Η Τράπεζα εκτιμά ότι το εθνικό ποσοστό μειώθηκε από 17% το 2021 σε 5,8% το 2025, με 3,7 εκατ. ανθρώπους να περνούν πάνω από το όριο. Η κυβέρνηση αναφέρει χωριστά 3,6% για τους πρώτους εννέα μήνες του 2026
Σημαντική μείωση κατέγραψε το εθνικό ποσοστό φτώχειας στο Ουζμπεκιστάν, από 17% το 2021 σε 5,8% το 2025, σύμφωνα με την Αξιολόγηση Φτώχειας και Ισότητας της Παγκόσμιας Τράπεζας. Σε πρόσφατη συνέντευξη Τύπου, το υπουργείο Απασχόλησης και Μείωσης της Φτώχειας της χώρας ανέφερε περαιτέρω υποχώρηση στο 3,6% κατά τους πρώτους εννέα μήνες του 2026.
Η Παγκόσμια Τράπεζα εκτιμά ότι περίπου 3,7 εκατ. άνθρωποι πέρασαν πάνω από το εθνικό όριο φτώχειας την περίοδο 2021-2025.
Χρησιμοποιώντας το όριο φτώχειας για ανώτερο μεσαίο εισόδημα της Τράπεζας, που ορίζεται στα 8,30 δολάρια ανά άτομο την ημέρα, προσαρμοσμένο για αγοραστική δύναμη, το ποσοστό φτώχειας στο Ουζμπεκιστάν υποχώρησε από 38,1% σε 12,4% την ίδια περίοδο.
Από τα περίπου 21 εκατ. ανθρώπους που πέρασαν πάνω από αυτό το διεθνές όριο σε όλη την Ευρώπη και την Κεντρική Ασία, σχεδόν το 40% βρισκόταν στο Ουζμπεκιστάν. Σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, αυτό κατατάσσει τη χώρα μεταξύ των 15 μεγαλύτερων επεισοδίων μείωσης της φτώχειας που έχουν καταγραφεί παγκοσμίως από το 2000.
«Περισσότερες θέσεις εργασίας και υψηλότεροι μισθοί ήταν οι βασικοί κινητήριοι παράγοντες της προόδου του Ουζμπεκιστάν στη μείωση της φτώχειας», δήλωσε στο Euronews ο διευθυντής τμήματος της Παγκόσμιας Τράπεζας για την Κεντρική Ασία, Νατζί Μπενχασίν.
Υψηλότεροι μισθοί και περισσότερες δουλειές τροφοδοτούν την πρόοδο
Σύμφωνα με την αξιολόγηση, οι αυξήσεις μισθών αντιστοιχούν σε 6,1 ποσοστιαίες μονάδες από τη συνολική μείωση της φτώχειας κατά 8,4 ποσοστιαίες μονάδες, που καταγράφηκε την περίοδο 2022-2025. Η διεύρυνση της μισθωτής απασχόλησης αναγνωρίστηκε επίσης ως παράγοντας που συνέβαλε στην υποχώρηση.
Οι πραγματικοί μισθοί των χαμηλόμισθων εργαζομένων αυξήθηκαν τουλάχιστον κατά 11 - 12% ετησίως, αφού ληφθεί υπόψη ο πληθωρισμός.
Μεταξύ των ανδρών στο φτωχότερο 20% του πληθυσμού του Ουζμπεκιστάν, το ποσοστό απασχόλησης αυξήθηκε από 38% το 2022 σε 65% το 2025. Την ίδια περίοδο, το ποσοστό τους στη μισθωτή απασχόληση ανέβηκε από 18% σε 46%.
Ωστόσο, η Παγκόσμια Τράπεζα εντόπισε και προβλήματα στην ποιότητα και τη σταθερότητα της απασχόλησης. Περίπου το 60% των φτωχών ανδρών μισθωτών εργάζεται άτυπα, ενώ πάνω από το 40% απασχολείται σε ευκαιριακές, προσωρινές ή εποχικές θέσεις.
«Οι εργαζόμενοι σε αυτές τις συνθήκες αντιμετωπίζουν μεγαλύτερη αβεβαιότητα ως προς το εισόδημα και λιγότερες ευκαιρίες να ενισχύσουν την οικονομική τους ασφάλεια», είπε στο Euronews ο Μπενχασίν.
Σε ξεχωριστή ανακοίνωση, το υπουργείο Απασχόλησης και Μείωσης της Φτώχειας του Ουζμπεκιστάν ανέφερε ότι 824.000 άνθρωποι τοποθετήθηκαν σε μόνιμες θέσεις εργασίας κατά τους πρώτους εννέα μήνες του 2026, ενώ η απασχόληση 980.000 άτυπων εργαζομένων νομιμοποιήθηκε.
Μια διευρυνόμενη μεσαία τάξη
Το ποσοστό του πληθυσμού του Ουζμπεκιστάν που ταξινομείται ως μεσαία τάξη αυξήθηκε από 37% το 2021 σε πάνω από 72% το 2025, σύμφωνα με την αξιολόγηση της Παγκόσμιας Τράπεζας.
Η Τράπεζα διακρίνει ανάμεσα σε νοικοκυριά κατώτερης και ανώτερης μεσαίας τάξης, ανάλογα με την οικονομική τους ασφάλεια και τον κίνδυνο επιστροφής στη φτώχεια. Το ποσοστό της ανώτερης μεσαίας τάξης αυξήθηκε από 8% σε 31% την ίδια περίοδο.
Περίπου το 22% του πληθυσμού του Ουζμπεκιστάν παρέμεινε πάντως οικονομικά ευάλωτο το 2025, πράγμα που σημαίνει ότι απώλειες εργασίας, ασθένεια ή άλλα οικονομικά σοκ θα μπορούσαν να οδηγήσουν αυτά τα νοικοκυριά πίσω στη φτώχεια.
«Η πρόοδος είναι πραγματική, αλλά δεν είναι πλήρως προστατευμένοι από το ενδεχόμενο επιστροφής στη φτώχεια όλοι όσοι έχουν περάσει πάνω από το όριο φτώχειας», εξήγησε ο Μπενχασίν.
Η Παγκόσμια Τράπεζα διαπίστωσε επίσης περιφερειακές διαφορές στην οικονομική ευαλωτότητα. Το 2025, ποσοστό 2% των κατοίκων στην πρωτεύουσα, την Τασκένδη, ταξινομήθηκε ως ευάλωτο σε επιστροφή στη φτώχεια, σε σύγκριση με 32% στην Αντζιάν, μια περιοχή στην ανατολική πλευρά του Ουζμπεκιστάν.
Κυβερνητικά μέτρα και ανοιχτές προκλήσεις
Η διεύρυνση της πρόσβασης σε σταθερή απασχόληση, ιδίως για τις γυναίκες και για όσους ζουν εκτός μεγάλων οικονομικών κέντρων, περιλαμβάνεται στις προτεραιότητες που αναγνωρίζει η Παγκόσμια Τράπεζα.
Οι γυναίκες αντιστοιχούν στο 92% των οικονομικά ανενεργών ενηλίκων σε φτωχά και ευάλωτα νοικοκυριά. Από αυτές τις γυναίκες, το 85% αναφέρει τις οικιακές και φροντιστικές υποχρεώσεις ως βασικό λόγο που δεν εργάζονται.
Η αξιολόγηση εντόπισε επίσης χάσμα αμοιβών μεταξύ των φύλων της τάξης του 35 - 40%, που αντανακλά διαφορές στους κλάδους απασχόλησης, στις ώρες εργασίας, στις δεξιότητες και στην επαγγελματική εμπειρία.
Η Παγκόσμια Τράπεζα συστήνει την επέκταση προσιτών υπηρεσιών φύλαξης παιδιών, ολοήμερης σχολικής φοίτησης και επαγγελματικής κατάρτισης, παράλληλα με μεταρρυθμίσεις για τη βελτίωση του ανταγωνισμού, την ενίσχυση της πρόσβασης στη χρηματοδότηση και την ενθάρρυνση πιο παραγωγικής απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα.
Κατά την παρουσίαση της αξιολόγησης, ο υπουργός Απασχόλησης και Μείωσης της Φτώχειας του Ουζμπεκιστάν, Μποτίρ Ζοχίντοβ, είπε ότι τα ευρήματά της επιβεβαιώνουν τα αποτελέσματα των μεταρρυθμίσεων στην απασχόληση και την κοινωνική προστασία.
«Το υπουργείο θα συνεχίσει να εργάζεται για την επέκταση της πρόσβασης σε αξιοπρεπείς θέσεις εργασίας, την αύξηση των εισοδημάτων των νοικοκυριών και την ενίσχυση του συστήματος κοινωνικής προστασίας», ανέφερε.
Η κυβέρνηση έχει επίσης ανακοινώσει αλλαγές στα προγράμματα μείωσης της φτώχειας.
Σε σύσκεψη υπό την προεδρία του προέδρου Σαβκάτ Μιρζιγιογέφ στις 3 Σεπτεμβρίου, η προεδρική διοίκηση ανέφερε ότι 15.000 από τις 86.000 μικρές επιχειρήσεις που δημιουργήθηκαν στις περιφέρειες της χώρας κατά τον προηγούμενο χρόνο είχαν σταματήσει τη λειτουργία τους. Άλλοι 62.000 δανειολήπτες αντιμετώπιζαν δυσκολίες στην αποπληρωμή των δανείων, καθώς δεν κατάφεραν να αναπτύξουν τις επιχειρήσεις τους όπως είχαν σχεδιάσει.
Η κυβέρνηση ανακοίνωσε σχέδια για μεταφορά περισσότερων αρμοδιοτήτων χρηματοδότησης στις περιφερειακές αρχές και για αλλαγή του τρόπου αξιολόγησης των κρατικά υποστηριζόμενων επιχειρηματικών προγραμμάτων.
Με βάση τη νέα προσέγγιση, η αποτελεσματικότητα αυτών των προγραμμάτων θα μετράται από τις μόνιμες θέσεις εργασίας και τα σταθερά εισοδήματα νοικοκυριών που δημιουργούν, και όχι από το ύψος της χορηγούμενης πίστης.