Οι κυβερνήσεις λένε ότι προστατεύουν τη δημόσια υγεία, αλλά δεν περιορίζουν τα ορυκτά καύσιμα, όπως δείχνει νέα έρευνα για το χάσμα ανάμεσα στην κλιματική ρητορική και την πράξη.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση και άλλοι μεγάλοι ρυπαντές αρκούνται σε διακηρύξεις για τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην υγεία, χωρίς να συνοδεύουν τη ρητορική τους με αρκετά φιλόδοξες μειώσεις εκπομπών, σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση των δεσμεύσεων 132 χωρών για το κλίμα από τη Global Climate and Health Alliance, μια συμμαχία ΜΚΟ.
Σε αντίθεση με τις περισσότερες χώρες, η ΕΕ καταθέτει μία ενιαία κοινή εθνικά καθορισμένη συνεισφορά (NDC) στο πλαίσιο της Συμφωνίας του Παρισιού, που καλύπτει το μπλοκ και τα 27 κράτη μέλη του.
Η Scorecard της Global Climate and Health Alliance αξιολογεί το πόσο καλά οι χώρες ενσωματώνουν την υγεία στα εθνικά κλιματικά τους σχέδια σε οκτώ κατηγορίες, όπως οι κλιματικές επιπτώσεις στην υγεία, η ατμοσφαιρική ρύπανση, η δράση του τομέα υγείας, τα συν-οφέλη για την υγεία, η δίκαιη μετάβαση, η διακυβέρνηση, η χρηματοδότηση και η εφαρμογή.
Παρότι η ΕΕ, η Ινδονησία, η Νότια Αφρική, η Τουρκία, ο Καναδάς και τα ΗΑΕ συγκεντρώνουν υψηλότερες βαθμολογίες ως προς την υγεία, αυτό δεν συνοδεύεται από τις μειώσεις εκπομπών που απαιτούνται για την προστασία των πληθυσμών.
«Υποκρισία είναι η τέλεια λέξη γι’ αυτό», δήλωσε στην Euronews η Jess Beagley της Global Climate and Health Alliance, υποστηρίζοντας ότι οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να ισχυρίζονται πως βάζουν την υγεία σε προτεραιότητα χωρίς να αντιμετωπίζουν την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα που τροφοδοτεί την υπερθέρμανση και τη ρύπανση.
«Δεν γίνεται να περιοριζόμαστε σε λόγια για την υγεία, αν δεν αναλαμβάνουμε δράση για την υγεία», είπε.
Η Scorecard για τις Εθνικά Καθορισμένες Συνεισφορές (NDC) του 2026 κατέταξε την ΕΕ στη 12η θέση, ενώ 19 από τις 20 χώρες με την υψηλότερη βαθμολογία προέρχονταν από οικονομίες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος. Η Κολομβία βρέθηκε στην κορυφή με 29 βαθμούς στους 32, ακολουθούμενη από τη Νιγηρία με 25 και την Καμπότζη με 24.
Ανάμεσα στις οικονομίες με υψηλές εκπομπές που έλαβαν μέσες βαθμολογίες για την υγεία, η ΕΕ ήταν η μόνη της οποίας το κλιματικό σχέδιο περιλάμβανε συγκεκριμένο στόχο για τη μείωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, σύμφωνα με την αξιολόγηση. Ο στόχος αφορά την κατάργηση των υδροφθορανθράκων έως το 2050.
Ωστόσο, καμία από τις χώρες αυτής της ομάδας δεν περιέλαβε συγκεκριμένους στόχους για τον μαύρο άνθρακα, το υποξείδιο του αζώτου ή το όζον, ρύπους που συμβάλλουν στην υπερθέρμανση του πλανήτη και μπορούν να βλάψουν την ανθρώπινη υγεία.
Για την Beagley, η αντίφαση είναι ξεκάθαρη: τα ορυκτά καύσιμα τροφοδοτούν την κλιματική αλλαγή και ταυτόχρονα προκαλούν βλάβες μέσω της ρύπανσης του αέρα, του νερού και του εδάφους, με συνέπειες που εκτείνονται από αναπνευστικές ασθένειες έως καρκίνο και νευρολογικές διαταραχές.
Τα συστήματα υγείας καλούνται στη συνέχεια να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες των αποφάσεων που λαμβάνονται σε όλη την υπόλοιπη οικονομία, πρόσθεσε.
«Ο τομέας της υγείας βρίσκεται πραγματικά στην πρώτη γραμμή», είπε η Beagley. «Το βάρος που επωμίζεται είναι το τελικό αποτέλεσμα μιας ευρύτερης κλιματικής δράσης που είτε έχει αναληφθεί είτε όχι.»
Οι πλούσιες χώρες υπό πίεση
Οι επιπτώσεις στην υγεία γίνονται ήδη αισθητές σε ολόκληρο τον κόσμο μετά τα πρόσφατα γεγονότα.
Στα στοιχεία που παρατίθενται στην έκθεση περιλαμβάνονται πάνω από 1.400 θάνατοι και περισσότεροι από 6.600 αγνοούμενοι στο Νεπάλ, οκτώ εκατομμύρια παιδιά που κινδυνεύουν από πείνα στην Ανατολική και Νότια Αφρική και δεκάδες χιλιάδες θάνατοι που συνδέονται με τα κύματα καύσωνα στην Ευρώπη.
«Αν αυτή η χρονιά δεν αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο αναλαμβάνουμε δράση για το κλίμα και την υγεία», είπε, «τότε μιλάμε για καθαρό, εκούσιο αρνητισμό και εγκατάλειψη των πληθυσμών που οι κυβερνήσεις οφείλουν να προστατεύουν.»
Η Beagley υποστήριξε ότι οι πλούσιες χώρες με μεγάλες ιστορικές εκπομπές πρέπει να μειώσουν τη ρύπανση πιο γρήγορα και να συμβάλουν στη χρηματοδότηση της κλιματικής δράσης στις αναπτυσσόμενες οικονομίες.
«Το βάρος πρέπει πραγματικά να πέσει στις πλουσιότερες χώρες του κόσμου με τις υψηλότερες εκπομπές, οι οποίες έχουν κερδίσει από την ανάπτυξη που βασίζεται στα ορυκτά καύσιμα επί δεκαετίες και δεκαετίες», είπε. «Αυτές οι χώρες θα έπρεπε να μειώνουν τις εκπομπές τους περισσότερο και πιο γρήγορα.»
Για την ΕΕ αυτό σημαίνει να μειώσει τις δικές της εκπομπές, ενώ παράλληλα να προσφέρει οικονομική στήριξη σε χώρες του Παγκόσμιου Νότου ώστε να υλοποιήσουν τις κλιματικές τους δεσμεύσεις στο πλαίσιο της Συμφωνίας του Παρισιού.
Η συμμαχία ανέδειξε επίσης κενά στη χάραξη πολιτικής, με την Beagley να αναφέρει ότι τα υπουργεία Υγείας συμμετείχαν στενά στην κατάρτιση των εθνικών κλιματικών σχεδίων μόλις στο 15% των χωρών που εξετάστηκαν στην ανάλυση.
Χωρίς τη συμμετοχή τους, οι κυβερνήσεις κινδυνεύουν να παραβλέψουν τις συνέπειες των αποφάσεων για την ενέργεια, τις μεταφορές και τη βιομηχανία στην υγεία.
Η COP31, που πλησιάζει τον Νοέμβριο, θα είναι μια ευκαιρία να φανεί αν οι ολοένα αυξανόμενες επιπτώσεις των ακραίων καιρικών φαινομένων στην υγεία θα μεταφραστούν επιτέλους σε πιο φιλόδοξες πολιτικές.