Οι Βρυξέλλες σχεδιάζουν εργαλείο θωράκισης της οικονομίας της ΕΕ από χώρες που χρησιμοποιούν εξαρτήσεις ως όπλο, αλλά οι επιχειρήσεις ανησυχούν για το κόστος και τους κλάδους που θα πληγούν
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα παρουσιάσει στις αρχές Δεκεμβρίου ένα εργαλείο, μία εβδομάδα πριν από τη συνεδρίαση των ηγετών της ΕΕ, με στόχο να ωθήσει τις εταιρείες να διαφοροποιήσουν τους προμηθευτές τους και να μειώσουν τις στρατηγικές εξαρτήσεις από μία μόνο χώρα.
Παρότι η Κίνα δεν έχει αναφερθεί ρητά, η μελλοντική πρόταση στοχεύει ευθέως στο Πεκίνο, το οποίο το 2025 μπλόκαρε τις εξαγωγές σπάνιων γαιών, απαραίτητων για τις πράσινες τεχνολογίες, τις ψηφιακές βιομηχανίες και την άμυνα, εν μέσω εμπορικού πολέμου με τις ΗΠΑ.
Την ίδια χρονιά τέθηκε σε κίνδυνο και η αυτοκινητοβιομηχανία της ΕΕ, όταν το Πεκίνο έκοψε την πρόσβαση σε στρατηγικούς ημιαγωγούς, λόγω διαμάχης με την ολλανδική κυβέρνηση για τη Nexperia, εταιρεία κατασκευής μικροτσιπ.
Την ώρα που οι Βρυξέλλες διαπραγματεύονται με το Πεκίνο για την επαναφορά ισορροπίας στις εμπορικές τους σχέσεις, η ανάγκη για διαφοροποίηση γίνεται πιεστική σε κλάδους όπου οι εξαρτήσεις δημιουργούν οικονομικές ευαλωτότητες.
Λίγες λεπτομέρειες έχουν γίνει γνωστές για τη μελλοντική πρόταση, αλλά σε διαβούλευση με τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, που ολοκληρώθηκε την Τρίτη, η Επιτροπή ανέφερε ότι το νέο εργαλείο θα στοχεύει «στην αντιμετώπιση περιπτώσεων όπου ένα υψηλό επίπεδο στρατηγικής εξάρτησης από μία προμηθεύτρια χώρα δημιουργεί κίνδυνο για την ασφάλεια εφοδιασμού της ΕΕ και, κατά συνέπεια, για την οικονομική της ασφάλεια».
Αυξημένο κόστος
Ορισμένες εταιρείες προειδοποίησαν στις απαντήσεις τους στη διαβούλευση ότι η αναζήτηση εναλλακτικών προμηθευτών θα αυξήσει το κόστος τους.
«Οι εταιρείες ήδη κάνουν το μέγιστο για να έχουν μια δομή που να είναι αποδοτική ως προς το κόστος», δήλωσε στο Euronews η Luisa Santos, αναπληρώτρια γενική διευθύντρια της BusinessEurope. «Αν συνεργάζονται με συγκεκριμένους προμηθευτές, είναι επειδή αυτοί προσφέρουν την καλύτερη λύση για το προϊόν, ως προς το κόστος και την απόδοσή του».
Ωστόσο, στις 5 Ιουνίου 2026, ο Επίτροπος Εμπορίου της ΕΕ Μάρος Σέφτσοβιτς ξεκαθάρισε σε ομιλία του ότι η βιομηχανία θα βρεθεί «στην πρώτη γραμμή» της προσπάθειας για διαφοροποίηση των προμηθευτών και ότι τα επιχειρηματικά μοντέλα θα πρέπει να ενσωματώνουν «το κόστος της ανθεκτικότητας».
«Η οικονομική ασφάλεια είναι συλλογική ευθύνη, η βιομηχανία βρίσκεται στην πρώτη γραμμή», είπε, «πρέπει να τη στηρίξουμε, αλλά και η βιομηχανία πρέπει να κάνει το δικό της μέρος».
Πρόσθεσε: «Αυτό σημαίνει ταχεία και στρατηγική διαφοροποίηση και σημαίνει ενσωμάτωση του κόστους της ανθεκτικότητας στα επιχειρηματικά μοντέλα και αντιμετώπιση των γεωπολιτικών κινδύνων ως αυτό που είναι, βασικούς επιχειρηματικούς κινδύνους».
Παραμένει ασαφές ποιοι κλάδοι θα καλυφθούν και ποια κριτήρια θα χρησιμοποιηθούν. Η Santos, πάντως, τόνισε ότι, ενώ η διαφοροποίηση είναι αναγκαία για να αντιμετωπιστεί ο κίνδυνος οι εξαρτήσεις της ΕΕ να μετατραπούν σε όπλο, δεν πρέπει όλες οι εξαρτήσεις να θεωρούνται προβληματικές.
«Θα έπρεπε να επικεντρωνόμαστε περισσότερο στους τομείς όπου βλέπουμε εργαλειοποίηση. Δεν πιστεύω ότι, για παράδειγμα, η εξάρτησή μας από κινεζικές ηλεκτρικές συσκευές θα έπρεπε να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής».
Η εκπρόσωπος των επιχειρήσεων υπογράμμισε επίσης ότι, για τα προϊόντα που θα εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εργαλείου, πρέπει να υπάρχουν διαθέσιμοι εναλλακτικοί προμηθευτές. Αυτό δεν ισχύει για ορισμένες κρίσιμες πρώτες ύλες, συμπεριλαμβανομένων των σπανίων γαιών, όπου η Κίνα κυριαρχεί στην παραγωγή και την επεξεργασία.
«Σε αυτή την περίπτωση η διαφοροποίηση δεν είναι επιλογή και αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη, εκτός αν εμφανιστούν νέες πηγές», πρόσθεσε η Santos.
Τα «μινιμαλιστικά» και «μαξιμαλιστικά» σενάρια
Πέρσι τον Ιούνιο, ο Σέφτσοβιτς άφησε να εννοηθεί ότι η Επιτροπή θα μπορούσε να αντλήσει έμπνευση από την Ένωση Ενέργειας, η οποία ώθησε τις εταιρείες να διαφοροποιήσουν τις ενεργειακές τους προμήθειες, απομακρυνόμενες από τη Ρωσία μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία.
«Θυμάμαι πολύ ζωντανά τις συζητήσεις που είχαμε τότε για τις επενδύσεις σε τερματικούς σταθμούς ενέργειας και διασυνδετήρες και πόσο αντιδημοφιλείς ήταν», είπε ο επίτροπος πέρσι τον Ιούνιο, προσθέτοντας ότι οι επενδύσεις είχαν προκαλέσει πολλά ερωτήματα, ιδίως για το κόστος τους, δεδομένου ότι το ρωσικό φυσικό αέριο ήταν φθηνότερο.
«Εκ των υστέρων, ήταν ζωτικής σημασίας για εμάς», πρόσθεσε ο Σέφτσοβιτς.
Το σχέδιο REPowerEU, που ξεκίνησε τον Μάιο του 2022 για να τερματίσει την εξάρτηση από τη Μόσχα, απαγορεύει τις εισαγωγές ρωσικού πετρελαίου και προβλέπει τη λήξη βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων συμβάσεων για ρωσικό φυσικό αέριο και υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) το 2026 και το 2027. Οι επιχειρήσεις στην ΕΕ αναγκάστηκαν να προσαρμοστούν. Έγιναν επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, έπρεπε να βρεθούν νέοι προμηθευτές, κατέστη δυνατή η κοινή αγορά και οι τιμές αυξήθηκαν για τους καταναλωτές της ΕΕ.
Ο Tobias Gherke, ανώτερος ερευνητής πολιτικής στο European Council on Foreign Relations, θεωρεί την προσέγγιση στον τομέα της ενέργειας ως το μινιμαλιστικό σενάριο για το εργαλείο διαφοροποίησης που θα παρουσιαστεί τον Δεκέμβριο.
«Το μινιμαλιστικό σενάριο θα ήταν να περιοριστεί η διαφοροποίηση σε λίγους κλάδους», είπε στο Euronews, «όπως έκαναν υποχρεωτική τη διαφοροποίηση για τις ευρωπαϊκές ενεργειακές επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας».
Ο ειδικός παρέπεμψε στη βιομηχανία άμυνας των ΗΠΑ, η οποία ωθήθηκε να διαφοροποιήσει τους προμηθευτές της ώστε να μειώσει την εξάρτησή της από τα κινεζικά ορυκτά. Στο πεδίο εφαρμογής του εργαλείου θα μπορούσαν να ενταχθούν και άλλοι κρίσιμοι κλάδοι, συμπεριλαμβανομένων βιομηχανιών διττής χρήσης και υποδομών όπως η υγεία και τα δίκτυα ενέργειας.
Ένα δεύτερο, «μαξιμαλιστικό» σενάριο, σύμφωνα με τον Gherke, θα ήταν να ειπωθεί: «Όλοι όσοι αγοράζουν πάνω από ένα συγκεκριμένο όριο ενός συγκεκριμένου προϊόντος από μία μόνο πηγή θα αντιμετωπίζουν δασμούς».
Ο Gherke πρόσθεσε: «Έτσι θα έχουν κίνητρο να αγοράζουν από διαφορετική πηγή».
Ένα τέτοιο σενάριο θα κάλυπτε ευρύτερο φάσμα κλάδων. Αν οι δασμοί έκαναν ακριβότερες τις προμήθειες ορισμένων κρίσιμων πρώτων υλών, οι συνέπειες θα γίνονταν αισθητές ταυτόχρονα στις πράσινες τεχνολογίες, στην άμυνα και στις ψηφιακές βιομηχανίες.
«Όλοι θα έμπαιναν στο κάδρο», είπε ο ειδικός.
Για τις επιχειρήσεις της ΕΕ, αυτό θα ήταν αυτό που ο Σέφτσοβιτς αποκάλεσε «το κόστος της ανθεκτικότητας».