Η Κοινωνική Ασφάλιση έκλεισε το 2025 με έλλειμμα 0,4% του ΑΕΠ, όμως το κράτος της μετέφερε 47.815 εκατ. και η Fedea τοποθετεί το βασικό έλλειμμα στο 4,15%: το συνταξιοδοτικό δεν χρεοκοπεί, αλλά εξαρτάται όλο και περισσότερο από τον προϋπολογισμό.
Στις 5 Οκτωβρίου, ο Πέδρο Σάντσεθ ανακοίνωσε γενικές εκλογές για τις 29 Νοεμβρίου και, όπως σε κάθε αναμέτρηση, οι συντάξεις επιστρέφουν στο προσκήνιο. Ένα από τα πιο συχνά ερωτήματα είναι: «έχει χρεοκοπήσει το συνταξιοδοτικό σύστημα;» Οι αριθμοί δεν δίνουν οριστική απάντηση ούτε προς τη μία ούτε προς την άλλη κατεύθυνση.
Φέτος, η Ισπανία κατέρριψε το ρεκόρ της για τη μεγαλύτερη μηνιαία δαπάνη για συντάξεις, με σχεδόν 14,5 δισ. ευρώ. Το λογιστικό έλλειμμα της Κοινωνικής Ασφάλισης είναι επίσης το χαμηλότερο από το 2011, στο 0,4% του ΑΕΠ. Ωστόσο, πάνω από το 20% των εσόδων του συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης προέρχεται από το κράτος, το χρέος προς το Δημόσιο Ταμείο ξεπερνά τα 136 δισ. ευρώ και η μαζική συνταξιοδότηση της γενιάς του μπεϊμπι μπούμ μόλις έχει αρχίσει.
Μπορεί να χρεοκοπήσει ένα διανεμητικό συνταξιοδοτικό σύστημα;
Το συνταξιοδοτικό σύστημα στην Ισπανία είναι διανεμητικό, δηλαδή οι σημερινές εισφορές πληρώνουν τις σημερινές συντάξεις. Δεν υπάρχει λογαριασμός στο όνομα κάθε εργαζομένου ούτε κάποιο «κουμπαράς» που μπορεί να αδειάσει. Το Σύνταγμα, και συγκεκριμένα το άρθρο 50, απαιτεί από το κράτος να εγγυάται επαρκείς συντάξεις και να τις αναπροσαρμόζει περιοδικά. Σε περίπτωση ανεπαρκών πόρων, το κράτος οφείλει να καλύπτει το έλλειμμα με δάνειο ή μεταβίβαση.
Η χρεοκοπία δεν είναι ο σωστός όρος για αυτό το πρόβλημα. Τα διανεμητικά συστήματα δεν χρεοκοπούν όπως μια επιχείρηση. Εφόσον υπάρχει μια χώρα (ή ένα κράτος) πίσω τους, οι συντάξεις καταβάλλονται. Αυτό που μπορεί να συμβεί είναι το κόστος του συστήματος να αυξάνεται ταχύτερα από την οικονομία που το στηρίζει. Κάποια στιγμή, κάποιος θα πρέπει να αποφασίσει ποιος θα καλύψει αυτό το κόστος.
Ο Σαντιάγο Κάλβο, καθηγητής ποσοτικής και δημόσιας οικονομίας και υποδιευθυντής του κέντρου Ruth Richardson, ξεκινά από την ίδια βάση. Η Κοινωνική Ασφάλιση δεν μπορεί να χρεοκοπήσει όπως μια εταιρεία, εξηγεί, γιατί πίσω της βρίσκεται η δυνατότητα του κράτους να εισπράττει φόρους και να εκδίδει χρέος.
Το πρόβλημα είναι ότι έτσι ο κίνδυνος μεταφέρεται στο ίδιο το κράτος. Στο βιβλίο «El elefante en la habitación», που συνέγραψε με τον Ντανιέλ Φερνάντεθ, μιλούν για μια «ελληνικού τύπου» χρεοκοπία. Ο Κάλβο τη περιγράφει ως το σενάριο στο οποίο, μετά από χρόνια χρηματοδότησης της «τρύπας» με χρέος, μια ύφεση ή ένα άλμα στα επιτόκια εκτινάσσει το ασφάλιστρο κινδύνου και η Ισπανία χάνει τη δυνατότητα να χρηματοδοτείται με λογικό κόστος.
«Τη στιγμή εκείνη η προσαρμογή παύει να αποφασίζεται στο Κοινοβούλιο με χρονοδιάγραμμα και σταδιακά και αρχίζει να διαπραγματεύεται με τους πιστωτές ως όρος για μια διάσωση, και το μεγαλύτερο κονδύλι του προϋπολογισμού είναι το πρώτο που αγγίζεται», προειδοποιεί. Στην Ελλάδα, θυμίζει, οι περικοπές έφτασαν και σε όσους ήταν ήδη συνταξιούχοι, και η μέση σύνταξη έπεσε από περίπου 1.350 ευρώ το 2009 στα 833 λίγα χρόνια αργότερα. Τα στοιχεία που ακολουθούν αποτυπώνουν το εύρος του διαλόγου.
Επίσημα στοιχεία: έλλειμμα 0,4% του ΑΕΠ
Σύμφωνα με το υπουργείο Ένταξης, Κοινωνικής Ασφάλισης και Μετανάστευσης, η κατάσταση εμφανίζεται σχετικά ήρεμη. Το 2025, η Κοινωνική Ασφάλιση έκλεισε με έλλειμμα 7.387 εκατ. ευρώ, σημαντικά βελτιωμένο σε σχέση με το 2024, όταν είχε κλείσει με έλλειμμα 9.834 εκατ. ευρώ.
Το έλλειμμα κλεισίματος του 2025 αντιστοιχούσε στο 0,4% του ΑΕΠ, το χαμηλότερο ποσοστό από το 2011 και μεγάλη βελτίωση σε σχέση με το 1,7% του ΑΕΠ που καταγράφηκε το 2016. Οι ασφαλιστικές εισφορές αυξήθηκαν κατά 6,9% το 2025, φτάνοντας τα 176.918 εκατ. ευρώ, και μέχρι τον Αύγουστο του 2026 ανέρχονταν σε 126.032 εκατ., αυξημένες κατά 7,5%. Η εκρηκτική ανάπτυξη της αγοράς εργασίας ήταν ένας από τους κύριους μοχλούς της αύξησης των εισφορών, μαζί με τον αυξανόμενο αριθμό ασφαλισμένων εργαζομένων.
Ο Ιούλιος του 2026 έκλεισε με 22.509.200 ασφαλισμένους εργαζομένους, για πρώτη φορά πάνω από τα 22,5 εκατ. στην ιστορία της Ισπανίας. Οι αλλοδαποί εργαζόμενοι αντιστοιχούσαν στο 15,6% του συνόλου των ασφαλισμένων, και τον Ιούνιο αναλογούσαν 2,37 εργαζόμενοι ανά συνταξιούχο, ο βασικός παράγοντας στήριξης ενός διανεμητικού συστήματος. Τον Ιούνιο, οι Βαλεαρίδες Νήσοι είχαν 3,48 εισφέροντες ανά συνταξιούχο, ενώ στην Ουρένσε ήταν μόλις 1,14.
Οι μεταβιβάσεις του κράτους: το 20% των εσόδων
Το κλειδί για να κατανοήσει κανείς τη δυναμική του ισπανικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης βρίσκεται στα «ψιλά γράμματα» του ισολογισμού. Από τα 232.782 εκατ. ευρώ που εισέπραξε η Κοινωνική Ασφάλιση το 2025, τα 47.815 εκατ. προήλθαν από κρατικές μεταβιβάσεις, 11% περισσότερα από το προηγούμενο έτος.
Έτσι, το ποσοστό των συνολικών εσόδων που προέρχεται από τον κρατικό προϋπολογισμό αυξήθηκε στο 20,5%. Σύμφωνα με το υπουργείο, μεγάλο μέρος αυτής της ανόδου εξηγείται από το Pacto de Toledo (πηγή στα Ισπανικά), που ορίζει ότι ορισμένες δαπάνες πρέπει να χρηματοδοτούνται μέσω φόρων. Το ίδιο ισχύει για το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα και τα συμπληρώματα των κατώτατων συντάξεων.
Η Fedea χρησιμοποιεί ευρύτερο ορισμό για να αξιολογήσει τη χρηματοοικονομική κατάσταση του συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης. Σύμφωνα με την ανάλυση της Fedea για τα έτη 2005-2025, οι κρατικές μεταβιβάσεις στο διευρυμένο σύστημα έφτασαν τα 61.342 εκατ. ευρώ το 2025.
Αν προστεθούν αυτές οι μεταβιβάσεις στους λογαριασμούς, το συνολικό ισοζύγιο θα εμφάνιζε έλλειμμα περίπου 8.400 εκατ. ευρώ, τάξης μεγέθους παρόμοιας με τα 7.387 εκατ. του υπουργείου. Χωρίς αυτές, το βασικό έλλειμμα ανέρχεται σε 69.783 εκατ. ευρώ, ή στο 4,15% του ΑΕΠ· δηλαδή οκτώ φορές περισσότερο.
Και οι δύο αριθμοί είναι σωστοί, γιατί μετρούν διαφορετικά πράγματα. Μέρος αυτών των μεταβιβάσεων καλύπτει παροχές που κανείς δεν αμφισβητεί ότι πρέπει να χρηματοδοτούνται από φόρους. Το 2024, από τα 58.301 εκατ. ευρώ σε μεταβιβάσεις, τα 12.951 εκατ. πήγαν σε μη ανταποδοτικές παροχές και τα 15.234 εκατ. σε συντάξεις δημοσίων υπαλλήλων.
Το μεγαλύτερο τμήμα, 27.505 εκατ., διατέθηκε για την κάλυψη ανταποδοτικών παροχών. Η μελέτη της Fedea τα καταγράφει αυτά ως έλλειμμα, ενώ η λογιστική απεικόνιση του υπουργείου τα θεωρεί πρόσθετα έσοδα.
Δεν υπάρχει, λοιπόν, λάθος μεταξύ 7.000 και 70.000 εκατ. ευρώ, αλλά διαφορά ως προς το πόσο πρέπει να πληρώνεται από εισφορές και πόσο από φόρους. Και οι δύο προσεγγίσεις συμφωνούν ότι, σε κάθε περίπτωση, με μεταβιβάσεις ή χωρίς αυτές, οι λογαριασμοί είναι στο κόκκινο.
Ο Κάλβο συμφωνεί ότι οι δύο αριθμοί «είναι σωστοί, αλλά απαντούν σε διαφορετικά ερωτήματα». Αυτός του υπουργείου μετρά πόσο λείπει από την Κοινωνική Ασφάλιση αφού έχει λάβει από το κράτος σχεδόν 53.000 εκατ. σε μεταβιβάσεις, και το μέγεθός του εξαρτάται κυρίως από το πόσα αποφασίζει κάθε χρόνο να διαθέσει το υπουργείο Οικονομικών.
Η εκτίμηση της Fedea συγκρίνει τι εισπράττει το σύστημα από μόνο του με αυτά που δαπανά, «που είναι το ερώτημα-κλειδί όταν μιλάμε για βιωσιμότητα». Σύμφωνα με τον οικονομολόγο, το ανταποδοτικό έλλειμμα που υπολογίζει η Fedea, δηλαδή η απόσταση ανάμεσα στις ανταποδοτικές παροχές και στις εισφορές που τις χρηματοδοτούν, κινείται γύρω στα 63.700 εκατ., περίπου στο 3,8% του ΑΕΠ.
Το επίσημο στοιχείο έχει επιπλέον, κατά τη γνώμη του, «ένα πρόβλημα ανάγνωσης». Το 2025 το λογιστικό έλλειμμα μειώθηκε κατά περίπου 2.450 εκατ., ενώ οι κρατικές μεταβιβάσεις αυξήθηκαν περίπου κατά 4.860 εκατ., «οπότε χωρίς αυτή την αύξηση της κρατικής συμμετοχής το ισοζύγιο θα είχε επιδεινωθεί». Και καθώς το σύνολο της γενικής κυβέρνησης παραμένει ελλειμματικό, αυτά τα χρήματα προέρχονται στην πράξη από νέο χρέος.
Οι μεταβιβάσεις δεν είναι η μόνη οδός. Το κράτος επίσης δανείζει χρήματα στην Κοινωνική Ασφάλιση. Στο τέλος του 2024, η Κοινωνική Ασφάλιση χρωστούσε στο κράτος 135.253 εκατ. ευρώ και τα μακροπρόθεσμα δάνεια ανέρχονταν στο 7,9% του ΑΕΠ, σύμφωνα με την έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου για το χρέος της Κοινωνικής Ασφάλισης προς το κράτος το 2024.
Το Pacto de Toledo είχε ορίσει το 2023 ως καταληκτική ημερομηνία για τη χρήση δανείων. Παρά ταύτα, στον παραταμένο προϋπολογισμό του 2023 εγκρίθηκαν ακόμη δύο δάνεια, από 10.004 εκατ. ευρώ το καθένα, που θα εκταμιεύονταν το 2024 και το 2025 αντίστοιχα.
Από τον Δεκέμβριο του 2022 έως τον Δεκέμβριο του 2025, το χρέος αυξήθηκε κατά 30.001 εκατ. ευρώ, ξεπερνώντας τα 136 δισ. Αυτό αντιστοιχεί σε περισσότερο από το διπλάσιο ποσό που εισέρρευσε στο αποθεματικό ταμείο των συντάξεων την ίδια περίοδο. Καθώς μεγαλώνει το αποθεματικό ταμείο, το χρέος αυξάνεται ακόμη ταχύτερα.
Με το ζόρι «πέρασε»
Στις 29 Μαΐου, η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσιονομικής Ευθύνης (AIReF) αξιολόγησε αν η δαπάνη για συντάξεις τηρεί τον κανόνα που έχει συμφωνηθεί με τις Βρυξέλλες (να μην υπερβαίνει κατά μέσο όρο το 13,3% του ΑΕΠ την περίοδο 2022-2050, αφού αφαιρεθούν τα νέα μέτρα εσόδων). Κατέληξε ότι η δαπάνη ήταν 13,0%, τρία δέκατα κάτω από το όριο.
Η ακαθάριστη δαπάνη ανερχόταν στο 14,6% και τα μέτρα ενίσχυσης των εσόδων τη μείωσαν κατά 1,6 μονάδες. Η μεταρρύθμιση των εισφορών των αυτοαπασχολουμένων ήταν ο βασικός λόγος της βελτίωσης σε σχέση με την προηγούμενη αξιολόγηση. Με αυτό το αποτέλεσμα δεν ενεργοποιείται η «ρήτρα κλεισίματος», ο μηχανισμός που, σε περίπτωση απόκλισης χωρίς συμφωνία για το πώς θα διορθωθεί, θα αύξανε αυτόματα την εισφορά του Mecanismo de Equidad Intergeneracional (MEI).
Μια λιγότερο καθησυχαστική ανάγνωση της συμμόρφωσης είναι ότι η ακαθάριστη δαπάνη θα υπερέβαινε το όριο κατά 1,3 μονάδες ΑΕΠ χωρίς τα μέτρα εσόδων. Ο κανόνας τηρείται επειδή αποφασίστηκε να αυξηθούν τα έσοδα. Η ίδια μελέτη προβλέπει ότι, αν δεν αλλάξουν οι πολιτικές, το δημόσιο χρέος θα αρχίσει να αυξάνεται ξανά από το 2035, φτάνοντας το 123% του ΑΕΠ το 2050.
Επιπλέον, οι μεταβιβάσεις προς το συνταξιοδοτικό σύστημα θα πρέπει να αυξηθούν μέχρι το 3% του ΑΕΠ εκείνο το έτος, και τρία στα τέσσερα ευρώ της αύξησης της δαπάνης θα προέρχονται από τη κεντρική διοίκηση, η οποία θα αναγκαστεί να περικόψει άλλες πολιτικές ή να αυξήσει περαιτέρω το χρέος. Η τήρηση του κανόνα και η διατήρηση του χρέους υπό έλεγχο είναι, σύμφωνα με αυτά τα στοιχεία, δύο διαφορετικοί στόχοι.
Το υπουργείο Ένταξης, Κοινωνικής Ασφάλισης και Μετανάστευσης παρουσίασε το μοντέλο προβλέψεών του INTegraSS (πηγή στα Ισπανικά) στις 9 Απριλίου. Σύμφωνα με το δελτίο Τύπου του, η μέση δαπάνη για συντάξεις θα παραμείνει γύρω στο 14% του ΑΕΠ έως το 2050.
Αυτό το ποσοστό είναι χαμηλότερο από τις τελευταίες εκτιμήσεις της AIReF, οι οποίες προβλέπουν κατά μέσο όρο ακαθάριστη δαπάνη 14,6% του ΑΕΠ, περίπου έξι δέκατα περισσότερο. Η διαφορά οφείλεται στις διαφορετικές υποθέσεις εκκίνησης (εξέλιξη της απασχόλησης και της γεννητικότητας, καθώς και το επίπεδο μετανάστευσης).
Κατά τον Κάλβο, η ευαλωτότητα της χώρας «αυξάνεται κάθε χρόνο». Η Ισπανία διατηρεί δημόσιο χρέος κοντά στο 100% του ΑΕΠ, οι μεταβιβάσεις προς την Κοινωνική Ασφάλιση ήδη πλησιάζουν τις 4 μονάδες ΑΕΠ και η δαπάνη για συντάξεις θα συνεχίσει να αυξάνεται με τη συνταξιοδότηση της γενιάς του μπεϊμπι μπούμ, φτάνοντας το 16,4% του ΑΕΠ το 2050, σύμφωνα με την AIReF.
Προτιμά να μην προσδιορίσει χρονικά μια κρίση όπως η ελληνική, επειδή εξαρτάται από έναν πυροδοτικό παράγοντα που κανείς δεν μπορεί να προβλέψει, αλλά τοποθετεί στην επόμενη εικοσαετία την περίοδο της μεγαλύτερης έκθεσης. «Αυτό που σήμερα ξεχωρίζει την Ισπανία από την Ελλάδα είναι η δυνατότητα να γίνει, εγκαίρως και με δική της απόφαση, μια μεταρρύθμιση που διαφορετικά θα ερχόταν επιβεβλημένη απ’ έξω», υποστηρίζει.
Η μεταρρύθμιση του 2023 πρόσθεσε το MEI, μια ειδική εισφορά που ξεκίνησε από το 0,6% των μισθών, θα αυξάνεται κάθε χρόνο μέχρι το 1,2% το 2029 και θα συνεχίσει μετά. Τα έσοδα κατευθύνονται στο Αποθεματικό Ταμείο και δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν πριν από το 2033. Ήδη έχει συγκεντρώσει 10.976 εκατ. ευρώ και οι επίσημες εκτιμήσεις προβλέπουν πρόσθετα 5.298 εκατ. ευρώ για το 2026.
Το Αποθεματικό Ταμείο Συντάξεων στο υψηλότερο επίπεδο δεκαετίας
Στις 31 Μαρτίου 2026, το Αποθεματικό Ταμείο ανερχόταν σε 15.267 εκατ. ευρώ, το υψηλότερο επίπεδο της τελευταίας δεκαετίας. Η σύγκριση με τη μισθοδοσία δίνει περισσότερο πλαίσιο. Τον Σεπτέμβριο, μόνο η τακτική μηνιαία καταβολή κόστισε 14.498 εκατ. ευρώ, που σημαίνει ότι το ταμείο μπορούσε να καλύψει λίγο παραπάνω από έναν μήνα πληρωμών συντάξεων.
Στο τέλος του 2011, όταν έφτασε στο μέγιστο, ανερχόταν σε 66.815 εκατ. ευρώ, αντιστοιχώντας στο 6,22% του ΑΕΠ. Άρχισε να απομειώνεται σταδιακά για να πληρώνονται οι συντάξεις τα επόμενα χρόνια και, το 2025, αυξήθηκε κατά περίπου 4.700 εκατ. ευρώ, ποσό αρκετό μόλις για περίπου 10 ημέρες συντάξεων.
Το Αποθεματικό Ταμείο είχε σχεδιαστεί για να καλύπτει προσωρινές διαφορές μεταξύ εσόδων και δαπανών. Το ότι έφτασε στο υψηλότερο επίπεδο της τελευταίας δεκαετίας λέει περισσότερα για το πόσο χαμηλά είχε πέσει στο παρελθόν παρά για την τωρινή του ισχύ.
Το μπεϊμπι μπούμ είναι ήδη στη μισθοδοσία
Το βάρος στο συνταξιοδοτικό σύστημα είναι ήδη ορατό στις μισθοδοσίες και οι προβολές μόνο πιο ανησυχητικές θα γίνουν τα επόμενα χρόνια. Η Κοινωνική Ασφάλιση κατέβαλε τον Σεπτέμβριο 10.547.417 συντάξεις σε 9.529.386 δικαιούχους. Η μισθοδοσία αυξήθηκε κατά 6,3% σε ετήσια βάση, ενώ ο αριθμός των συντάξεων αυξήθηκε μόλις κατά 1,6%.
Κάτι παραπάνω από μιάμιση μονάδα αυτής της αύξησης οφείλεται στον μεγαλύτερο αριθμό συντάξεων. Τα υπόλοιπα, στο ότι κάθε σύνταξη είναι υψηλότερη. Φέτος, οι ανταποδοτικές συντάξεις αυξήθηκαν κατά 2,7% και οι κατώτατες συντάξεις πάνω από 7%. Σε αυτό προστίθεται το «φαινόμενο υποκατάστασης», καθώς όποιος συνταξιοδοτείται σήμερα λαμβάνει περίπου 500 ευρώ περισσότερα τον μήνα από εκείνον του οποίου η σύνταξη διακόπτεται. Η μέση σύνταξη γήρατος αυξήθηκε κατά 4,5% σε ετήσια βάση, στα 1.576,1 ευρώ τον Σεπτέμβριο.
Το 2025 ήταν χρονιά-ρεκόρ νέων συνταξιοδοτήσεων, με 375.324. Οι πρόωρες συνταξιοδοτήσεις συνεχίζουν να αυξάνονται και, σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία των πρώτων τεσσάρων μηνών του 2026, αντιστοιχούσαν στο 31% όλων των νέων συντάξεων, έναντι 27,9% το 2025.
Το πιο δύσκολο τμήμα της καμπύλης βρίσκεται ακόμη μπροστά. Οι άνθρωποι που γεννήθηκαν από τα τέλη της δεκαετίας του 1950 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1970 (η γενιά του μπεϊμπι μπούμ) θα συνταξιοδοτούνται μέσα στα επόμενα 20 χρόνια.
Σύμφωνα με τις προβολές που δημοσίευσε η στατιστική υπηρεσία INE τον Ιούνιο, ο πληθυσμός άνω των 65 ετών, που σήμερα αντιστοιχεί στο 21,1% του συνόλου, θα αυξηθεί στο 30,9% το 2076. Αυτές οι προβλέψεις προϋποθέτουν καθαρή μεταναστευτική εισροή 6,3 εκατ. ανθρώπων έως το 2040. Χωρίς αυτή τη μετανάστευση, η πίεση στις εισφορές θα ήταν μεγαλύτερη.
Ο Κάλβο στρέφει την προσοχή στο τι θα σημαίνει αυτό για όσους ξεκινούν σήμερα την επαγγελματική τους πορεία. Οι προβολές, θυμίζει, ήδη δείχνουν ότι η σύνταξη θα καλύπτει μικρότερο μέρος του τελευταίου μισθού, με το ποσοστό αναπλήρωσης να μειώνεται από 77% σε 65% το 2050, «και το κάνουν με υποθέσεις που η ίδια η Fedea θεωρεί αισιόδοξες». Κάποιος που σήμερα είναι 30 ετών θα συνταξιοδοτηθεί γύρω στο 2063, σε μια χώρα με πολύ περισσότερους συνταξιούχους ανά εισφέροντα.
Αύξηση συντάξεων το 2027: γύρω στο 3,5%
Θα πρέπει επίσης να προστεθεί ο πληθωρισμός. Σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις, η αύξηση της επόμενης χρονιάς θα κινηθεί γύρω στο 3,5%, τη μεγαλύτερη από το 2024. Το τελικό ποσοστό θα εξαρτηθεί από τον προκαταρκτικό δείκτη τιμών καταναλωτή (ΔΤΚ) του Νοεμβρίου, που θα δημοσιευθεί στις 27 του μήνα και θα είναι το τελευταίο στοιχείο πριν εφαρμοστεί η αύξηση.
Η αύξηση θα πρέπει να εγκριθεί εκ νέου χωρίς νέους προϋπολογισμούς, καθώς η Ισπανία θα εισέλθει στο 2027 με τους προϋπολογισμούς του 2023 παραταμένους. Τον Ιανουάριο, το πρώτο διάταγμα με τα μέτρα της φετινής χρονιάς απορρίφθηκε στο Κογκρέσο των Βουλευτών και η κυβέρνηση αναγκάστηκε να εγκρίνει νέο στις 3 Φεβρουαρίου. Η πρώτη συνεδρίαση του νέου Κοινοβουλίου θα πραγματοποιηθεί στις 23 Δεκεμβρίου, εφόσον σχηματιστεί κυβέρνηση από την πρώτη ψηφοφορία, και η αύξηση των συντάξεων θα πρέπει να εφαρμοστεί από την 1η Ιανουαρίου 2027.
Τα παραπάνω στοιχεία οδηγούν σε ένα πολιτικό ερώτημα. Ποιος πληρώνει το αυξανόμενο κόστος του συστήματος συντάξεων; Οι επιλογές είναι περιορισμένες και καμία δεν είναι ανέξοδη. Η πρώτη επιλογή είναι η αύξηση των εσόδων.
Η μεταρρύθμιση της περιόδου 2021-2023 ακολούθησε αυτή τη γραμμή με τον Mecanismo de Equidad Intergeneracional, που θα αυξάνει τις εισφορές έως το 2029, και με νέες εισφορές για τους αυτοαπασχολουμένους. Η μη τήρηση του κανόνα δαπανών θα οδηγούσε σε αυτόματη αύξηση της εισφοράς του MEI μέσω της ρήτρας κλεισίματος. Η δεύτερη επιλογή είναι να δαπανάται λιγότερο ανά σύνταξη.
Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την καθυστέρηση της πραγματικής ηλικίας συνταξιοδότησης ή με τροποποίηση του τρόπου υπολογισμού της αρχικής σύνταξης. Το 31% των πρόωρων συνταξιοδοτήσεων αποτυπώνει τη διαφορά ανάμεσα στη νόμιμη και στην πραγματική ηλικία συνταξιοδότησης.
Η τρίτη επιλογή είναι να συνεχιστεί η προσφυγή στο κράτος για περισσότερες μεταβιβάσεις ή περισσότερα δάνεια, κάτι που τελικά σημαίνει περισσότερους φόρους ή υψηλότερο δημόσιο χρέος. Αυτό ήδη συμβαίνει, και το χρέος προς το κράτος υπερβαίνει τα 136 δισ. ευρώ. Η τέταρτη επιλογή είναι να αυξηθούν οι εισφέροντες, δηλαδή η απασχόληση και η παραγωγικότητα, καθώς και ο πληθυσμός σε ηλικία εργασίας, που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη μετανάστευση και αποτυπώνεται στις προβολές του INE.
Ο Κάλβο τάσσεται υπέρ της αλλαγής της φόρμουλας. Προτείνει τη μετάβαση σε ένα σύστημα νοητών λογαριασμών, στο οποίο ο καθένας θα λαμβάνει ό,τι έχει καταβάλει, αναπροσαρμοσμένο με τον ρυθμό της οικονομίας, και την προσθήκη ενός πυλώνα κεφαλαιοποίησης. Οι υπολογισμοί των Devesa, Doménech και Meneu για τη Fedea, τους οποίους χρησιμοποιεί, τοποθετούν ανάμεσα στο 12% και το 25% την απόσταση μεταξύ της σύνταξης που λαμβάνουν σήμερα οι νέοι συνταξιούχοι και εκείνης που θα τους αναλογούσε με αυτό το μοντέλο.
Το 12% προκύπτει αν υποθέσουμε ότι το ΑΕΠ θα αυξάνεται όπως τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες, και το 25% από τις πιο μετριοπαθείς προβολές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Αυτή η διαφορά, λέει, μετρά «το μέρος της σημερινής υπόσχεσης που το σύστημα δεν μπορεί να πληρώσει με τους δικούς του πόρους, και που ήδη χρηματοδοτείται από μεταβιβάσεις και χρέος».
Η πρότασή του σέβεται τις συντάξεις που ήδη καταβάλλονται και εφαρμόζει την αλλαγή ανά γενιά, όπως έκανε η Σουηδία. Όσοι γεννήθηκαν το 1970 θα υπολόγιζαν το 5% της σύνταξής τους με τη νέα φόρμουλα, όσοι γεννήθηκαν το 1971 το 10% και ούτω καθεξής μέχρι τη γενιά του 1989, που θα συνταξιοδοτούνταν εξ ολοκλήρου με νοητούς λογαριασμούς. Καμία γενιά δεν θα έκανε απότομο άλμα σε σχέση με την προηγούμενη και κάθε εργαζόμενος θα γνώριζε δεκαετίες νωρίτερα τους κανόνες που τον αφορούν. Σύμφωνα με τον Κάλβο, οι χαμηλές βάσεις, οι μακρές εργασιακές διαδρομές και οι αυτοαπασχολούμενοι θα ωφελούνταν «από ένα σύστημα που μετρά κάθε ευρώ εισφοράς».
Αναγνωρίζει ότι η κεφαλαιοποίηση απαιτεί περισσότερη προσοχή, γιατί η εκτροπή εισφορών σε ατομικούς λογαριασμούς θα άφηνε χωρίς χρηματοδότηση τις συντάξεις που πρέπει να συνεχίσουν να πληρώνονται. Γι’ αυτό προτείνει να ξεκινήσει από το MEI, που το 2025 συγκέντρωσε σχεδόν 5.000 εκατ. ευρώ για ένα Αποθεματικό Ταμείο επενδυμένο σε δημόσιο χρέος, και να κατευθυνθούν αυτά τα χρήματα σε λογαριασμούς κεφαλαιοποίησης με διαφοροποιημένα χαρτοφυλάκια.
Αργότερα, όταν οι νοητοί λογαριασμοί εξισορροπήσουν το σύστημα, θα μπορούσαν σταδιακά να μεταφερθούν τρεις ή τέσσερις μονάδες εισφορών. Στο ερώτημα ποιος αναλαμβάνει την προσαρμογή, απαντά ότι το σημερινό σύστημα ήδη το κάνει και ότι φορτώνει το βάρος στους νέους και στους μελλοντικούς φορολογουμένους «χωρίς να τους το λέει». Η μεταρρύθμιση, υπερασπίζεται, θα το έκανε ρητό και θα το μοίραζε σε όλες τις γενιές που είναι ακόμη ενεργές.
Αν έπρεπε να επιλέξει ένα μέτρο για την κυβέρνηση που θα προκύψει από τις κάλπες στις 29 Νοεμβρίου, ο Κάλβο θα ενέκρινε μέσα στον πρώτο χρόνο έναν νόμο που θα ορίζει τη μετάβαση σε νοητούς λογαριασμούς με χρονοδιάγραμμα ανά γενιά «κλειδωμένο από την πρώτη ημέρα».
Ο νόμος αυτός θα υποχρέωνε επίσης την Κοινωνική Ασφάλιση να αποστέλλει κάθε χρόνο σε όλους τους ασφαλισμένους ένα απόσπασμα με όσα έχουν συσσωρεύσει και μια εκτίμηση της σύνταξής τους. Αυτή η υποχρέωση ήδη περιλαμβανόταν στη μεταρρύθμιση του 2011, θυμίζει, και καμία κυβέρνηση δεν την έχει εφαρμόσει. Κατά τη γνώμη του, ο πρώτος χρόνος μιας θητείας είναι όταν μια κυβέρνηση διαθέτει το περισσότερο πολιτικό κεφάλαιο για μια μεταρρύθμιση τέτοιου μεγέθους, και το κλιμακωτό χρονοδιάγραμμα επιτρέπει την υιοθέτησή της χωρίς να επηρεάζει κανέναν συνταξιούχο στα πρώτα χρόνια.
Αν κάποιος 30 ετών αναρωτιέται αν θα λάβει σύνταξη, ο Κάλβο τονίζει ότι θα λάβει, «γιατί είναι η δαπάνη με τη μεγαλύτερη πολιτική στήριξη στη χώρα και καμία κυβέρνηση δεν πρόκειται να πάψει να την καταβάλλει». Η αβεβαιότητα, προσθέτει, αφορά το ύψος της σε σχέση με τον μισθό του και την ηλικία στην οποία θα μπορεί να συνταξιοδοτηθεί.
Η συμβουλή του είναι να αρχίσει να αποταμιεύει μόνος του από τώρα, έστω και λίγο, να αξιοποιήσει τυχόν επαγγελματικό συνταξιοδοτικό πρόγραμμα που προσφέρει η εταιρεία και να παρακολουθεί στενά μια συζήτηση στην οποία η δική του γενιά έχει τα περισσότερα να χάσει ή να κερδίσει. «Η καλύτερη εγγύησή του είναι να μεταρρυθμιστεί το σύστημα όσο ακόμη έχει χρόνο να προσαρμοστεί».
Κάθε επιλογή έχει διαφορετικούς χαμένους και διαφορετικά χρονικά ορίζοντα, και ο χρόνος πιέζει. Στις 27 Νοεμβρίου θα γίνει γνωστό πόσο θα αυξηθούν οι συντάξεις τον Ιανουάριο. Στις 29 Νοεμβρίου θα διεξαχθούν οι γενικές εκλογές. Οι συντάξεις θα συνεχίσουν να καταβάλλονται. Όποιος κερδίσει θα αποφασίσει ποιος θα αναλάβει το κόστος, το οποίο, σύμφωνα με την AIReF, θα απαιτούσε αύξηση των κρατικών μεταβιβάσεων κατά 3% του ΑΕΠ το 2050.