Η επιτροπή Περιβάλλοντος ενέκρινε τη μείωση του στόχου περιορισμού των εκπομπών από 100% σε 87,5% – Συμφωνία ΕΛΚ, Σοσιαλιστών και Renew Europe για μεγαλύτερη ευελιξία στους κατασκευαστές – Αντιδράσεις από τους Πράσινους
Οι ευρωβουλευτές της επιτροπής Περιβάλλοντος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου τάχθηκαν την Τετάρτη υπέρ της χαλάρωσης του στόχου της ΕΕ για τις εκπομπές των αυτοκινήτων έως το 2035, από το 100% στο 87,5%, καθώς εντείνεται η πίεση προς τις Βρυξέλλες να προσφέρουν μεγαλύτερη ευελιξία στην αυτοκινητοβιομηχανία, η οποία αντιμετωπίζει δυσκολίες κατά τη μετάβασή της στα ηλεκτρικά οχήματα.
Οι ευρωβουλευτές ψήφισαν υπέρ της χαλάρωσης των απαιτήσεων για τις εκπομπές των καινούργιων αυτοκινήτων και φορτηγών, δίνοντας στους κατασκευαστές μεγαλύτερα περιθώρια για την εκπλήρωση των κλιματικών τους υποχρεώσεων.
Η απόφαση υπερβαίνει την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία προέβλεπε τη μείωση του στόχου για το 2035 από 100% σε 90%.
Σύμφωνα με τον συμβιβασμό που επιτεύχθηκε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, οι κατασκευαστές που χρησιμοποιούν χάλυβα φιλικό προς το κλίμα θα λαμβάνουν επιπλέον πίστωση 7,5%, ενώ ο στόχος για τα φορτηγάκια θα μειωθεί από 90% σε 80%.
Η ψηφοφορία σηματοδοτεί μια σημαντική αλλαγή στην κλιματική πολιτική της ΕΕ και στους συσχετισμούς δυνάμεων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όπου μέχρι πρότινος υπήρχε ευρεία πολιτική συναίνεση υπέρ της σταδιακής αυστηροποίησης των προτύπων εκπομπών CO2.
Με το αυξανόμενο ενεργειακό κόστος να απειλεί τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης, οι ευρωβουλευτές εστιάζουν όλο και περισσότερο στην προστασία της αυτοκινητοβιομηχανίας. Σύμφωνα με το κέντρο μελετών Bruegel, η ευρωπαϊκή παραγωγή αυτοκινήτων παραμένει περίπου 19% έως 20% χαμηλότερη από τα επίπεδα του 2019, πριν από την πανδημία.
Τον συμβιβασμό διαπραγματεύτηκαν το κεντροδεξιό Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα (ΕΛΚ), οι κεντροαριστεροί Σοσιαλιστές και Δημοκράτες (S&D) και η κεντρώα ομάδα Renew Europe. Η συμφωνία αντανακλά τις πάγιες διεκδικήσεις του ΕΛΚ για μεγαλύτερη ευελιξία στους κατασκευαστές αυτοκινήτων, οι οποίοι αντιμετωπίζουν έντονο ανταγωνισμό από την Κίνα, υποτονικές πωλήσεις ηλεκτρικών οχημάτων και αυξανόμενο κόστος παραγωγής.
Οι τρεις πολιτικές ομάδες είχαν ήδη καταλήξει σε συμβιβασμό, παρόμοια εκδοχή του οποίου εγκρίθηκε από τις επιτροπές Μεταφορών και Βιομηχανίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις 22 Οκτωβρίου.
Ο Ιταλός ευρωβουλευτής Μασιμιλιάνο Σαλίνι, επικεφαλής διαπραγματευτής του ΕΛΚ για τη συγκεκριμένη νομοθεσία, χαιρέτισε την ψηφοφορία ως νίκη της εκστρατείας της πολιτικής του ομάδας για τη χαλάρωση των περιορισμών στους κινητήρες εσωτερικής καύσης.
«Η ομάδα του ΕΛΚ κατάφερε να ενώσει το πολιτικό κέντρο της Ευρώπης γύρω από έναν σαφή στόχο: τη στήριξη της αυτοκινητοβιομηχανίας μας, την προστασία των ευρωπαϊκών θέσεων εργασίας και την παροχή στους κατασκευαστές της ελευθερίας να αναπτύξουν τις καλύτερες τεχνολογίες», δήλωσε ο Σαλίνι.
Το ΕΛΚ, το οποίο στο παρελθόν συνέβαλε στη διατήρηση της ευρωπαϊκής κλιματικής νομοθεσίας μαζί με τους Σοσιαλιστές, τους Φιλελεύθερους και τους Πράσινους, αμφισβητεί όλο και περισσότερο τον ρυθμό και τον σχεδιασμό της πράσινης μετάβασης, συμμαχώντας κατά καιρούς με την ακροδεξιά.
Οι Πράσινοι προειδοποίησαν ότι η κίνηση αυτή απειλεί τη διακομματική συναίνεση που στήριξε την Πράσινη Συμφωνία της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν.
Ρήξη με το παρελθόν
Η ψηφοφορία σηματοδοτεί απομάκρυνση από τον αρχικό σχεδιασμό της ΕΕ, ο οποίος προέβλεπε ουσιαστικά τον τερματισμό των πωλήσεων καινούργιων αυτοκινήτων με κινητήρες εσωτερικής καύσης από το 2035, παρά την υποστήριξη αρκετών κρατών μελών και ομάδων που προωθούν την ηλεκτροκίνηση.
Η Πράσινη Συμφωνία αποτέλεσε ένα από τα εμβληματικά επιτεύγματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της περιόδου 2019-2024, όταν οι Πράσινοι διέθεταν 18 περισσότερες έδρες σε σύγκριση με σήμερα.
Ο αρχικός στόχος για μηδενικές εκπομπές από τα καινούργια αυτοκίνητα και φορτηγάκια έως το 2035 υιοθετήθηκε τελικά το 2023, παρά τις αντιδράσεις τμημάτων της κεντροδεξιάς. Οι Πράσινοι ήταν μεταξύ των ισχυρότερων υποστηρικτών του, θεωρώντας ότι ήταν απαραίτητος για να δοθεί στους κατασκευαστές ένα σαφές μήνυμα για τις επενδύσεις τους και να επιταχυνθεί η μετάβαση στα ηλεκτρικά οχήματα.
Ωστόσο, η σημερινή αναθεώρηση αντανακλά επίσης την πολιτική πίεση που έχει συσσωρευτεί έκτοτε, με αρκετούς επικριτές να υποστηρίζουν ότι η ΕΕ δεν διαθέτει επαρκείς υποδομές φόρτισης για την εξάπλωση των ηλεκτρικών οχημάτων.
Αντιμέτωπη με τις αυξανόμενες πιέσεις από τις αυτοκινητοβιομηχανίες και τις εθνικές κυβερνήσεις, ιδιαίτερα της Γερμανίας και της Ιταλίας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναθεώρησε την αρχική της πρόταση τον Δεκέμβριο του 2025, προτείνοντας την αποδυνάμωση του στόχου για το 2035, από μείωση των εκπομπών κατά 100% σε μείωση κατά 90%.
Το υπόλοιπο 10% θα μπορούσε να αντισταθμιστεί μέσω πιστώσεων που συνδέονται με την παραγωγή χάλυβα χαμηλών εκπομπών άνθρακα στην ΕΕ και τη χρήση βιώσιμων καυσίμων. Αυτό θα επέτρεπε στα plug-in υβριδικά, ακόμη και στα αυτοκίνητα με κινητήρες ντίζελ και βενζίνης, να παραμείνουν στην αγορά και μετά το 2035. Πρόκειται για σημαντική παραχώρηση στο επιχείρημα ότι η πράσινη μετάβαση δεν πρέπει να γίνεται εις βάρος της βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας.
Το ΕΛΚ πιέζει για τεχνολογική ευελιξία
Το ΕΛΚ υποστηρίζει ότι οι κατασκευαστές αυτοκινήτων χρειάζονται μεγαλύτερα περιθώρια τεχνολογικών επιλογών, προκειμένου να παραμείνουν ανταγωνιστικοί και να προστατεύσουν τις θέσεις εργασίας. Ο συμβιβασμός με τους Σοσιαλιστές και το Renew δείχνει ότι οι ανησυχίες για τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα διαπερνούν όλο και περισσότερο τις παραδοσιακές πολιτικές διαχωριστικές γραμμές στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Συνολικά, η πολιτική συμφωνία που επιτεύχθηκε την Τετάρτη αντανακλά την αυξανόμενη ανησυχία κυβερνήσεων και ευρωβουλευτών για την ταχύτητα και το κόστος της μετάβασης της αυτοκινητοβιομηχανίας.
Η Γερμανία και η Γαλλία, όπου εδρεύουν δύο από τις μεγαλύτερες αυτοκινητοβιομηχανίες της Ευρώπης, συγκαταλέγονται στις χώρες που ζητούν μεγαλύτερη ευελιξία. Οι δύο χώρες κατέληξαν μάλιστα σε δική τους γαλλογερμανική συμφωνία για την αυτοκινητοβιομηχανία, στην οποία ο φιλικός προς το κλίμα χάλυβας διαδραματίζει πολύ μικρότερο ρόλο.
Ο βετεράνος Γερμανός ευρωβουλευτής Πέτερ Λίζε, εκπρόσωπος του ΕΛΚ για την κλιματική πολιτική, χαιρέτισε την πολιτική βούληση που επέδειξαν οι διαφορετικές ομάδες.
«Θέλουμε κλιματική ουδετερότητα, αλλά με τους κανόνες που συμφωνήσαμε τώρα διασφαλίζουμε επίσης την τεχνολογική ουδετερότητα. Προσωπικά είμαι πεπεισμένος ότι το μέλλον ανήκει στα ηλεκτρικά αυτοκίνητα. Ωστόσο, τα ηλεκτρικά οχήματα με συστήματα επέκτασης αυτονομίας, καθώς και τα plug-in υβριδικά με μεγάλη ηλεκτρική αυτονομία, θα έχουν επίσης ρόλο να διαδραματίσουν το 2035 και μετά», δήλωσε ο Λίζε.
Οι Πράσινοι ευρωβουλευτές άσκησαν κριτική στις προτεινόμενες αλλαγές, προειδοποιώντας ότι η χαλάρωση των απαιτήσεων για το 2035 θα μπορούσε να επιβραδύνει τη μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση και να υπονομεύσει την επενδυτική βεβαιότητα για τους κατασκευαστές που έχουν ήδη δεσμευτεί στην ηλεκτροκίνηση.
Ο Γερμανός ευρωβουλευτής των Πρασίνων Μίχαελ Μπλος χαρακτήρισε την ψηφοφορία «κακή συμφωνία» για την ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία, υποστηρίζοντας ότι οι συνεχείς αλλαγές πολιτικής είναι πιο επιζήμιες από το υψηλό κόστος παραγωγής στην Ευρώπη.
«Ενώ οι πωλήσεις ηλεκτρικών αυτοκινήτων εκτοξεύονται, η πλειοψηφία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στέλνει ένα μήνυμα αβεβαιότητας. Το γεγονός ότι οι Σοσιαλδημοκράτες και οι Συντηρητικοί συμβάλλουν στη διακινδύνευση της επενδυτικής ασφάλειας και των βιομηχανικών θέσεων εργασίας αποτελεί μια αντίφαση που δύσκολα θα μπορούσε να είναι πιο κραυγαλέα», δήλωσε ο Μπλος στο Euronews.
«Η Ευρώπη διαθέτει τα εργοστάσια και τους εξειδικευμένους εργαζομένους για να κατασκευάσει αυτοκίνητα κορυφαίας ποιότητας για την ηλεκτρική εποχή, αλλά χρειάζεται σαφή πολιτική στήριξη προς αυτή την κατεύθυνση».
Η συμφωνία πρέπει ακόμη να εγκριθεί από την Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και να ολοκληρωθούν οι διαπραγματεύσεις με τα κράτη μέλη της ΕΕ, προτού μπορέσει να γίνει νόμος.