Ελαιόδεντρα αρδεύονται με επεξεργασμένα λύματα: πιλοτικό έργο για την αντιμετώπιση της ξηρασίας
Οι αγροτικές εκτάσεις, ιδίως στη νότια Ευρώπη, διψούν. Στη λεκάνη της Αδριατικής, κάθε σταγόνα νερού μετράει. Στην Απουλία, στη νότια Ιταλία, η έλλειψη νερού έχει ενταθεί λόγω της κλιματικής αλλαγής. Παράλληλα, το βακτήριο Xylella fastidiosa έχει αποδεκατίσει τους ελαιώνες.
Το ευρωπαϊκό έργο ECO FLOW φέρνει κοντά Έλληνες και Ιταλούς ειδικούς. Στόχος του είναι να επαναχρησιμοποιηθούν για άρδευση τα επεξεργασμένα λύματα του Γκαλιπόλι, τα οποία διαφορετικά θα κατέληγαν στη θάλασσα. Η έμφαση δίνεται στους λεγόμενους αναδυόμενους ρύπους. Πρόκειται για χημικές, υλικές ή βιολογικές ουσίες που προέρχονται από ανθρώπινες δραστηριότητες, συνδέονται με βιομηχανικές διεργασίες και εντοπίζονται στα αστικά λύματα και στα λύματα νοσοκομείων.
Το πείραμα πραγματοποιείται σε αγρόκτημα δίπλα στη μονάδα επεξεργασίας λυμάτων του Γκαλιπόλι. Εκεί υπάρχουν τρεις σειρές ελαιόδεντρων ανθεκτικών στο βακτήριο και εφαρμόζονται τρεις μέθοδοι άρδευσης: η παραδοσιακή, με νερό από γεώτρηση· με νερό που έχει υποστεί επεξεργασία στη μονάδα καθαρισμού· και με νερό που έχει υποβληθεί σε ειδική πρόσθετη επεξεργασία, με στόχο τη μείωση των ρυπογόνων ουσιών.
Ο Rocco Protopapa, από την Περιφερειακή Υπηρεσία Άρδευσης και Δασικών Δραστηριοτήτων (ARIF), δημόσιο φορέα της περιφέρειας Απουλίας, εξηγεί ότι στους στόχους του ECO FLOW περιλαμβάνεται και «η σύγκριση των φυτών που αρδεύονται με νερό από τη γεώτρηση με εκείνα που λαμβάνουν επεξεργασμένο νερό και με εκείνα που λαμβάνουν νερό επεξεργασμένο με υπεροξείδιο του υδρογόνου. Θέλουμε να δούμε πόσο καρπό παράγουν και πώς τον παράγουν. Με αυτόν τον τρόπο αποφεύγουμε επίσης τη σπατάλη νερού που διαφορετικά θα κατέληγε στη θάλασσα», ανέφερε.
Στη μονάδα καθαρισμού του Γκαλιπόλι, το νερό που προορίζεται για το ECO FLOW υφίσταται ακόμη πιο εντατική επεξεργασία από εκείνη που πραγματοποιείται στις δεξαμενές της μονάδας, με τη χρήση της κατοχυρωμένης με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας τεχνολογίας μιας μικρής μονάδας που αναπτύχθηκε στο πλαίσιο ενός άλλου ευρωπαϊκού έργου, του RE-WATER.
Πώς λειτουργεί αυτή η πρόσθετη διαδικασία απολύμανσης του νερού;
Ο Fabrizio Dell’Anna, υπεύθυνος για τον τεχνικό συντονισμό και την ανάπτυξη του έργου στον οργανισμό Acquedotto Pugliese —ο οποίος διαχειρίζεται το ολοκληρωμένο σύστημα ύδρευσης και αποχέτευσης στις περιφέρειες Απουλίας και Καμπανίας— εξηγεί ότι η τεχνική «βασίζεται στη χρήση υπεροξειδίου του υδρογόνου σε συνδυασμό με υπεριώδη ακτινοβολία που παράγεται από μια λυχνία. Ο συνδυασμός αυτός οδηγεί στον σχηματισμό ενός εξαιρετικά δραστικού μορίου, ικανού να αποδομεί τους ρύπους. Η πρόκληση ήταν σημαντική, καθώς ο απαιτούμενος εξοπλισμός δεν υπήρχε στην αγορά». Ο αντιδραστήρας όπου βρίσκεται το νερό που υποβάλλεται σε αυτή την επεξεργασία είναι «θερμικά μονωμένος, ώστε να αποφεύγονται οι μεταβολές της θερμοκρασίας που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη δράση του υπεροξειδίου του υδρογόνου». Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι, όταν το νερό ανακυκλοφορούσε, αυξανόταν ο αριθμός των δραστικών μορίων που ήταν διαθέσιμα για την προσβολή των ρύπων, και έτσι ολοκλήρωσαν το σύστημα ώστε να επιτυγχάνεται αυτή η ανακυκλοφορία.
«Η χημική ένωση που επιτρέπει την απομάκρυνση των ρύπων παράγεται όταν το υπεροξείδιο του υδρογόνου εκτίθεται σε υπεριώδη ακτινοβολία. Υπήρχαν ήδη άλλες τεχνολογίες στον κόσμο, όμως η πραγματική πρωτοτυπία της εγκατάστασής μας βρίσκεται στο σύστημα ανακυκλοφορίας της. Αυτό το στάδιο της έρευνας ήταν συναρπαστικό: είχαμε μια διαίσθηση, τη δοκιμάσαμε και τα αποτελέσματα την επιβεβαίωσαν». — Fabrizio Dell’Anna, τεχνικός συντονισμός και ανάπτυξη έργου, Acquedotto Pugliese.
Ο προϋπολογισμός του ECO FLOW ξεπερνά το ενάμισι εκατομμύριο ευρώ. Το 75% χρηματοδοτείται από την πολιτική συνοχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το υπόλοιπο 25% από πόρους της Ελλάδας και της Ιταλίας, των δύο χωρών που συμμετέχουν στο έργο. Στην Ελλάδα, οι ερευνητές εργάστηκαν πάνω σε μια φυσική μεμβράνη για την αποτελεσματικότερη επεξεργασία και διήθηση των λυμάτων, ενώ στην Ιταλία επικεντρώθηκαν στη χημική λύση. Οι ειδικοί υπογράμμισαν ότι οι δύο λύσεις είναι συμπληρωματικές και ότι η σχετική τεχνογνωσία ανταλλάσσεται στο πλαίσιο του πιλοτικού έργου ECO FLOW.
Το εργαστήριο του Πολυτεχνείου του Μπάρι παρέχει τεχνική και επιστημονική υποστήριξη στην Acquedotto Pugliese, τον κύριο εταίρο του έργου για τα πειράματα που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο του ECO FLOW.
Ο Danilo Spasiano, καθηγητής και ερευνητής στο Πολυτεχνείο του Μπάρι, εξηγεί ότι η παρακολούθηση του ECO FLOW ξεκίνησε πρόσφατα. Οι ερευνητές μελετούν την ποιότητα του νερού και την ανάπτυξη των φυτών, αλλά και τα χαρακτηριστικά του εδάφους και τη συσσώρευση ενδεχόμενων ρύπων σε αυτό. Στο συγκεκριμένο έδαφος καλλιεργούνται οι δύο ποικιλίες ελιάς που αρδεύονται στο πλαίσιο του πειράματος: Favolosa και Lecciana, οι οποίες είναι αμφότερες ανθεκτικές στην Xylella.
«Ένα από τα βασικά ζητήματα που θα αξιολογήσουμε είναι η ποσότητα των αλάτων που ενδέχεται να συσσωρευτούν στο έδαφος. Θα μελετήσουμε επίσης την πιθανή παρουσία μικρορύπων ή αναδυόμενων ρύπων που μπορεί να συσσωρευτούν στις ελιές». — Danilo Spasiano, καθηγητής και ερευνητής, Πολυτεχνείο του Μπάρι.
Το πιλοτικό έργο θα διαρκέσει δύο χρόνια
Το αγρόκτημα Francesca Stajano παράγει περισσότερους από εξήντα τόνους ελιών τον χρόνο. Ο ιδιοκτήτης του, Antonio Astuto, αρδεύει ένα μέρος της παραγωγής με νερό από τη δική του γεώτρηση και έναν νεότερο ελαιώνα με επεξεργασμένο νερό από τη μονάδα καθαρισμού του Γκαλιπόλι, και παρατηρεί τη διαφορά.
«Δεν περιμέναμε ότι τα δέντρα ηλικίας μόλις τεσσάρων ετών θα άρχιζαν να καρποφορούν τόσο σύντομα. Γι’ αυτό χαρήκαμε ιδιαίτερα όταν είδαμε ότι τα φυτά αναπτύσσονταν ταχύτερα, πιθανότατα χάρη στο είδος του νερού που χρησιμοποιήθηκε», ανέφερε.
Στις εγκαταστάσεις του, τα ελαιόδεντρα αρδεύονται με σύστημα στάγδην άρδευσης, ώστε «να επιτυγχάνεται καλό αποτέλεσμα με τη μικρότερη δυνατή κατανάλωση νερού» και να αποφεύγεται η σπατάλη, καταλήγει.