Μετά τη συμφωνία με την Τσεχική Δημοκρατία, η Ιταλία ενισχύει τον άξονά της με την Πολωνία για αναθεώρηση του ETS, των δωρεάν ποσοστώσεων CO2 και των στόχων για τα αυτοκίνητα, στο όνομα της βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας.
Η Ιταλία αναζητά συμμάχους στην κεντροανατολική Ευρώπη για να επανεξετάσει τους περιβαλλοντικούς κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να μειώσει το κόστος της μετάβασης για τις επιχειρήσεις. Μετά τη συμφωνία με τη Δημοκρατία της Τσεχίας, η Ρώμη ενισχύει τον συντονισμό με την Πολωνία: ο υπουργός Επιχειρήσεων και Made in Italy, Αντόλφο Ούρσο, και ο Πολωνός υπουργός Οικονομικών και Οικονομίας, Αντρέι Ντομαńσκι, υπέγραψαν στη Βαρσοβία κοινή δήλωση για τις ευρωπαϊκές βιομηχανικές πολιτικές.
Στο επίκεντρο βρίσκεται το αίτημα να τροποποιηθεί το ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας των δικαιωμάτων εκπομπών, το ETS, και να αναθεωρηθούν οι κανόνες που συνοδεύουν την αποανθρακοποίηση της βιομηχανίας και της αυτοκινητοβιομηχανίας.
Ο δηλωμένος στόχος είναι να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων, μέσω φθηνότερης ενέργειας, πιο ευέλικτων ρυθμίσεων και μεγαλύτερης προστασίας για τις παραγωγές της ηπείρου. Έτσι η συζήτηση μεταφέρεται και στο επίπεδο φιλοδοξίας και στους χρόνους των ευρωπαϊκών κλιματικών πολιτικών: τα μέτρα για τη μείωση των εκπομπών αμφισβητούνται όλο και περισσότερο από κυβερνήσεις που φοβούνται ότι μπορεί να πλήξουν τη βιομηχανική παραγωγή.
ETS και δωρεάν δικαιώματα, Ιταλία και Πολωνία ζητούν αναθεώρηση
Η δήλωση που υπεγράφη στη Βαρσοβία, στο περιθώριο της ένατης υπουργικής συνάντησης των Friends of Industry, φέρνει στο προσκήνιο τη μεταρρύθμιση του ETS, του συστήματος που καθορίζει τιμή για τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα από ηλεκτροπαραγωγικές μονάδες και ενεργοβόρες βιομηχανίες. Ιταλία και Πολωνία κρίνουν ανεπαρκή την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και ζητούν οι στόχοι για τη μείωση των εκπομπών να προσαρμοστούν στις τεχνολογικές και οικονομικές δυνατότητες των επιχειρήσεων.
Ρώμη και Βαρσοβία θέλουν κυρίως να διατηρηθούν τα δωρεάν δικαιώματα εκπομπών χωρίς την εισαγωγή νέων όρων και να ανασταλεί η σταδιακή κατάργησή τους έως ότου αποδειχθεί η αποτελεσματικότητα του CBAM, του ευρωπαϊκού μηχανισμού που επιβάλλει κόστος συνδεδεμένο με τις εκπομπές άνθρακα σε ορισμένες εισαγωγές από χώρες εκτός ΕΕ. Το μέτρο αποσκοπεί στη μείωση του κινδύνου οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, οι οποίες υπόκεινται σε αυστηρότερους κλιματικούς περιορισμούς, να χάσουν ανταγωνιστικότητα έναντι εξωτερικών ανταγωνιστών ή να μεταφέρουν αλλού τις δραστηριότητές τους.
Η στάση των δύο κυβερνήσεων στοχεύει επομένως στο να επιβραδύνει ή να διορθώσει ορισμένα εργαλεία της μετάβασης, εν αναμονή απτών αποτελεσμάτων από τις δικλίδες προστασίας απέναντι στον διεθνή ανταγωνισμό. Πρόκειται για μια γραμμή που φέρνει στο προσκήνιο την προστασία της ευρωπαϊκής βιομηχανικής βάσης, αλλά ανοίγει και συζήτηση για τη σχέση ανάμεσα στην ανταγωνιστικότητα, τη μείωση των εκπομπών και τον σεβασμό των κλιματικών στόχων της Ένωσης.
Από τη Δημοκρατία της Τσεχίας στην Πολωνία: η ιταλική στρατηγική προς Ανατολάς
Η συμφωνία με τη Βαρσοβία δεν είναι μεμονωμένη κίνηση. Στις 20 Μαΐου 2026 ο Ούρσο είχε συναντήσει στη Ρώμη τον Τσέχο υπουργό Βιομηχανίας και Εμπορίου, Κάρελ Χάβλιτσεκ, για να ενισχύσουν τη συνεργασία γύρω από ETS, CBAM, αυτοκινητοβιομηχανία, απλοποίηση των κανόνων και διάστημα. Τότε οι δύο κυβερνήσεις είχαν επαναλάβει την ανάγκη για πιο βιώσιμους κανόνες για τις επιχειρήσεις και για τεχνολογική ουδετερότητα.
Ο συντονισμός στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο πολιτικό επίπεδο. Στις 29 Σεπτεμβρίου, στην Πράγα, η πρόεδρος της κυβέρνησης Τζόρτζια Μελόνι και ο Τσέχος πρωθυπουργός Αντρέι Μπάμπις συζήτησαν για τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα, το ενεργειακό κόστος και την αναθεώρηση της ευρωπαϊκής αγοράς CO2, επεξεργαζόμενοι κοινές προτάσεις που θα παρουσιαστούν στα όργανα της ΕΕ. Το εμπορικό ισοζύγιο ανάμεσα σε Ιταλία και Δημοκρατία της Τσεχίας έφτασε το 2025 τα 18,35 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά 7,8% σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Η στάση στην Πολωνία εδραιώνει έτσι έναν άξονα με κυβερνήσεις που ζητούν μεγαλύτερη ευελιξία στην εφαρμογή των κλιματικών πολιτικών και αναθεώρηση του κόστους που βαραίνει τη βιομηχανία. Ο ιταλικός στόχος είναι να δημιουργηθεί κρίσιμη μάζα στο Συμβούλιο και στα ευρωπαϊκά υπουργικά φόρουμ, ώστε να επηρεαστούν οι προτάσεις της Επιτροπής. Δεν πρόκειται για μέτωπο αποκλειστικά ανατολικών χωρών: το σχήμα Friends of Industry περιλαμβάνει και άλλα μεγάλα βιομηχανικά κράτη, όπως η Γαλλία, η Γερμανία και η Ισπανία.
Αυτοκινητοβιομηχανία, χαλάρωση της αυστηρότητας για το 2035 και χώρος στα βιοκαύσιμα
Ένα ακόμη βασικό σημείο της συμφωνίας αφορά τον κλάδο του αυτοκινήτου. Ιταλία και Πολωνία ζητούν αναθεώρηση των στόχων και των ευρωπαϊκών πορειών για τη μείωση των εκπομπών CO2 από τα αυτοκίνητα, ξεκινώντας από το πλαίσιο που προβλέπεται για το 2035. Οι δύο χώρες θέλουν οι κανόνες να αναγνωρίσουν μια νέα κατηγορία οχημάτων που κινούνται με κλιματικά ουδέτερα καύσιμα, συμπεριλαμβανομένων των βιοκαυσίμων.
Το αίτημα εντάσσεται στη ιταλική μάχη για τεχνολογική ουδετερότητα: σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, οι κλιματικοί στόχοι δεν θα πρέπει να ευνοούν μια μόνο τεχνολογική λύση, αλλά να επιτρέπουν τη συμβολή διαφορετικών επιλογών ικανών να μειώσουν τις εκπομπές. Πρόκειται για θέση που επιδιώκει να αναθεωρήσει τη σημερινή ευρωπαϊκή νομοθετική πορεία, με πιθανές επιπτώσεις στις επενδύσεις των αυτοκινητοβιομηχανιών και σε ολόκληρη την αλυσίδα των προμηθευτών.
Στο τραπέζι βρίσκεται επίσης το Act for Industrial Acceleration, με το οποίο οι δύο κυβερνήσεις στηρίζουν μια ευρωπαϊκή προτίμηση για τις παραγωγές που πραγματοποιούνται εντός της Ένωσης, ανοικτή σε αξιόπιστους εταίρους βάσει αμοιβαιότητας. Στόχος είναι να ενισχυθεί η παραγωγική ικανότητα των 27 και να προστατευθούν οι στρατηγικοί κλάδοι από τον αθέμιτο ανταγωνισμό.
Ενέργεια, χάλυβας και προηγμένες τεχνολογίες: οι άλλες προτεραιότητες της συμφωνίας
Η δήλωση θίγει και το κόστος της ενέργειας, το οποίο οι δύο χώρες θεωρούν έναν από τους βασικούς φραγμούς στην βιομηχανική ανταγωνιστικότητα. Ιταλία και Πολωνία ζητούν επείγοντα ευρωπαϊκά μέτρα για μείωση των τιμών, ενίσχυση των δικτύων, θωράκιση της ασφάλειας εφοδιασμού και προώθηση κοινών αγορών.
Για τη χημική βιομηχανία και τη χαλυβουργία, η συμφωνία στοχεύει στον εκσυγχρονισμό των εγκαταστάσεων και σε πιο αποτελεσματική προστασία απέναντι σε αθέμιτες εμπορικές πρακτικές. Οι δύο κυβερνήσεις αναγνωρίζουν επίσης τη στρατηγική σημασία του σιδηρούχου σκραπ, μιας σημαντικής πρώτης ύλης για την παραγωγή χάλυβα, και ζητούν ευρωπαϊκό πλαίσιο που να περιορίζει τις εξαγωγές του ώστε να αποφευχθούν ελλείψεις εις βάρος των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων.
Η συνεργασία θα επεκταθεί στην τεχνητή νοημοσύνη, την υπολογιστική υψηλών επιδόσεων, τις κβαντικές τεχνολογίες και τον αεροδιαστημικό τομέα, καθώς και σε πιθανές πρωτοβουλίες στη άμυνα. Προβλέπονται τακτικές επαφές μεταξύ των υπουργείων και των αντίστοιχων τεχνικών υπηρεσιών, ιδίως ενόψει του Συμβουλίου Ανταγωνιστικότητας της ΕΕ, καθώς και οικονομικά φόρουμ και δράσεις ανάμεσα σε επιχειρήσεις και βιομηχανικές ενώσεις.
Με τη δήλωση της Βαρσοβίας, η ιταλική κυβέρνηση ενισχύει μια γραμμή που επιδιώκει να διορθώσει τους ευρωπαϊκούς περιβαλλοντικούς κανόνες όταν θεωρούνται υπερβολικά επιβαρυντικοί για τη βιομηχανική παραγωγή. Το αίτημα δεν αφορά μόνο την απλούστευση της γραφειοκρατίας: αγγίζει άμεσα την τιμή του άνθρακα, τα δωρεάν δικαιώματα, τους στόχους για την αυτοκινητοβιομηχανία και τις δικλίδες προστασίας για τις επιχειρήσεις που είναι εκτεθειμένες στον διεθνή ανταγωνισμό.