Το βρετανικό τηλεοπτικό δίκτυο κατηγορεί τον Αμερικανό πρόεδρο ότι επιδιώκει να αναβάλει την κατάθεσή του
Ομοσπονδιακός δικαστής στις ΗΠΑ διέταξε την Πέμπτη τον Ντόναλντ Τραμπ να προσέλθει για ένορκη κατάθεση μέχρι τις 11 Δεκεμβρίου, στο πλαίσιο της αγωγής για συκοφαντική δυσφήμιση ύψους 10 δισ. δολαρίων (8,6 δισ. ευρώ) που έχει καταθέσει κατά του βρετανικού δικτύου BBC.
Η εντολή της δικαστικού Enjoliqué Lett εκδόθηκε αφού οι δικηγόροι του BBC κατηγόρησαν τον Αμερικανό πρόεδρο ότι καθυστερεί να εμφανιστεί.
Ο Ντόναλντ Τραμπ κινδυνεύει να αντιμετωπίσει κυρώσεις, συμπεριλαμβανομένης της πιθανής απόρριψης της αγωγής του, αν δεν συμμορφωθεί, εκτός αν η περίοδος συλλογής αποδεικτικών στοιχείων παραταθεί πέραν της 18ης Δεκεμβρίου.
Ο δικηγόρος Τσαρλς Τόμπιν, που εκπροσωπεί το βρετανικό δίκτυο, δήλωσε ότι, με δύο μήνες να απομένουν μέχρι τη λήξη της περιόδου συλλογής στοιχείων, «ακόμη δεν έχουμε μπορέσει να πάρουμε κατάθεση από τον ενάγοντα».
Ο Τόμπιν είπε ότι ο Τραμπ είχε αρχικά συμφωνήσει να εξεταστεί ενόρκως στις 16 Οκτωβρίου, αλλά ακύρωσε, επικαλούμενος «ζήτημα εθνικής σημασίας». Ωστόσο, σύμφωνα με τον δικηγόρο, ο πρόεδρος εκείνη την ημέρα έκανε προεκλογική εκστρατεία στην Τζόρτζια.
«Συμμετείχε σε κομματική δραστηριότητα και έβαλε αυτό πάνω από την παρουσία του στην ένορκη κατάθεση», είπε ο Τόμπιν.
Ο Ντόναλντ Τραμπ κατέθεσε αγωγή κατά του BBC τον Δεκέμβριο του 2025, κατηγορώντας τον βρετανικό ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό για συκοφαντική δυσφήμιση και για παραπλανητικές και άδικες εμπορικές πρακτικές σχετικά με ντοκιμαντέρ με τίτλο «Trump: A Second Chance».
Στην 33 σελίδων αγωγή κατηγορεί το δίκτυο ότι παρουσίασε «μια ψευδή, συκοφαντική, παραπλανητική, υποτιμητική, εμπρηστική και κακόβουλη απεικόνιση του προέδρου Τραμπ», χαρακτηρίζοντάς την ως «μια απροκάλυπτη προσπάθεια παρέμβασης και επηρεασμού» των προεδρικών εκλογών των ΗΠΑ του 2024.
Το BBC παραδέχθηκε ότι συνέδεσε με μοντάζ αποσπάσματα από την ομιλία του Τραμπ της 6ης Ιανουαρίου 2021, με τρόπο που έδινε την εντύπωση ότι είχε ενθαρρύνει τη βία στο Καπιτώλιο των ΗΠΑ. Το δίκτυο ζήτησε συγγνώμη και δύο ανώτατα στελέχη παραιτήθηκαν, αλλά αρνήθηκε ότι προέβη σε συκοφαντική δυσφήμιση.