητών, όσο τουλάχιστον το 20% συνεχίζει να σπουδάζει στη συγκεκριμένη γλώσσα. Η ρύθμιση επεκτείνει επίσης τους κανόνες για τη χρήση της γλώσσας στο σχολείο και τις εγγυήσεις που ισχύουν σε περίπτωση αναδιοργάνωσης των ιδρυμάτων. Ο ρόλος της ουκρανικής ως κρατικής γλώσσας παραμένει πάντως αμετάβλητος.
Η σημασία της συνάντησης της Παρασκευής έγκειται στο ότι οι δύο ηγέτες μπορούν πλέον να συζητήσουν την περαιτέρω εξομάλυνση των σχέσεων, έχοντας ως βάση μέτρα που ήδη έχουν υλοποιηθεί. Από την πορεία της προσέγγισης μέχρι τώρα φαίνεται ότι η Βουδαπέστη συνδέει τα αποτελέσματα στο ζήτημα των δικαιωμάτων των μειονοτήτων με τη στήριξη της ευρωπαϊκής ενσωμάτωσης της Ουκρανίας. Ωστόσο, η πρόοδος των συνομιλιών δεν μεταφράζεται σε υπόσχεση για γρήγορη ένταξη: η Ουγγαρία θα διατηρήσει τον λόγο της και στις επόμενες ευρωπαϊκές αποφάσεις.