Τα αυξημένα ωράρια εργασίας, η περιορισμένη χρήση υπηρεσιών φροντίδας παιδιών και οι ανισότητες στη λήψη οικογενειακών αδειών αναδεικνύουν τις δυσκολίες εναρμόνισης επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής.
Σχεδόν ένας στους τρεις εργαζομένους στην Ελλάδα δηλώνει ότι η εργασία του συγκρούεται με τις υποχρεώσεις φροντίδας παιδιών ή εξαρτώμενων ενηλίκων, σύμφωνα με τα αποτελέσματα ειδικής έρευνας της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) για το 2025.
Τα ευρήματα αναδεικνύουν τις επίμονες δυσκολίες συνδυασμού επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής, οι οποίες εμφανίζονται εντονότερες στις γυναίκες και στα άτομα ηλικίας 35–44 ετών.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε παράλληλα με την Έρευνα Εργατικού Δυναμικού κατά τη διάρκεια των τεσσάρων τριμήνων του 2025 και αφορούσε άτομα ηλικίας 18–74 ετών. Στόχος της ήταν να εξετάσει τις υποχρεώσεις φροντίδας, τη χρήση υπηρεσιών φύλαξης και φροντίδας παιδιών, τις δυσκολίες που προκύπτουν στον χώρο εργασίας και τη χρήση οικογενειακών αδειών.
Σχεδόν το 30% των ερωτηθέντων έχει υποχρεώσεις φροντίδας
Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το 29,8% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι έχει υποχρεώσεις φροντίδας. Η πλειονότητα αφορά τη φροντίδα παιδιών: Το 25,7% ανέφερε ότι φροντίζει παιδιά ηλικίας κάτω των 15 ετών. Παράλληλα, το 3,2% φροντίζει αποκλειστικά εξαρτώμενους ενηλίκους, ενώ το 0,9% έχει ευθύνη τόσο για παιδιά όσο και για εξαρτώμενους ενηλίκους.
Οι γυναίκες εμφανίζουν συχνότερα υποχρεώσεις φροντίδας σε σύγκριση με τους άνδρες, με τα αντίστοιχα ποσοστά να διαμορφώνονται σε 31,9% και 27,6%. Ιδιαίτερα αυξημένο είναι το ποσοστό στην ηλικιακή ομάδα 35–44 ετών, όπου φτάνει το 65,7%. Μεταξύ των απασχολουμένων, το 35,2% δηλώνει ότι έχει ανάλογες υποχρεώσεις.
Τα στοιχεία υποδεικνύουν ότι η φροντίδα αποτελεί σημαντική ευθύνη κατά την περίοδο της ζωής στην οποία πολλοί άνθρωποι βρίσκονται ταυτόχρονα σε ενεργό επαγγελματική πορεία.
Οι περισσότεροι γονείς δεν χρησιμοποιούν υπηρεσίες φροντίδας παιδιών
Η έρευνα καταγράφει ότι το 67,9% των ατόμων που έχουν την ευθύνη φροντίδας παιδιών κάτω των 15 ετών δεν χρησιμοποιεί υπηρεσίες φροντίδας για κανένα από τα παιδιά του. Στις υπηρεσίες αυτές περιλαμβάνονται οι βρεφονηπιακοί και παιδικοί σταθμοί, τα ολοήμερα σχολεία και η φύλαξη από επαγγελματίες φροντιστές.
Από όσους χρησιμοποιούν τέτοιες υπηρεσίες, το 25,5% τις αξιοποιεί για όλα τα παιδιά του, ενώ το 6,2% μόνο για ορισμένα. Η χρήση τους εμφανίζεται συχνότερη στα άτομα ηλικίας 35–44 ετών και στους εργαζομένους.
Ο συχνότερος λόγος μη χρήσης υπηρεσιών φροντίδας είναι η προτίμηση των γονέων να φροντίζουν οι ίδιοι τα παιδιά τους ή από κοινού με τον ή τη σύντροφό τους, επιλογή που αναφέρει το 47,6% των ερωτηθέντων που δεν χρησιμοποιούν τέτοιες υπηρεσίες. Επιπλέον, το 19,4% βασίζεται κυρίως στη βοήθεια συγγενών ή φίλων, ενώ το 18,1% αναφέρει ότι τα παιδιά μπορούν να φροντίζουν μόνα τον εαυτό τους.
Ωστόσο, ως εμπόδια καταγράφονται και το κόστος και η διαθεσιμότητα των υπηρεσιών. Συγκεκριμένα, το 5,6% όσων δεν χρησιμοποιούν υπηρεσίες φροντίδας αναφέρει το κόστος ως κύριο πρόβλημα, το 3,0% την έλλειψη διαθέσιμων υπηρεσιών και το 1,0% κάποιο άλλο πρόβλημα που σχετίζεται με τις παρεχόμενες υπηρεσίες. Συνολικά, οι σχετικοί με τις υπηρεσίες λόγοι αντιστοιχούν στο 9,6% των απαντήσεων.
Τα αυξημένα ωράρια εργασίας αποτελούν το σημαντικότερο εμπόδιο
Οι απαιτήσεις της επαγγελματικής ζωής αποτελούν σημαντική πηγή δυσκολιών για όσους έχουν ευθύνες φροντίδας. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το 33,0% των απασχολουμένων δηλώνει ότι η εργασία του δημιουργεί προβλήματα στον συνδυασμό των επαγγελματικών υποχρεώσεων με τη φροντίδα παιδιών ή εξαρτώμενων ενηλίκων.
Το ποσοστό είναι υψηλότερο στις γυναίκες, φτάνοντας το 35,4%, καθώς και στα άτομα ηλικίας 35–44 ετών, όπου ανέρχεται στο 37,5%.
Μεταξύ όσων αντιμετωπίζουν τέτοιες δυσκολίες, το συχνότερα αναφερόμενο πρόβλημα είναι οι πολλές ώρες εργασίας, με ποσοστό 34,9%. Ακολουθούν οι απαιτητικές ή εξαντλητικές θέσεις εργασίας, με 27,0%. Τα απρόβλεπτα ή δύσκολα ωράρια αντιστοιχούν στο 13,0% των απαντήσεων, ενώ ο χρόνος μετακίνησης μεταξύ κατοικίας και εργασίας στο 12,9%.
Τα ευρήματα αναδεικνύουν ότι η δυσκολία εναρμόνισης επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής δεν συνδέεται μόνο με τη διαθεσιμότητα υπηρεσιών φροντίδας, αλλά και με τις συνθήκες και την οργάνωση της εργασίας.
Σημαντικές διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών στη λήψη οικογενειακής άδειας
Η έρευνα καταγράφει επίσης σημαντικές διαφοροποιήσεις στη χρήση αδειών μητρότητας, πατρότητας και γονικής άδειας.
Συνολικά, το 38,1% των ερωτηθέντων που έχουν αναθρέψει παιδιά και εργάζονται ή έχουν εργαστεί στο παρελθόν δήλωσε ότι έχει λάβει κάποια μορφή οικογενειακής άδειας. Αντίθετα, το 59,9% ανέφερε ότι δεν έχει λάβει καμία οικογενειακή άδεια.
Οι γυναίκες εμφανίζουν σημαντικά υψηλότερα ποσοστά λήψης άδειας σε σχέση με τους άνδρες: Το 51,0% των γυναικών δήλωσε ότι έχει κάνει χρήση σχετικής άδειας, έναντι 24,0% των ανδρών. Αντίστοιχα, το 75,0% των ανδρών ανέφερε ότι δεν έχει λάβει οικογενειακή άδεια, έναντι 46,1% των γυναικών.
Διαφορές καταγράφονται και στη διάρκεια της άδειας. Μεταξύ των ανδρών που έλαβαν οικογενειακή άδεια, το 85,3% έκανε χρήση άδειας διάρκειας έως έξι μηνών. Αντίθετα, μεταξύ των γυναικών, το 27,1% έλαβε άδεια διάρκειας άνω των έξι μηνών και έως ενός έτους, ενώ το 30,5% έλαβε άδεια μεγαλύτερη του ενός έτους.
Διαφοροποιήσεις παρατηρούνται και ανάλογα με τον τομέα απασχόλησης. Η χρήση οικογενειακής άδειας δηλώθηκε από το 80,9% των εργαζομένων στον δημόσιο τομέα, έναντι 27,4% στον ιδιωτικό τομέα. Η έρευνα καταγράφει, επίσης, χαμηλότερα ποσοστά χρήσης μεταξύ των ατόμων ξένης ιθαγένειας και όσων έχουν ολοκληρώσει χαμηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης.
Διαφορές στην ανατροφή παιδιών
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τα άτομα ηλικίας 18–54 ετών, ο μέσος αριθμός παιδιών που είχαν αναθρέψει οι ερωτηθέντες κατά τη διάρκεια της ζωής τους ανήλθε σε 1,06 ανά άτομο.
Ο χαμηλότερος μέσος όρος καταγράφηκε στο Πολεοδομικό Συγκρότημα Αθηνών, με 0,81 παιδιά ανά άτομο, ενώ ο υψηλότερος στις ημιαστικές περιοχές, με 1,26. Στις αγροτικές περιοχές ο αντίστοιχος μέσος όρος διαμορφώθηκε σε 1,21.
Διαφορές παρατηρούνται επίσης ανάλογα με την κατάσταση απασχόλησης και τον τομέα εργασίας. Οι απασχολούμενοι δήλωσαν κατά μέσο όρο 1,15 παιδιά, έναντι 0,81 τόσο των ανέργων όσο και των ατόμων εκτός εργατικού δυναμικού. Ο μέσος αριθμός ανήλθε σε 1,48 μεταξύ των εργαζομένων στον δημόσιο τομέα και σε 1,07 μεταξύ των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα.
Τα στοιχεία αποτυπώνουν διαφοροποιήσεις μεταξύ κοινωνικών και επαγγελματικών ομάδων, χωρίς ωστόσο να τεκμηριώνουν από μόνα τους τα αίτια που τις προκαλούν.
Τα βασικά συμπεράσματα της έρευνας
Τα ευρήματα της ΕΛΣΤΑΤ αναδεικνύουν τέσσερα βασικά συμπεράσματα σχετικά με τη συνύπαρξη επαγγελματικών και οικογενειακών υποχρεώσεων στην Ελλάδα:
- Οι υποχρεώσεις φροντίδας αφορούν σημαντικό μέρος του πληθυσμού. Σχεδόν το 30% των ερωτηθέντων έχει ευθύνες φροντίδας, με το υψηλότερο ποσοστό να καταγράφεται στην ηλικιακή ομάδα 35–44 ετών.
- Η χρήση οργανωμένων υπηρεσιών φροντίδας παιδιών παραμένει περιορισμένη. Περισσότερα από τα δύο τρίτα των ατόμων με ευθύνη φροντίδας παιδιών κάτω των 15 ετών δήλωσαν ότι δεν χρησιμοποιούν σχετικές υπηρεσίες, κυρίως επειδή προτιμούν τη φροντίδα στο πλαίσιο της οικογένειας.
- Οι απαιτήσεις της εργασίας δημιουργούν σημαντικές δυσκολίες. Το ένα τρίτο των απασχολουμένων αναφέρει προβλήματα στον συνδυασμό εργασίας και φροντίδας, με κυριότερα εμπόδια τα αυξημένα ωράρια και τις απαιτητικές θέσεις εργασίας.
- Η χρήση οικογενειακών αδειών παρουσιάζει σημαντικές ανισότητες. Οι γυναίκες λαμβάνουν συχνότερα άδειες και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα σε σχέση με τους άνδρες, ενώ σημαντική απόκλιση καταγράφεται μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.
Συνολικά, τα αποτελέσματα καταδεικνύουν ότι η εναρμόνιση επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής στην Ελλάδα επηρεάζεται από ένα σύνολο αλληλένδετων παραγόντων: την οργάνωση του χρόνου εργασίας, την πρόσβαση σε υπηρεσίες φροντίδας παιδιών, τα οικογενειακά δίκτυα υποστήριξης και την κατανομή των αδειών μεταξύ ανδρών και γυναικών.
Η έρευνα προσφέρει μια στατιστική αποτύπωση των συγκεκριμένων δυσκολιών, χωρίς να αποδεικνύει ότι κάποιος μεμονωμένος παράγοντας ευθύνεται για τις διαφορές που καταγράφονται. Ωστόσο, τα ευρήματα αναδεικνύουν την ευελιξία στην εργασία, το κόστος και τη διαθεσιμότητα υπηρεσιών φροντίδας, καθώς και τη χρήση οικογενειακών αδειών ως σημαντικά πεδία περαιτέρω διερεύνησης.
Πηγή: Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ), Ειδική Έρευνα για τον Συνδυασμό Οικογενειακής Ζωής και Εργασίας, 2025. Η έρευνα κάλυψε άτομα ηλικίας 18–74 ετών και πραγματοποιήθηκε παράλληλα με την Έρευνα Εργατικού Δυναμικού κατά τη διάρκεια των τεσσάρων τριμήνων του 2025.