Τι πρέπει να γίνει για μην «παγώσουν» τα γερμανικά νοικοκυριά τον χειμώνα; - Με ποιο τρόπο αντιμετωπίζουν την κρίση άλλες χώρες της ΕΕ
Οι γερμανικές αποθήκες φυσικού αερίου και το επίπεδο πλήρωσής τους απασχολούν πλέον κάθε χρόνο την ηγεσία του κλάδου της ενέργειας και τους καταναλωτές, μόλις πέφτει η θερμοκρασία. Φέτος η κατάσταση είναι ιδιαίτερα τεταμένη: τόσο χαμηλό ποσοστό πλήρωσης αυτή την εποχή δεν έχει καταγραφεί ποτέ από την έναρξη της συλλογής δεδομένων πριν από 15 χρόνια.
Στις αρχές Σεπτεμβρίου, σύμφωνα με τον σύνδεσμο Initiative Energien Speichern (πηγή στα Γερμανικά) (INES), οι δεξαμενές ήταν γεμάτες περίπου κατά 53%. Στα μέσα Σεπτεμβρίου το ποσοστό είχε ανέβει γύρω στο 56%, όπως προκύπτει από στοιχεία της Gas Infrastructure Europe. Παρ’ όλα αυτά, η Γερμανία παραμένει σαφώς κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, που κυμαίνεται περίπου μεταξύ 67 και 68%. Άλλες χώρες, όπως η Πολωνία, η Πορτογαλία ή η Ιταλία, είχαν ήδη γεμίσει τις αποθήκες τους την ίδια χρονική στιγμή κατά 80% ή και περισσότερο.
Για να γίνει μια απλή σύγκριση: Πριν από έναν χρόνο η Γερμανία βρισκόταν την ίδια περίοδο λίγο κάτω από το 70%, δηλαδή περίπου 14 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από σήμερα.
Τα χαμηλά επίπεδα πλήρωσης εξηγούνται εν μέρει από την τεταμένη κατάσταση στη διεθνή αγορά: η ευρωπαϊκή τιμή αναφοράς TTF ("Title Transfer Facility") ανέβηκε πρόσφατα πάνω από τα 79 ευρώ ανά μεγαβατώρα, στο υψηλότερο επίπεδο από τις αρχές του 2023. Αιτία είναι κυρίως η σύγκρουση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, που έχει μπλοκάρει τα Στενά του Ορμούζ για σημαντικό μέρος του παγκόσμιου εμπορίου LNG. Η Διεθνής Υπηρεσία Ενέργειας (IEA) ζήτησε γι’ αυτό στρατηγικά αποθέματα φυσικού αερίου, πιο ευέλικτους κανόνες προμήθειας και περισσότερη διεθνή συνεργασία.
Στο μεταξύ αντιδρά και η ομοσπονδιακή κυβέρνηση: Όπως έγραψε πρώτα ο Spiegel και στη συνέχεια το Handelsblatt, η υπουργός Οικονομίας Κατερίνα Ράισε ζήτησε από τις κρατικές ενεργειακές εταιρείες Sefe και Uniper να βοηθήσουν στο γέμισμα των δεξαμενών. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, η Sefe έχει ήδη αρχίσει να αγοράζει επιπλέον φυσικό αέριο, ώστε να γεμίσει περισσότερο κυρίως τη μεγαλύτερη γερμανική αποθήκη στο Ρέντεν της Κάτω Σαξονίας. Μέχρι τώρα η Ράισε απέρριπτε κρατικές παρεμβάσεις, επειδή ήθελε να αποφύγει υψηλότερες τιμές ενέργειας.
Το πρόβλημα: Η αποθήκευση δεν συμφέρει
Το συνηθισμένο επιχειρηματικό μοντέλο των εμπόρων φυσικού αερίου βασίζεται σε μια απλή αρχή: αγοράζουν φθηνά το καλοκαίρι, όταν η ζήτηση είναι χαμηλή, και πουλούν ακριβότερα τον χειμώνα, όταν η θέρμανση ανεβάζει την κατανάλωση. Ακριβώς αυτή η λογική είχε, σε μεγάλο βαθμό, τεθεί εκτός λειτουργίας το φετινό καλοκαίρι.
Ο οικονομολόγος της ενέργειας Αντρέας Σρέντερ από την εταιρεία αναλύσεων ICIS εξηγεί ότι αυτό οφείλεται στην κρίση στο Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου, η οποία προκάλεσε ασυνήθιστα έντονη άνοδο των τιμών. «Αυτό είναι πρόβλημα για τις αποθήκες αερίου, επειδή χρειάζονται χαμηλές τιμές το καλοκαίρι για να αποθηκεύσουν αέριο και να το πουλήσουν αργότερα τον ακριβό χειμώνα», σημειώνει ο Σρέντερ. Μόλις τις τελευταίες εβδομάδες η κατάσταση έχει, σύμφωνα με τον ίδιο, αρχίσει να αντιστρέφεται λίγο: η λεγόμενη διαφορά τιμής μεταξύ θερινών και χειμερινών συμβολαίων βρίσκεται ξανά ελαφρά θετική, γύρω στα 40 με 50 σεντ ανά μεγαβατώρα. Αυτό δεν αρκεί για να καλύψει πλήρως τα κόστη, καθιστά όμως ξανά αρκετά ελκυστική τη δραστηριότητα για τη Sefe και την Uniper.
Πόσο πιεστικός γίνεται πλέον ο χρόνος δείχνουν οι υπολογισμοί του Σεμπάστιαν Χάινερμαν, διευθύνοντος συμβούλου του συνδέσμου αποθηκών INES: «Για να φτάσουμε σε ποσοστό πλήρωσης 77%, θα έπρεπε τώρα, κάθε μέρα μέσα στις επόμενες 46 ημέρες που απομένουν έως την 1η Νοεμβρίου, να εισάγουμε καθαρά στις εγκαταστάσεις 1,1 τεραβατώρες φυσικού αερίου. Πρόκειται για ρυθμό εισαγωγής που δεν παρατηρήθηκε ούτε μία φορά τις τελευταίες τρεις εβδομάδες». Αν συνεχιστεί η τρέχουσα τάση, την 1η Νοεμβρίου θα έχει επιτευχθεί μόνο ένα επίπεδο γύρω στο 65%, εκτιμά ο Χάινερμαν.
Άλλες χώρες, άλλη τακτική
Η Ιταλία έχει αυτή τη στιγμή γεμίσει τις αποθήκες της περίπου κατά 85% και, σύμφωνα με τον Σρέντερ, αναμένεται να ξεπεράσει το 90%. Η κυβέρνηση στη Ρώμη είχε ήδη από την αρχή του καλοκαιριού δημοπρατήσει συγκεκριμένους όγκους αποθήκευσης με εγγυημένο, ελκυστικό εύρος τιμών, προσφέροντας έτσι στους συμμετέχοντες στην αγορά έγκαιρη ασφάλεια προγραμματισμού.
Η Γαλλία στηρίζει τους διαχειριστές αποθηκών εδώ και περίπου δύο χρόνια μέσω μιας επιβάρυνσης και επιβάλλει πρόστιμα σε περίπτωση μη πλήρωσης. Η Αυστρία διαθέτει ήδη από την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία στρατηγικό απόθεμα φυσικού αερίου, παρόμοιο με αυτό που έχουν πια και η Πολωνία και η Ισπανία. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της IEA, το 2025 είχαν αποθηκευτεί σε τέτοια στρατηγικά αποθέματα σε επίπεδο ΕΕ περίπου 12 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα φυσικού αερίου.
Η Γερμανία και η Ολλανδία ακολούθησαν αντίθετα μια έντονα φιλελεύθερη, προσανατολισμένη στην αγορά προσέγγιση, χωρίς εθνική εφεδρεία και χωρίς αντίστοιχες παρεμβάσεις, και έτσι έμειναν πίσω αυτό το καλοκαίρι. Μαζί με τη Σλοβακία και την Ιρλανδία σχηματίζουν πλέον την ουρά της Ευρώπης.
Αλλαγή πορείας
Το γεγονός ότι η Ράισε κάλεσε τώρα τις Sefe και Uniper να προχωρήσουν σε αγορές, ο Σρέντερ το χαρακτηρίζει «μια μορφή μισής κρατικής παρέμβασης, ή έμμεσης». Η υπουργός δεν χρειάζεται να δημιουργήσει νέα εργαλεία· μπορεί να ασκήσει άμεση επιρροή στις εταιρείες που ανήκουν εξ ολοκλήρου στο Δημόσιο, για παράδειγμα μέσω παραχωρήσεων όσον αφορά τις αποδόσεις προς τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό.
Το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας εμφανίζεται καθησυχαστικό: με βάση τα σημερινά δεδομένα, δεν αναμένεται έλλειψη φυσικού αερίου τον ερχόμενο χειμώνα. Ποσοστά πλήρωσης 60 έως 70% στην αρχή του χειμώνα, σε συνδυασμό με εισαγωγές μέσω αγωγών και τερματικών LNG, θεωρούνται επαρκή.
Και η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Δικτύων βλέπει επαρκείς δυνατότητες· ο επικεφαλής της αρχής, Κλάους Μίλερ, επισήμανε, σύμφωνα με τη Deutsche Presse-Agentur, ότι η Γερμανία έχει ήδη αποθηκεύσει περισσότερο αέριο από όσο αποσύρθηκε σε ολόκληρο το περσινό χειμερινό εξάμηνο.
Η κριτική στην μέχρι τώρα στρατηγική εντείνεται
Η οικονομολόγος της ενέργειας Κλαούντια Κέμφερτ από το Deutsches Institut für Wirtschaftsforschung στο Βερολίνο θεωρεί τα χαμηλά επίπεδα αποθήκευσης σοβαρό προειδοποιητικό σήμα, αλλά όχι ακόμη οξεία έλλειψη. «Αν ο χειμώνας είναι κρύος, αν υπάρξουν διακοπές στις παραδόσεις ή αν το LNG στην παγκόσμια αγορά γίνει ακόμη ακριβότερο, τότε οι κίνδυνοι για τον εφοδιασμό και κυρίως για τις τιμές αυξάνονται σημαντικά», τονίζει η Κέμφερτ.
Η ασφάλεια εφοδιασμού είναι δημόσιο αγαθό και δεν πρέπει να εξαρτάται από το αν οι έμποροι μπορούν να βγάλουν βραχυπρόθεσμα κέρδος. «Γι’ αυτό χρειάζονται πιο δεσμευτικοί στόχοι για τα επίπεδα πλήρωσης και υποχρέωση να γεμίζονται πραγματικά οι δεσμευμένες χωρητικότητες αποθήκευσης», ζητά η ίδια.
Παρόμοια τοποθετείται και ο Χάινερμαν, διευθυντής της INES, ο οποίος όμως επισημαίνει ότι αυστηρότεροι κανόνες από μόνοι τους δεν αρκούν: «Οι εξελίξεις των τελευταίων ετών δείχνουν ότι το σημερινό κανονιστικό πλαίσιο για την αγορά αποθήκευσης φυσικού αερίου χρήζει θεμελιώδους μεταρρύθμισης». Απαιτείται ένα αξιόπιστο πλαίσιο, «αντί να χρειάζεται να παρεμβαίνει το κράτος βραχυπρόθεσμα και σε βάθος».
Υπάρχοντες στόχοι πλήρωσης χωρίς αξία;
Η INES προτείνει δύο μοντέλα: είτε το κράτος να καλύπτει τη διαφορά ανάμεσα στην αγοραία αξία και το κόστος αποθήκευσης, για παράδειγμα μέσω bonus, είτε οι προμηθευτές να υποχρεώνονται άμεσα σε χρήση των αποθηκών. Ορισμένες χώρες συνδυάζουν τα δύο και επιμερίζουν το κόστος της διαφοράς μέσω των τελών δικτύου σε όλους τους συμμετέχοντες στην αγορά.
Ο Σρέντερ από την ICIS βλέπει μία ακόμη αδυναμία του συστήματος: οι υφιστάμενοι στόχοι για το επίπεδο πλήρωσης υπάρχουν μεν, αλλά στην πράξη είναι χωρίς αξία, επειδή δεν συνοδεύονται από πρόστιμα.
Στη Γαλλία, όπου προβλέπονται χρηματικές ποινές, η αρχή λειτουργεί καλύτερα. Ταυτόχρονα, ο ίδιος επισημαίνει ένα δίλημμα: η δραστηριότητα αποθήκευσης υποφέρει ήδη από μη ελκυστικά περιθώρια κέρδους, ενώ αρκετές γερμανικές εγκαταστάσεις έχουν ήδη δηλωθεί προς κλείσιμο. Επιπλέον πρόστιμα θα μπορούσαν να επιδεινώσουν την κατάσταση.
«Λείπει το μαξιλάρι ασφαλείας»
Σύμφωνα με υπολογισμούς της ICIS, σε έναν συνηθισμένο χειμώνα το επίπεδο των αποθηκών θα έπεφτε μέχρι την άνοιξη γύρω στο 25%, ενώ σε έναν κρύο χειμώνα περίπου στο 20%, επίπεδο που είχε σημειωθεί τελευταία το 2018. Ο Σρέντερ αναμένει μάλλον ήπια έναρξη του χειμώνα λόγω ενός πιθανού φαινομένου Ελ Νίνιο, τονίζει όμως την αβεβαιότητα τέτοιων προβλέψεων.
Πραγματικά κρίσιμη θα γίνει η κατάσταση μόνο αν συμπέσουν πολλοί κίνδυνοι: παρατεταμένη σύγκρουση με το Ιράν, απώλεια ποσοτήτων LNG από το Κατάρ και επιπρόσθετες βλάβες σε υποδομές. «Λείπει το μαξιλάρι ασφαλείας. Το μαξιλάρι έχει εξαντληθεί», συνοψίζει. Το Κατάρ αντιμετωπίζει επιπλέον προβλήματα: απεργίες τον Μάρτιο προκάλεσαν ζημιές σε δύο μονάδες στο συγκρότημα Ras Laffan και, σύμφωνα με την IEA, αφαίρεσαν από την αγορά περίπου το 17% της ετήσιας εξαγωγικής ικανότητας· η επισκευή αναμένεται να διαρκέσει χρόνια.
Είναι η λύση περισσότερο LNG;
Το υγροποιημένο φυσικό αέριο καλύπτει μέσω των γερμανικών τερματικών άμεσα το 10 έως 15% της κατανάλωσης· αν προστεθούν οι έμμεσες εισαγωγές μέσω του Μπενελούξ, το ποσοστό φτάνει περίπου το 40%. Σύμφωνα με τον Σρέντερ, δεν υπάρχει στενότητα ως προς τις δυνατότητες: τα ευρωπαϊκά τερματικά δεν αξιοποιούνται πλήρως.
Η πρόκληση βρίσκεται στον παγκόσμιο ανταγωνισμό: και η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα και η Ταϊβάν αντιμετωπίζουν κρύο χειμώνα και αυξάνουν ταυτόχρονα τη ζήτηση για LNG. Επιπλέον, η Γερμανία διαθέτει σχετικά λίγες μακροπρόθεσμες συμβάσεις προμήθειας και επομένως εξαρτάται περισσότερο από βραχυπρόθεσμες, τιμοεξαρτώμενες παραδόσεις σε σχέση, για παράδειγμα, με την Ολλανδία ή τη Γαλλία.
Περίπου το 90% του LNG που εισάγει σήμερα η Γερμανία προέρχεται από τις ΗΠΑ, κάτι που κάνει τον Σρέντερ επιφυλακτικό ενόψει της σχεδιαζόμενης απομάκρυνσης της ΕΕ από το ρωσικό υγροποιημένο αέριο από τον Ιανουάριο: ακριβώς σε έναν πιεσμένο χειμώνα η εξάρτηση της Ευρώπης από την Αμερική θα αυξανόταν ακόμη περισσότερο.
Κρατικό απόθεμα φυσικού αερίου: μέχρι στιγμής μόνο εξαγγελία
Ο Σρέντερ υπενθυμίζει και τη σχεδιαζόμενη κρατική εφεδρεία φυσικού αερίου, η οποία μέχρι σήμερα έχει μόνο ανακοινωθεί, αλλά δεν έχει κατοχυρωθεί νομοθετικά. Προβλέπεται να περιλαμβάνει περίπου 24 τεραβατώρας και να είναι διαθέσιμη το νωρίτερο από το 2027/28, άρα υπερβολικά αργά για τον φετινό χειμώνα. Η Γερμανία θα μπορούσε, όπως και η Αυστρία, να την είχε θεσπίσει ήδη μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, επισημαίνει.
Για τους καταναλωτές αυτό σημαίνει ότι οι τιμές φυσικού αερίου βρίσκονται αυτή τη στιγμή γύρω στα 12 σεντ ανά κιλοβατώρα, αλλά σε περίπτωση παρατεταμένης κρίσης θα μπορούσαν να ανέβουν στα 14 σεντ ή και παραπάνω. Πολλά νοικοκυριά το νιώθουν αρχικά μόνο με καθυστέρηση, καθώς οι εγγυήσεις τιμών μεταφέρουν τον κίνδυνο πρώτα στους εμπόρους.
Αν αποκλιμακωθεί η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, οι τιμές θα μπορούσαν, σύμφωνα με τον Σρέντερ, να υποχωρήσουν εξίσου γρήγορα όπως στην αρχή του έτους, όταν είχαν βρεθεί προσωρινά γύρω στα 30 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Η αγορά, πάντως, δεν φαίνεται να υπολογίζει σε γρήγορη εξομάλυνση της κατάστασης.