Το Ανώτατο Συμβούλιο Δημοσίων Οικονομικών θεωρεί «αισιόδοξη» την πρόβλεψη ανάπτυξης 1% στον προϋπολογισμό 2027, ενώ οικονομολόγοι μιλούν για κίνδυνο «εκτροχιασμού» και η κυβέρνηση δεν έχει ακόμη βρει τρόπο έγκρισης.
Η δημοσιονομική μάχη μόλις ξεκινά, την ώρα που ο ρυθμός ανάπτυξης που έχει επιλέξει η κυβέρνηση για το 2027 προκαλεί ήδη επιφυλάξεις.
Σε γνώμη που δημοσιεύτηκε την Πέμπτη (πηγή στα Γαλλικά), το Haut Conseil des finances publiques (HCFP) έκρινε ότι τα σχέδια νόμου για τον κρατικό προϋπολογισμό και για τη χρηματοδότηση της Κοινωνικής Ασφάλισης, που παρουσιάστηκαν την ίδια ημέρα στο Υπουργικό Συμβούλιο, βασίζονται ιδίως σε πρόβλεψη ανάπτυξης 1,0 % που θεωρείται «αισιόδοξη».
Το όργανο υπό την προεδρία της Amélie de Montchalin, σημερινής πρώτης προέδρου του Cour des comptes και πρώην υπουργού Δράσης και Δημοσίων Λογαριασμών επί Εμανουέλ Μακρόν, υπογραμμίζει επίσης «τη σημαντική αβεβαιότητα» που περιβάλλει το εθνικό περιβάλλον, ιδίως ως προς «την ίδια την υιοθέτηση του προϋπολογισμού για το 2027».
Σύμφωνα με την πρώτη εκδοχή που παρουσιάστηκε, η εκτελεστική εξουσία στοχεύει να μειώσει το δημόσιο έλλειμμα στο 5,0 % του ΑΕΠ το 2027, από 5,4 % φέτος, με τίμημα μια «προσπάθεια» 54 δισ. ευρώ.
«Θα ήταν η πέμπτη συνεχόμενη χρονιά με έλλειμμα ίσο ή μεγαλύτερο του 5 %», σημειώνει ο Hadrien Camatte, ανώτερος οικονομολόγος για τη Γαλλία, το Βέλγιο και τη ζώνη του ευρώ στη Natixis CIB, σε σχόλιό του στο Euronews.
«Μια στάση εμπιστοσύνης» και «κίνδυνος εκτροχιασμού»
Για να πετύχει αυτόν τον στόχο, η κυβέρνηση προβλέπει 43 δισ. ευρώ νέων μέτρων, εκ των οποίων 25 δισ. σε περικοπές δαπανών και 18 δισ. σε πρόσθετα έσοδα. Σε αυτά θα προστεθούν 12 δισ. ευρώ που έχουν ήδη αποφασιστεί φέτος.
Πιο συγκεκριμένα, το έλλειμμα της κεντρικής διοίκησης θα διευρυνόταν στο 5,0 % του ΑΕΠ το 2027, από 4,8 % το 2026, κυρίως «υπό την επίδραση της αύξησης του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους (+10,3 δισ. ευρώ), των αμυντικών δαπανών (+6,5 δισ. ευρώ) και της συνεισφοράς στον προϋπολογισμό της ΕΕ (+2,8 δισ. ευρώ)», παρατηρεί ο Hadrien Camatte.
Το μεγαλύτερο μέρος των μέτρων θα επικεντρωνόταν στους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, συνεχίζει ο ειδικός, «με στόχο πλεόνασμα 0,2 % του ΑΕΠ, έναντι ελλείμματος 0,1 % το 2026». Αυτό θα περνούσε κυρίως μέσω μερικού παγώματος των συντάξεων, που πρέπει να αποφέρει περίπου 4 δισ. ευρώ εξοικονομήσεων, και των οικογενειακών επιδομάτων, ύψους 500 εκατ. ευρώ, ελπίζει η κυβέρνηση.
Όσον αφορά το έλλειμμα των τοπικών αρχών, αυτό «θα βελτιωνόταν ελαφρά», αναλύει ο ειδικός, υποχωρώντας στο 0,1 % του ΑΕΠ από 0,2 % το 2026.
Στην πλευρά των εσόδων, το σχέδιο προβλέπει 17,2 δισ. ευρώ νέων υποχρεωτικών βαρών, κυρίως χάρη στην αναμόρφωση των ελαφρύνσεων στις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης (6,6 δισ. ευρώ), σε αύξηση των τοπικών φόρων και στην περικοπή φορολογικής έκπτωσης από την οποία επωφελούνται οι συνταξιούχοι.
Η πορεία αυτή στηρίζεται σε αρκετές υποθέσεις που κρίνονται «αισιόδοξες», υπενθυμίζει ο Hadrien Camatte. Η κυβέρνηση υπολογίζει ιδίως σε ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ 1 % το 2027, έναντι 0,8 % για τη Natixis, την τράπεζα επενδυτικής τραπεζικής του ομίλου BPCE (Caisses d'Épargne και Banques Populaires). Ο οικονομολόγος επισημαίνει επίσης «μέσο επιτόκιο 4,3 % για τα δεκαετή κρατικά ομόλογα», επίπεδο που έχει ήδη ξεπεραστεί τις τελευταίες ημέρες, καθώς τα επιτόκια αγγίζουν πλέον το 5 %.
«Χαμηλότερη οικονομική ανάπτυξη, η μεγάλη ευαισθησία του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους στα επιτόκια – μια αύξηση κατά 100 μονάδες βάσης θα συνεπαγόταν πρόσθετο κόστος 3,4 δισ. ευρώ το 2027 – και ο ανεπαρκώς τεκμηριωμένος χαρακτήρας ορισμένων μέτρων δημιουργούν κίνδυνο δημοσιονομικού εκτροχιασμού το 2027», τονίζει ο ειδικός της Natixis.
Για τον Jérôme Mathis, καθηγητή οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Paris-Dauphine, η κυβέρνηση υιοθετεί «μια εθελοντική στάση εμπιστοσύνης». «Βασίζοντας τις προβλέψεις της στην υπόθεση μιας σταθεροποίησης του κόστους ενέργειας και μιας σταδιακής ανάκαμψης της κατανάλωσης των νοικοκυριών, η εκτελεστική εξουσία επιχειρεί να διατηρήσει ένα θετικό σήμα για τις επενδύσεις και την οικονομική δραστηριότητα», δηλώνει στο Euronews.
Το διακύβευμα των επερχόμενων κοινοβουλευτικών συζητήσεων, προσθέτει ο ερευνητής, είναι ακριβώς να «βρεθεί αυτό το σημείο ισορροπίας: ένας υπεύθυνος προϋπολογισμός που θα επιτρέψει τη μείωση του ελλείμματος με αξιόπιστο τρόπο χωρίς ωστόσο να φρενάρει τον κινητήρα της ανάπτυξης».
Ο Jérôme Mathis υπογραμμίζει ότι η εξέταση αυτού του σχεδίου προϋπολογισμού 2027 «αναδεικνύει μια θεμελιώδη συναίνεση: την απόλυτη ανάγκη εξυγίανσης των γαλλικών δημόσιων οικονομικών, ώστε να διαφυλάξουμε τη χρηματοπιστωτική μας κυριαρχία και την αξιοπιστία μας εντός της ζώνης του ευρώ».
«Οι τρέχουσες συζητήσεις δεν αφορούν αυτόν τον στόχο, που είναι κοινός σε όλους, αλλά τον πιο δίκαιο τρόπο βαθμονόμησης των μέτρων για να επιτευχθεί», διευκρινίζει.
Μετά τους μαθητές λυκείου, «η υπερπόντια Γαλλία, τα πανεπιστήμια, η υγεία»
Είναι «πολύ δύσκολο» να προβλεφθεί ποια θα είναι η ανάπτυξη το 2027, εκτιμά ο François Facchini, καθηγητής οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Paris 1 Panthéon-Sorbonne. Επικαλείται ιδίως την αβεβαιότητα γύρω από την έκβαση του πολέμου στη Μέση Ανατολή, που ευθύνεται για την εκτόξευση των τιμών των καυσίμων στη Γαλλία, αλλά επισημαίνει και την πολιτική αστάθεια.
Η επόμενη κυβέρνηση, που θα εγκατασταθεί μετά τις προεδρικές εκλογές του 2027, «θα καταρτίσει πιθανότατα έναν διορθωτικό νόμο προϋπολογισμού που θα επηρεάσει την ανάπτυξη», προβλέπει.
Σύμφωνα με τον ερευνητή, είναι επίσης «πιθανό» το εκλογικό έτος να σημαδευτεί από απεργίες και κοινωνικά κινήματα, καθώς κάθε ομάδα θα επιχειρήσει να «ασκήσει πίεση στις υποσχέσεις των υποψηφίων». Αναφέρει ιδίως τους δημοσίους υπαλλήλους και τους μαθητές, αλλά και, δυνητικά, «αύριο, τις υπερπόντιες περιοχές, τα πανεπιστήμια, τον τομέα της υγείας, όλους τους κλάδους που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις πολιτικές επιλογές».
«Είναι πιθανό, στη συνέχεια, να υπάρξει αύξηση της τιμής των τροφίμων μετά τους καύσωνες και την ξηρασία του 2026», προσθέτει.
Ο François Facchini κρίνει ότι ανάμεσα στη γεωπολιτική και πολιτική αβεβαιότητα, τις πιθανές πληθωριστικές πιέσεις και τον κίνδυνο κρίσης χρέους, «το Haut Conseil έχει δίκιο: 1 % [ανάπτυξη] είναι αισιόδοξο». Προσθέτει πάντως ότι «αυτό είναι γενικά ο κανόνας στα δημοσιονομικά σενάρια».
Μπορεί να περάσει ο προϋπολογισμός;
Η σημερινή κυβέρνηση πρέπει όμως πρώτα να εξασφαλίσει την υιοθέτηση αυτού του προϋπολογισμού, σε μια Εθνοσυνέλευση που παραμένει κατακερματισμένη όσο πλησιάζουν οι προεδρικές εκλογές.
Ο Hadrien Camatte εντοπίζει δύο σενάρια για τον πρωθυπουργό Sébastien Lecornu: προσφυγή στο άρθρο 49.3, που επιτρέπει την υιοθέτηση χωρίς ψηφοφορία εκτός αν εγκριθεί πρόταση δυσπιστίας, ή τα διατάγματα.
Η πρώτη επιλογή θα συνεπαγόταν πάντως μείωση της προγραμματισμένης προσπάθειας εξοικονόμησης στον προϋπολογισμό και θα απαιτούσε «την αποχή είτε του Σοσιαλιστικού Κόμματος – ένα ενδεχόμενο μάλλον απίθανο με βάση τις πρόσφατες δηλώσεις του – είτε του Rassemblement national, του οποίου οι δηλωμένες θέσεις είναι πιο ανοικτές σε αυτή τη δυνατότητα αλλά με κόκκινες γραμμές που ενδέχεται να μεταβληθούν, ιδίως στο ζήτημα των συντάξεων», σύμφωνα με τον ειδικό της Natixis CIB.
Όσο για τα διατάγματα, θα επέτρεπαν στη Γαλλία να διαθέτει έναν προϋπολογισμό «που θα αντιστοιχεί στην εκδοχή που έχει υιοθετήσει η κυβέρνηση» σε περίπτωση αδιεξόδου μετά το πέρας των 70 ημερών συζήτησης στην Εθνοσυνέλευση.
Η Γαλλία θα έμπαινε τότε σε αχαρτογράφητα νερά για την Πέμπτη Δημοκρατία.