Δεν υπάρχει συγκεκριμένη νομική προθεσμία για την ολοκλήρωση της έρευνας, αλλά η Booking.com μπορεί να προτείνει μέτρα για να κατευνάσει τις ανησυχίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Η Ευρωπαϊκή Ένωση ξεκίνησε την Τετάρτη έρευνα σε βάρος της διαδικτυακής ταξιδιωτικής πλατφόρμας Booking.com, εκφράζοντας ανησυχίες ότι δεν έχει αντιμετωπίσει επαρκώς τις ψευδείς καταχωρίσεις και τις απάτες phishing.
Οι αρχές της ΕΕ υποψιάζονται ότι η εταιρεία έχει υποτιμήσει τις συνέπειες της απάτης και της μη αδειοδοτημένης διαμονής στην πλατφόρμα της και δεν έχει κάνει αρκετά ώστε να αποτρέψει την εκμετάλλευση των δεδομένων των χρηστών από απατεώνες.
«Οι Ευρωπαίοι πρέπει να μπορούν να κλείνουν τις διακοπές τους χωρίς τον φόβο ότι θα πέσουν θύματα απάτης», ανέφερε σε δήλωσή της η επικεφαλής τεχνολογίας της ΕΕ, Χένα Βιρκούνεν.
Η ΕΕ ανακοίνωσε ότι εξετάζει επίσης αν η εταιρεία παραβίασε τους κανόνες «επειδή δεν χαρακτήρισε με σαφήνεια ως διαφημίσεις τις καταχωρίσεις των παρόχων που πλήρωσαν για υψηλότερη θέση στα αποτελέσματα αναζήτησης που εμφανίζονται στους χρήστες».
Πρόκειται για την πρώτη έρευνα που αφορά την Booking.com βάσει του Digital Services Act (DSA), του ευρύτατου νόμου της ΕΕ που ρυθμίζει τις διαδικτυακές πλατφόρμες, συμπεριλαμβανομένων των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και των ψηφιακών αγορών.
Ο DSA «καθορίζει σαφείς υποχρεώσεις» και «πρέπει να διασφαλίσουμε ότι η κορυφαία πλατφόρμα κρατήσεων στην Ευρώπη αντιμετωπίζει αυτές τις υποχρεώσεις με τη δέουσα σοβαρότητα», πρόσθεσε η Βιρκούνεν.
Η Booking.com δεσμεύεται να συνεργαστεί
Η Booking.com ανέφερε ότι «συνεργάζεται πλήρως» με την έρευνα, προσθέτοντας ότι «η ασφάλεια, η εμπιστοσύνη και η προστασία των προσωπικών πληροφοριών αποτελούν ύψιστες προτεραιότητες».
«Παραμένουμε προσηλωμένοι στη συνεργασία με τις αρμόδιες κυβερνήσεις, τις ρυθμιστικές αρχές, τις υπηρεσίες επιβολής του νόμου και τους συνεργάτες του κλάδου, ώστε να αντιμετωπίσουμε το κυβερνοέγκλημα και την online απάτη και να προστατεύσουμε τους ταξιδιώτες και τους συνεργάτες μας», πρόσθεσε.
Βάσει του DSA, η Booking.com θα μπορούσε να βρεθεί αντιμέτωπη με πρόστιμα έως και 6% του παγκόσμιου ετήσιου τζίρου της, αν επιβεβαιωθούν παραβάσεις.