Η υπηρεσία διατήρησε τη γαλλική αξιολόγηση, παρά το κλίμα υπέρ υποβάθμισης. Προσωρινή ανάσα, σχολιάζουν οικονομολόγοι στο Euronews, που προειδοποιούν για «βόμβα» χρέους και ολοένα πιο τεταμένο πολιτικοκοινωνικό κλίμα
Μια απρόσμενα καλή είδηση: η Moody's δεν πείραξε την αξιολόγηση της γαλλικής κρατικής οφειλής. Ενώ οι αγορές περίμεναν σε μεγάλο βαθμό μια υποβάθμιση, ο οίκος της Νέας Υόρκης διατήρησε το βράδυ της Παρασκευής τη βαθμολογία Aa3, με αρνητική προοπτική.
Η απόδοση του γαλλικού δεκαετούς ομολόγου (OAT) εκτοξεύτηκε αυτή την εβδομάδα, ενώ η χώρα βρίσκεται σε ένταση μετά τις ταραχές της 17ης Οκτωβρίου, που επιβάρυναν επιπλέον το κλίμα στους επενδυτές. Η Moody's πάντως δικαιολόγησε τη στάση της σε ανακοίνωση, εξηγώντας ότι «η αξιολόγηση Aa3 στηρίζεται στην υπόθεση ότι θα υιοθετηθεί ένας προϋπολογισμός για το 2027 που θα μειώνει το έλλειμμα, ενώ τα κόστη χρηματοδότησης και οι κοινωνικές εντάσεις θα μετριαστούν κάπως τους επόμενους μήνες».
Με το που έγινε γνωστή η απόφαση, η κυβέρνηση έσπευσε να την χαιρετίσει. Ο υπουργός Οικονομίας Roland Lescure ήταν ο πρώτος που αντέδρασε. Βλέπει σε αυτήν «την αναγνώριση της ανθεκτικότητας της οικονομίας μας και της αξιοπιστίας του προϋπολογισμού» που παρουσίασε η κυβέρνηση. Κατά τον ίδιο, ο στόχος να υιοθετηθεί έως το τέλος του έτους ένας «υπεύθυνος» προϋπολογισμός, που θα φέρνει το έλλειμμα στο 5 %, είναι «απαραβίαστος».
Με πιο αμυντικό τόνο, ο πρωθυπουργός Sébastien Lecornu χαιρέτισε, στο X, ότι η απόφαση της Moody's «ανατρέπει τις παρακμιακές προβλέψεις πολλών "experts" (τα εισαγωγικά δικά του) και όσων κερδοσκοπούν πάνω στο γαλλικό χρέος».
Σύμφωνα με τον επικεφαλής της κυβέρνησης, η τρέχουσα συζήτηση για τον προϋπολογισμό στην Εθνοσυνέλευση «δείχνει στους δανειστές μας ότι υπάρχει ένας δρόμος».
Έφερε επίσης στο προσκήνιο ένα μέτρο που δείχνει, κατά τη γνώμη του, τη σοβαρότητα της τρέχουσας οικονομικής πολιτικής: «Με την απελευθέρωση 10 εκατομμυρίων βαρελιών ντίζελ θα έχουμε επίδραση στην τιμή στην αντλία από την 1η Νοεμβρίου χωρίς να κάνουμε ό,τι να ’ναι με τα δημόσια οικονομικά».
«Μια καλή έκπληξη»
Ένα σκληρότερο μήνυμα από τη Moody's φαινόταν πάντως αναπόφευκτο. Ερωτηθείς από το Euronews λίγες ώρες πριν από την ετυμηγορία, ο Théophile Legrand, στρατηγιστής επιτοκίων στη Natixis, το θεωρούσε μάλιστα «κεντρικό» σενάριο. Διευκρίνιζε ωστόσο ότι μια υποβάθμιση είχε «σε μεγάλο βαθμό» προεξοφληθεί από τις αγορές και ότι η ανακοίνωσή της θα μπορούσε επομένως «να μη προκαλέσει από μόνη της έντονη αντίδραση».
Η τελική απόφαση είναι «μια καλή έκπληξη βραχυπρόθεσμα για την κυβέρνηση και τις αγορές», σημειώνει μετά την ανακοίνωση ο ειδικός της Natixis, θυγατρικής της τράπεζας μεγάλων πελατών του ομίλου BPCE.
Αυτή η σχετική επιείκεια δεν θα πρέπει ωστόσο να εκληφθεί ως ψήφος εμπιστοσύνης στην πορεία των δημόσιων οικονομικών, προειδοποιεί. Η Moody's «διατηρεί στην πραγματικότητα αρνητική προοπτική, κάτι που σημαίνει ότι ο κίνδυνος υποβάθμισης παραμένει πλήρως παρών».
Οι διαδηλώσεις της 24ης Οκτωβρίου, «ένα τεστ για την κυβέρνηση»
Ο δεύτερος γύρος των διαδηλώσεων, που έχει προγραμματιστεί για αυτό το Σάββατο, θα παρακολουθηθεί ιδιαίτερα στενά από τους επενδυτές. «Η κινητοποίηση που αναμένεται αυτό το σαββατοκύριακο θα αποτελέσει ένα τεστ για την κυβέρνηση, ιδίως ως προς την ικανότητά της να διαχειριστεί την κατάσταση» μετά τα επεισόδια της 17ης Οκτωβρίου, εκτιμά ο Théophile Legrand.
Και ακόμη κι αν αποφευχθεί το χάος της προηγούμενης εβδομάδας, θα πρόκειται περισσότερο για ανάπαυλα παρά για ανακούφιση. «Το πιο ανησυχητικό σήμα είναι η επιμονή ενός κλίματος πολιτικής αβεβαιότητας, ικανού να τροφοδοτεί την πίεση στα γαλλικά ομόλογα», υπογραμμίζει ο οικονομολόγος.
«Τα επεισόδια που σημειώθηκαν κατά τις διαδηλώσεις έριξαν σίγουρα λάδι στη φωτιά», συμφωνεί ο Jérémie Peloso, επικεφαλής στρατηγιστής για την Ευρώπη στη BCA Research. «Ωστόσο, είναι πρωτίστως το πολιτικό αδιέξοδο, η κραυγαλέα έλλειψη δημοσιονομικής φιλοδοξίας, τόσο της σημερινής κυβέρνησης όσο και των διάφορων υποψηφίων στις προεδρικές εκλογές, και η επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών που πυροδοτούν την αγορά ομολόγων», επισημαίνει σε σχόλιό του στο Euronews.
«Η αγορά γαλλικού χρέους έχει γίνει πραγματικός παρίας»
Κάτι τέτοιο δεν είχε συμβεί από το 2002. Την Τετάρτη, η απόδοση του γαλλικού δεκαετούς ομολόγου ξεπέρασε το όριο του 5,1 %, έναντι 3,2 % πριν από την έναρξη του πολέμου μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν, επίπεδο που ήδη θεωρούνταν υψηλό.
«Αυτή η κατάρρευση στην αγορά ομολόγων έχει προφανώς αρνητικές συνέπειες για τη γαλλική οικονομία», υπενθυμίζει ο Jérémie Peloso, ο οποίος κάνει λόγο για επιπτώσεις «ιδιαίτερα επώδυνες» στην αγορά ακινήτων, καθώς η πρόσβαση σε δανεισμό γίνεται ολοένα δυσκολότερη.
«Η αγορά γαλλικού χρέους έχει γίνει ένας πραγματικός παρίας», υποστηρίζει ο οικονομολόγος. «Ο λόγος είναι απλός και γνωστός σε όλους εδώ και χρόνια: τα γαλλικά δημόσια οικονομικά ακολουθούν μια μη βιώσιμη πορεία». Σε αυτά προστίθενται, συνεχίζει, η επιστροφή του πληθωρισμού σε φόντο πολέμου στη Μέση Ανατολή, μια γαλλική ανάπτυξη «αναιμική» και οι προσδοκίες για νέες αυξήσεις των βασικών επιτοκίων της ΕΚΤ.
Ο Jérémie Peloso δεν αποκλείει ότι βραχυπρόθεσμα, λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος της ανόδου των αποδόσεων τις τελευταίες ημέρες, θα δούμε «μια ευκαιριακή επιστροφή των αγοραστών στα OAT, με λογική "buy the dip"». Κατά την άποψή του, αυτή η κίνηση θα μπορούσε να ενισχυθεί από τις απώλειες που καταγράφονται στις αγορές μετοχών, «οι οποίες είναι πιθανό να προκαλέσουν ανακατανομές προς τα ομόλογα, που παραδοσιακά θεωρούνται ασφαλή καταφύγια».
Αυτή την εβδομάδα, αρκετές γαλλικές μετοχές παραπάτησαν στο χρηματιστήριο. Η μετοχή της Carrefour έχασε πάνω από 13 %, αφού ο όμιλος υπολόγισε μεταξύ 80 και 200 εκατομμυρίων ευρώ τον αντίκτυπο των λεηλασιών της 17ης Οκτωβρίου. Στον κλάδο πολυτελείας, η Kering βούλιαξε κατά 16 % και η Hermès κατά 7 %, σε φόντο χειρότερων τριμηνιαίων αποτελεσμάτων και καταστημάτων που λεηλατήθηκαν στο περιθώριο των διαδηλώσεων, μια επιπλέον ευαλωτότητα που ανησυχεί τους επενδυτές.
Παρόλα αυτά, οι επενδυτές που στρέφονται στα ομόλογα «δεν πρέπει να χάνουν από τα μάτια τους ότι το γαλλικό χρέος παραμένει μια πραγματική βόμβα με χρονοδιακόπτη», επιμένει ο Jérémie Peloso. «Πόσο μάλλον όταν προδιαγράφεται σε λιγότερο από έξι μήνες μια προεδρική εκλογή που προμηνύεται εκρηκτική», προσθέτει.
«Εντέλει, το πιο ανησυχητικό πρόβλημα παραμένει η κραυγαλέα απουσία πολιτικής βούλησης να αντιμετωπιστούν σοβαρά οι δημοσιονομικές ανισορροπίες», υποστηρίζει ο ειδικός, σημειώνοντας ότι «κανένα από τα μεγάλα κόμματα» δεν φαίνεται έτοιμο να αναλάβει το πολιτικό κόστος δραστικών περικοπών.
«Όσο αυτή η πραγματικότητα δεν αλλάζει, οι επενδυτές θα δυσκολεύονται πολύ να ξαναβρούν την εμπιστοσύνη τους στο γαλλικό χρέος».
«Μια κρίση εμπιστοσύνης ειδικά για τη Γαλλία»
Για τον Jérôme Mathis, καθηγητή οικονομικών στο πανεπιστήμιο Paris-Dauphine και συγγραφέα του ιστολογίου «Η χρηματοοικονομική στην καρδιά της ζωής μας» (πηγή στα Γαλλικά), το πιο ανησυχητικό σήμα δεν είναι το απόλυτο επίπεδο των επιτοκίων, αλλά η διευρυνόμενη απόσταση από τη Γερμανία.
«Η πρόσφατη απόκλιση των γαλλικών ομολόγων σε σχέση με τα γερμανικά Bund αντανακλά πρωτίστως μια κρίση εμπιστοσύνης ειδικά για τη Γαλλία», κρίνει.
«Οι Ηνωμένες Πολιτείες δανείζονται επίσης με επιτόκια κοντά στο 5 %, κάτι που δείχνει ότι τα υψηλά επιτόκια δεν αποτελούν από μόνα τους ανωμαλία. Αντιθέτως, όταν η Γερμανία παραμένει κοντά στο 3,4 % ενώ η Γαλλία ξεπερνά το 5,1 %, αυτό σημαίνει ότι οι επενδυτές απαιτούν ένα ασφάλιστρο κινδύνου ειδικά γαλλικό».
Σύμφωνα με τον ειδικό, για μεγάλο διάστημα τα γαλλικά OAT θεωρούνταν σχεδόν ισοδύναμα με τα γερμανικά Bund. «Αυτή η υπόθεση δεν θεωρείται πλέον δεδομένη σήμερα. Είναι το πιο σαφές σημάδι μιας απώλειας δημοσιονομικής και πολιτικής αξιοπιστίας και πιθανότατα η πιο σοβαρή προειδοποίηση που έχει σταλεί στη Γαλλία από την κρίση των ευρωπαϊκών κρατικών χρεών», εκτιμά.
Με τη συμμετοχή των μαθητών λυκείου και των κίτρινων γιλέκων, οι επενδυτές φοβούνται πλέον ότι «κάθε σοβαρή προσπάθεια εξυγίανσης των δημόσιων οικονομικών θα προσκρούσει σε ισχυρή κοινωνική και πολιτική αντίσταση», τονίζει ο Jérôme Mathis.
Η μάχη για τον προϋπολογισμό γίνεται καθημερινά πιο σκληρή στο Κοινοβούλιο. Την Παρασκευή, ο υπουργός Δημόσιας Δράσης και Λογαριασμών, David Amiel, καταφέρθηκε εναντίον αυτού που χαρακτήρισε «τέταρτη διάσταση» στην Εθνοσυνέλευση.
«Τα δισεκατομμύρια πέφτουν βροχή και οι εξοικονομήσεις ακυρώνονται μηχανικά μέσα σε χειροκροτήματα», κατήγγειλε, την ώρα που «τα επιτόκια καλπάζουν».
Ο υπουργός εξέφρασε ιδίως τη λύπη του γιατί το έλλειμμα της κοινωνικής ασφάλισης έχει «επιδεινωθεί πάνω από 5 δισεκατομμύρια» από την αρχή της εξέτασης του νομοσχεδίου, στοχεύοντας κυρίως το Rassemblement National.
Ο Jérôme Mathis υπενθυμίζει ότι οι αγορές έχουν ήδη δείξει την ευαισθησία τους σε «πολιτικά σενάρια ικανά να αμφισβητήσουν τις οικονομικές δεσμεύσεις του κράτους».
Κατά την προεκλογική εκστρατεία του 2022, η άνοδος του Jean-Luc Mélenchon στις δημοσκοπήσεις συνέπεσε, σύμφωνα με τον ίδιο, με «μια αύξηση των ερωτημάτων γύρω από το μέλλον του γαλλικού χρέους», λόγω του σχεδίου του να ακυρώσει μέρος αυτού.
«Κι όμως σήμερα ξαναβρίσκουμε τον ίδιο συνδυασμό»: την προοπτική ενός δεύτερου γύρου με αντίπαλους τη Marine Le Pen και τον Jean-Luc Mélenchon και τη διατήρηση της πρότασης του υποψηφίου της LFI να ακυρωθεί το μέρος του δημόσιου χρέους που κατέχει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ή να μετατραπεί σε αιώνιο χρέος με μηδενικό επιτόκιο.