Μια σχεδόν “πολιτισμένη” λύση, έστω κι αν η πώληση γίνει σε τιμή κάτω από την αγορά, ξεχωρίζει από τις πρόσφατες αποφάσεις του Κρεμλίνου για δήμευση των μονάδων των Auchan, Leroy Merlin, Nestlé και Metro.
Τη Δευτέρα ο πρόεδρος της Ρωσίας Βλαντίμιρ Πούτιν υπέγραψε διάταγμα που επιτρέπει στην ιταλική τράπεζα UniCredit να πουλήσει μέρος των δραστηριοτήτων της στη Ρωσία, ανοίγοντας τον δρόμο για τη μείωση της παρουσίας της μιλανέζικης ομάδας στη χώρα.
Η UniCredit Bank δραστηριοποιείται στη Ρωσία από το 1989 και συγκαταλέγεται στις 30 μεγαλύτερες τράπεζες της χώρας· συνέχισε τη λειτουργία της στη Ρωσία μετά την πλήρους κλίμακας εισβολή στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022.
Τον Μάιο η τράπεζα με έδρα το Μιλάνο ανακοίνωσε (πηγή στα Ρωσικά) ότι σχεδιάζει να πουλήσει μέρος της ρωσικής θυγατρικής της σε «έναν έγκυρο ιδιώτη επενδυτή από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα», ο οποίος «διατηρεί μακρόχρονες σχέσεις με την τοπική θεσμική και επιχειρηματική κοινότητα», διατηρώντας παράλληλα τμήμα του κλάδου που συνδέεται με υπηρεσίες πληρωμών.
Η εφημερίδα «Коммерсантъ» έγραφε (πηγή στα Ρωσικά), ότι ο επενδυτής που ενδιαφέρεται για τα περιουσιακά στοιχεία εκπροσωπεί την «Alfa-Group», έναν διεθνή όμιλο που χαίρει της εύνοιας του Κρεμλίνου, ένας από τους ιδρυτές του οποίου είναι ο πρόσφατα απαλλαγμένος από τις ευρωπαϊκές κυρώσεις Μιχαήλ Φρίντμαν.
Το διάταγμα «επιτρέπει την αναδιοργάνωση» της εταιρείας στη Ρωσία, η οποία προβλέπει την απόσχιση από το ρωσικό νομικό πρόσωπο UniCredit Bank μιας νέας εταιρείας που θα παραμείνει στην ιδιοκτησία της ιταλικής UniCredit.
Σύμφωνα με το διάταγμα, το 100% των μετοχών της ρωσικής UniCredit Bank θα εξαγοραστεί από την ιταλική ομάδα.
Η «νέα τράπεζα» που θα προκύψει από την απόσχιση θα παραμείνει στους Ιταλούς και θα επικεντρωθεί σε διεθνείς πληρωμές σε ευρώ και δολάρια για εταιρικούς πελάτες που δεν τελούν υπό κυρώσεις.
Το υπόλοιπο τμήμα της δραστηριότητας θα περάσει στον αγοραστή, το όνομα του οποίου η UniCredit δεν έχει αποκαλύψει.
Η ιταλική ομάδα υπολόγισε την αρνητική επίδραση της συμφωνίας στα οικονομικά της αποτελέσματα σε 3–3,3 δισ. ευρώ.
Δείτε ποιος έφυγε
Χωρίς την προσωπική έγκριση του Ρώσου προέδρου η συμφωνία δεν θα ήταν δυνατή, γράφει το RFERL (πηγή στα Ρωσικά). Από το 2022, σύμφωνα με διάταγμα για ειδικά μέτρα σε σχέση με τις λεγόμενες «μη φιλικές» χώρες, η UniCredit Bank περιλαμβάνεται στον κατάλογο των τραπεζών για τις συναλλαγές με τις μετοχές των οποίων απαιτείται ειδική άδεια.
Τον Νοέμβριο του 2024 η Κεντρική Τράπεζα διατήρησε (πηγή στα Ρωσικά) χωρίς αλλαγές τον αναθεωρημένο και μειωμένο κατάλογο 13 συστημικά σημαντικών πιστωτικών οργανισμών, κρατώντας σε αυτόν την UniCredit και τη Raiffeisenbank, παρά τις απαιτήσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να κλείσουν τις δραστηριότητές τους στη Ρωσία και τις δηλώσεις των ίδιων των τραπεζών ότι σκοπεύουν να περιορίσουν τις επιχειρήσεις τους στη χώρα.
Πέρα από αυτές τις δύο «συστημικές» δυτικές τράπεζες, στη Ρωσία συνεχίζουν σε μικρότερο βαθμό τη δραστηριότητά τους η επίσης ιταλική Intesa Sanpaolo (περιορισμένη παρουσία στον εταιρικό τραπεζικό τομέα, έλαβε υπό όρους άδεια εξόδου από την αγορά βάσει προεδρικού διατάγματος και έχει μειώσει αισθητά το χαρτοφυλάκιό της) καθώς και η ουγγρική OTP Bank (αποφεύγει την πλήρη αποχώρηση από την αγορά, συνεχίζει να λειτουργεί μέσω της ρωσικής θυγατρικής της).
Παράλληλα με την ανάγκη για «ευλογία του Κρεμλίνου» ώστε να αποχωρήσει κανείς από τη Ρωσία, οι όροι αυτής της εξόδου σκληρύνθηκαν δραστικά το 2022: κατά την πώληση ξένης τράπεζας η έκπτωση πρέπει να είναι (πηγή στα Ρωσικά) τουλάχιστον 60% της αγοραίας αξίας, ενώ απαιτείται και «εθελοντική» εισφορά στον προϋπολογισμό της Ρωσικής Ομοσπονδίας τουλάχιστον 35% – κάτι που θέτει ευθέως τα δυτικά νομικά πρόσωπα σε κίνδυνο παραβίασης των αντιρωσικών κυρώσεων της ΕΕ και των ΗΠΑ, καθώς μπορεί να θεωρηθεί ενίσχυση της «πολεμικής κάσας» της Μόσχας.
Σε απάντηση στις επανειλημμένες εκκλήσεις των ευρωπαϊκών αρχών και ρυθμιστών να εγκαταλείψουν τη Ρωσία, η μιλανέζικη ομάδα επικαλούνταν (πηγή στα Ρωσικά) ακριβώς την αδυναμία να το πράξει χωρίς το «πράσινο φως» από το Κρεμλίνο – αλλά και το γεγονός ότι οι Ιταλοί δεν είχαν καμία διάθεση να πουλήσουν τον ρωσικό τους βραχίονα για ψίχουλα, όπως αναγκάστηκαν να κάνουν πολλές άλλες εταιρείες.
Από την αρχή της σύγκρουσης στην Ουκρανία, εκατοντάδες ξένες εταιρείες έχουν είτε αποχωρήσει πλήρως είτε τουλάχιστον περιορίσει δραστικά τη δραστηριότητά τους στη Ρωσία.
Η τύχη όσων παρέμειναν – «χωρίς να υποκύψουν στην αντιρωσική υστερία», όπως λέει το καθεστώς της Μόσχας – αποδείχθηκε, παρά αυτή την έγκριση «από πάνω», όχι πάντα ομαλή.
Για παραδείγματα δεν χρειάζεται να πάει κανείς μακριά: στις 17 Σεπτεμβρίου ο Πούτιν υπέγραψε διάταγμα με το οποίο η διαχείριση μεριδίων και μετοχών σε 16 επιχειρήσεις που συνδέονται με τη Nestlé, την Auchan και ορισμένες άλλες δυτικές ομάδες περνά στη σχεδόν άγνωστη εταιρεία L.E.V. Management – η οποία, όπως αποδείχθηκε αργότερα, έχει δεσμούς με τις ρωσικές δυνάμεις ασφαλείας.
Λίγες ημέρες αργότερα, ο γερμανικός όμιλος χονδρικής και λιανικής τροφίμων Metro AG έχασε τη Δευτέρα τον λειτουργικό έλεγχο της ρωσικής θυγατρικής του: ο Πούτιν την «μεταβίβασε» στην εταιρεία UK Torg RUS.
Σε ερώτηση αν οι επόμενες θα μπορούσαν να είναι οι ρωσικές θυγατρικές της UniCredit ή της αυστριακής Raiffeisen, το Κρεμλίνο τότε απάντησε (πηγή στα Ρωσικά): «Ας φοβούνται».
Όπως φαίνεται, για τους Ιταλούς η περίοδος του φόβου έχει πια περάσει – οι Αυστριακοί όμως σίγουρα κρατούν την ανάσα τους.