Το πλοίο, το οποίο έχει αναλάβει τις απαραίτητες υποθαλάσσιες έρευνες για λογαριασμό της Nexans, αναμένεται να καταπλεύσει στην Κρήτη στις 27 Οκτωβρίου, με την έναρξη των εργασιών να εξαρτάται από την έκδοση της σχετικής NAVTEX, η οποία εκτιμάται ότι θα εκδοθεί στις αρχές Νοεμβρίου
Η επανεκκίνηση των ερευνών για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου περνά πλέον από τη θεωρία στην πράξη, καθώς το γαλλικής σημαίας ερευνητικό σκάφος «Abeille Marengo» βρίσκεται καθ’ οδόν από τη Νάπολη προς το Ηράκλειο, σηματοδοτώντας ένα ακόμη βήμα στην προσπάθεια επανεκκίνησης του Great Sea Interconnector (GSI). Το πλοίο, το οποίο έχει αναλάβει τις απαραίτητες υποθαλάσσιες έρευνες για λογαριασμό της Nexans, αναμένεται να καταπλεύσει στην Κρήτη στις 27 Οκτωβρίου, με την έναρξη των εργασιών να εξαρτάται από την έκδοση της σχετικής NAVTEX, η οποία εκτιμάται ότι θα εκδοθεί στις αρχές Νοεμβρίου.
Οι έρευνες αφορούν τη θαλάσσια περιοχή μεταξύ της Κορακιάς, στον νομό Ηρακλείου, και της Κύπρου και περιλαμβάνουν ωκεανογραφικές και βυθομετρικές εργασίες για τη χαρτογράφηση της υποθαλάσσιας διαδρομής του καλωδίου. Πρόκειται για ένα κρίσιμο προπαρασκευαστικό στάδιο, καθώς η πλήρης εικόνα του θαλάσσιου πυθμένα αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τον σχεδιασμό και την ασφαλή πόντιση της ηλεκτρικής διασύνδεσης.
Την ίδια στιγμή, η πολιτική διάσταση του έργου παραμένει στο προσκήνιο. Η βούληση Αθήνας και Λευκωσίας για στενότερο συντονισμό επιβεβαιώθηκε κατά τη συνάντηση του υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρου Παπασταύρου, με την πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αννίτα Δημητρίου, στην Αθήνα. Στο επίκεντρο βρέθηκε η στρατηγική σημασία του GSI για την ενεργειακή ασφάλεια, την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των ηλεκτρικών δικτύων και τον περιορισμό της ενεργειακής απομόνωσης της Κύπρου.
Η κινητικότητα αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς οι προηγούμενες έρευνες είχαν διακοπεί το 2024, υπό το βάρος των τουρκικών αντιδράσεων και των ευρύτερων εντάσεων στην Ανατολική Μεσόγειο. Η επανέναρξή τους δεν αποτελεί, επομένως, μόνο ένα τεχνικό βήμα για την προώθηση ενός μεγάλου ενεργειακού έργου, αλλά και μια δοκιμασία για το κατά πόσο μπορεί να διασφαλιστεί η συνέχεια των εργασιών σε ένα περιβάλλον αυξημένης γεωπολιτικής ευαισθησίας.
Τα τεχνικά χαρακτηριστικά και το κόστος του GSI
Το συνολικό μήκος της ηλεκτρικής διασύνδεσης προβλέπεται να φτάσει τα 1.208 χιλιόμετρα, εκ των οποίων περίπου 898 χιλιόμετρα αφορούν το υποθαλάσσιο τμήμα Κρήτης – Κύπρου. Η σχεδιαζόμενη μεταφορική ικανότητα ανέρχεται σε 1.000 MW, ενώ η τάση λειτουργίας προβλέπεται στα 500 kV. Το μέγιστο βάθος πόντισης εκτιμάται ότι θα φτάσει τα 3.000 μέτρα, καθιστώντας το έργο ιδιαίτερα απαιτητικό από τεχνική και κατασκευαστική άποψη.
Ο προϋπολογισμός του έργου εκτιμάται σε περίπου 1,9 δισ. ευρώ, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει εγκρίνει χρηματοδότηση ύψους 680 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, έχει υποβληθεί αίτημα χρηματοδότησης προς την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, στο πλαίσιο της προσπάθειας εξασφάλισης των απαραίτητων κεφαλαίων για την υλοποίηση της διασύνδεσης.
Την κατασκευή και την πόντιση του καλωδίου έχει αναλάβει η γαλλική Nexans, ενώ για τις προκαταρκτικές υποθαλάσσιες έρευνες έχει επιλεγεί η Next Geosolutions Europe. Σημαντική εξέλιξη για τη μετοχική και χρηματοδοτική διάσταση του έργου αποτέλεσε επίσης η είσοδος του γαλλικού ομίλου Meridiam στην κοινοπραξία του GSI, ενισχύοντας την προσπάθεια διαμόρφωσης ενός πιο σταθερού πλαισίου για την προώθησή του.
Το γεωπολιτικό στοίχημα και ο παράγοντας της Τουρκίας
Πέρα από τις τεχνικές προκλήσεις και τη χρηματοδότηση, ο GSI βρίσκεται στο επίκεντρο ευρύτερων γεωπολιτικών ανταγωνισμών. Η διαδρομή του καλωδίου περνά από θαλάσσιες περιοχές στρατηγικής σημασίας, ενώ οι τουρκικές αντιδράσεις έχουν αναδείξει πόσο δύσκολη μπορεί να αποδειχθεί η υλοποίηση ενός έργου που συνδέεται άμεσα με τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο.
Το προηγούμενο επεισόδιο του Ιουλίου 2024 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Τότε, το ιταλικής σημαίας ερευνητικό πλοίο I evoli Relume, το οποίο πραγματοποιούσε έρευνες για τη χάραξη της διαδρομής του καλωδίου στην περιοχή νότια της Κάσου και της Καρπάθου, βρέθηκε αντιμέτωπο με την παρουσία τουρκικών πολεμικών πλοίων. Η Άγκυρα υποστήριξε ότι οι εργασίες αφορούσαν περιοχή της τουρκικής υφαλοκρηπίδας, επικαλούμενη τις δικές της διεκδικήσεις στην περιοχή, τις οποίες η Αθήνα απορρίπτει. Η Ελλάδα ανέπτυξε επίσης πολεμικά πλοία, ενώ ακολούθησαν διπλωματικές επαφές μεταξύ των δύο πλευρών για την αποκλιμάκωση της έντασης. Το επεισόδιο εκτονώθηκε, ωστόσο οι έρευνες δεν προχώρησαν τότε όπως είχε αρχικά σχεδιαστεί. Αντίστοιχες κινήσεις και αντιδράσεις που ακολούθησαν διατήρησαν ανοιχτό το ζήτημα της επανέναρξης των εργασιών.
Η αντιπαράθεση δεν περιορίζεται στην παρουσία πολεμικών πλοίων. Στον πυρήνα της βρίσκεται η διαφωνία Ελλάδας και Τουρκίας για τις θαλάσσιες δικαιοδοσίες στην Ανατολική Μεσόγειο, με την Άγκυρα να αμφισβητεί την έκταση των θαλάσσιων ζωνών που απορρέουν από τα ελληνικά νησιά και να επικαλείται, μεταξύ άλλων, το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Η Αθήνα, από την πλευρά της, υποστηρίζει ότι η υλοποίηση του έργου και η διεξαγωγή των σχετικών ερευνών δεν απαιτούν τουρκική άδεια.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Αθήνα και η Λευκωσία επιδιώκουν να διατηρήσουν στενό συντονισμό, προβάλλοντας τη στρατηγική σημασία του έργου για την ενεργειακή ασφάλεια και τη διασύνδεση της Κύπρου με την ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρισμού. Η ευρωπαϊκή στήριξη προσδίδει πρόσθετο πολιτικό και οικονομικό βάρος στην προσπάθεια, δεν εξαλείφει όμως τις αβεβαιότητες που συνδέονται με την ασφάλεια των εργασιών, τη χρηματοδότηση και την τήρηση του χρονοδιαγράμματος.
Ιδιαίτερη βαρύτητα είχε και η τοποθέτηση του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, κατά την επίσκεψή του στην Αθήνα στις αρχές Οκτωβρίου, ο οποίος εξέφρασε την ισχυρή στήριξη της Ουάσιγκτον στον GSI, τονίζοντας ότι οι ΗΠΑ θα αξιοποιήσουν διπλωματικά μέσα για την αντιμετώπιση των εμποδίων, καθώς η διαφοροποίηση των ενεργειακών πηγών και ο περιορισμός της ενεργειακής εξάρτησης αποτελούν στρατηγική προτεραιότητα.
Ένα έργο που αλλάζει τον ενεργειακό χάρτη της Ανατολικής Μεσογείου
Ο Great Sea Interconnector αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ενεργειακές υποδομές που σχεδιάζονται στην ευρύτερη περιοχή. Στόχος του είναι να συνδέσει ηλεκτρικά την Ελλάδα, την Κύπρο και, σε επόμενο σκέλος, το Ισραήλ, δημιουργώντας έναν διάδρομο μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας που θα ενισχύσει τη διασυνοριακή συνεργασία και θα διευρύνει τις δυνατότητες αξιοποίησης των ενεργειακών πόρων της περιοχής.
Για την Κύπρο, η σημασία της διασύνδεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Το νησί παραμένει ουσιαστικά απομονωμένο από τα ευρωπαϊκά ηλεκτρικά δίκτυα, γεγονός που περιορίζει τις δυνατότητες εισαγωγής και εξαγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά και την ευελιξία του συστήματος σε περιόδους αυξημένης ζήτησης ή διαταραχών στην παραγωγή. Η σύνδεση με την Ελλάδα θα δημιουργήσει μια νέα δίοδο προς την ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρισμού, ενισχύοντας τις δυνατότητες ενεργειακής τροφοδοσίας και διαφοροποιώντας τις διαθέσιμες επιλογές για το κυπριακό σύστημα.
Παράλληλα, η ηλεκτρική διασύνδεση μπορεί να συμβάλει στην καλύτερη αξιοποίηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Η αυξανόμενη συμμετοχή της ηλιακής και της αιολικής παραγωγής στα ηλεκτρικά συστήματα δημιουργεί την ανάγκη για μεγαλύτερη ευελιξία, ώστε να εξισορροπούνται οι διακυμάνσεις της παραγωγής και της ζήτησης. Μέσω των διασυνδέσεων, η πλεονάζουσα ενέργεια μπορεί να διοχετεύεται σε άλλες αγορές, ενώ παράλληλα διευρύνονται οι δυνατότητες κάλυψης των αναγκών όταν η εγχώρια παραγωγή δεν επαρκεί.
Για την Ελλάδα, ο GSI ενισχύει τον ρόλο της ως ενεργειακής πύλης μεταξύ της Ανατολικής Μεσογείου και της ευρωπαϊκής αγοράς. Η διασύνδεση δεν αφορά μόνο την εξαγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά και τη δημιουργία ενός ευρύτερου πλαισίου περιφερειακής συνεργασίας, στο οποίο οι ενεργειακές υποδομές μπορούν να λειτουργήσουν ως μοχλός οικονομικής ανάπτυξης και διασυνοριακής διασύνδεσης.