Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ήδη δείξει ότι μπορούν να αναστείλουν την ανταλλαγή πληροφοριών με την Ουκρανία, όταν διέκοψαν προσωρινά τη συνεργασία τον Μάρτιο του 2025, εν μέσω διπλωματικής αντιπαράθεσης.
Όταν ρωσικοί βαλλιστικοί πύραυλοι έπληξαν το Κίεβο το βράδυ της Δευτέρας, οι κάτοικοι πιάστηκαν απροετοίμαστοι. Δεν είχε προηγηθεί προειδοποίηση για αεροπορική επιδρομή, με αποτέλεσμα ο κόσμος να αιφνιδιαστεί και να μην έχει χρόνο να αναζητήσει καταφύγιο, ενώ εκρήξεις συγκλόνιζαν την πρωτεύουσα.
Παρόμοια περιστατικά έχουν σημειωθεί και στο παρελθόν, όμως αυτή τη φορά η απουσία προειδοποίησης τροφοδότησε εικασίες ότι η Ουάσινγκτον ίσως να έχει αναστείλει την ανταλλαγή πληροφοριών με το Κίεβο, καθώς οι διπλωματικές εντάσεις κλιμακώνονται.
Ο πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι επιβεβαίωσε την Τρίτη ότι η Ουκρανία δεν είχε λάβει καμία έγκαιρη προειδοποίηση από τους εταίρους της για τους επερχόμενους πυραύλους, τονίζοντας ότι τέτοιες πληροφορίες είναι ζωτικής σημασίας για τη διάσωση αμάχων.
Η ουκρανική Πολεμική Αεροπορία ανέφερε αρχικά ότι οι ρωσικές δυνάμεις είχαν εκτοξεύσει, γύρω στις 10 μ.μ., αυτό που φαινόταν να είναι έξι βαλλιστικοί πύραυλοι με κατεύθυνση προς την πρωτεύουσα.
Στη συνέχεια, ο Ζελένσκι δήλωσε ότι πέντε πύραυλοι είχαν πλήξει πολιτικές υποδομές, χαρακτηρίζοντας την επίθεση «ιδιαιτέρως ποταπή».
«Οι πληροφορίες για εκτοξεύσεις ρωσικών βαλλιστικών πυραύλων βοηθούν να σωθούν ζωές και αυτό είναι ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα. Αυτό ακριβώς βοηθά να αποτρέπεται να σκοτώνονται άνθρωποι, όταν υπάρχει έγκαιρη προειδοποίηση για βαλλιστικούς πυραύλους», είπε ο Ζελένσκι.
Ωστόσο, ο ουκρανός προεδρικός σύμβουλος Σερχίι Μπεσκρέστνοφ, γνωστός με το προσωνύμιο «Flash», προειδοποίησε να μη συνδεθεί το περιστατικό με ένα ενδεχόμενο αμερικανικό «πάγωμα» στην παροχή πληροφοριών.
«Δεν είναι η πρώτη φορά που εκτόξευση S-400 δεν εντοπίζεται από τις υπηρεσίες πληροφοριών των εταίρων μας. Υπάρχουν ορισμένες τεχνικές λεπτομέρειες που παίζουν ρόλο. Δεν πρέπει να βγάζουμε βιαστικά συμπεράσματα», έγραψε σε ανάρτησή του στο Facebook.
Η Πολεμική Αεροπορία της Ουκρανίας ανέφερε ότι τα ραντάρ της εντόπισαν τους εισερχόμενους πυραύλους κατά τη διάρκεια της επίθεσης, αλλά ότι δεν είχε λάβει καμία πληροφορία για την εκτόξευσή τους από ρωσικό έδαφος. Πρόσθεσε ότι διερευνάται γιατί δεν έφτασε η προειδοποίηση.
Ο εκπρόσωπος της Πολεμικής Αεροπορίας, Γιούρι Ιχνάτ, επιβεβαίωσε ότι η σειρήνα αεροπορικής επιδρομής ήχησε μόνο αφότου είχε ξεκινήσει η επίθεση, υπογράμμισε όμως ότι οι ΗΠΑ δεν είναι ο μόνος εταίρος της Ουκρανίας στον τομέα των πληροφοριών, καθώς και άλλες χώρες του ΝΑΤΟ παρέχουν δεδομένα για τη ρωσική στρατηγική αεροπορία, τις ναυτικές κινήσεις και τις εκτοξεύσεις βαλλιστικών πυραύλων.
«Υπάρχουν στιγμές που αυτές οι πληροφορίες δεν φτάνουν. Δεν είναι η πρώτη φορά», είπε ο Ιχνάτ.
Ο ουκρανός υπουργός Εξωτερικών Αντρίι Σύμπιχα απέρριψε επίσης τις εικασίες ότι η Ουάσινγκτον είχε εσκεμμένα αποκρύψει πληροφορίες.
Μιλώντας στο Warsaw Security Forum, ο Σύμπιχα δήλωσε ότι η συνεργασία πληροφοριών με τις ΗΠΑ συνεχίζεται και απέδωσε την απουσία έγκαιρης προειδοποίησης σε ένα «ειδικό είδος οπλικών συστημάτων» που χρησιμοποίησε η Ρωσία.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιχείρησε επίσης να κατευνάσει τις ανησυχίες για ένα ενδεχόμενο «πάγωμα», δηλώνοντας την Τρίτη ότι, σύμφωνα με τις δικές της πληροφορίες, η Ουάσινγκτον δεν έχει απειλήσει να διακόψει την ανταλλαγή πληροφοριών ή τις πωλήσεις όπλων προς την Ουκρανία.
Ο μοχλός πίεσης των πληροφοριών για την Ουάσινγκτον
Η αβεβαιότητα αυτή έρχεται εν μέσω πληροφοριών ότι η Ουάσινγκτον έχει απειλήσει να αναστείλει την ανταλλαγή πληροφοριών και τις πωλήσεις όπλων, συμπεριλαμβανομένων προμηθειών που έχουν αγοράσει ευρωπαίοι σύμμαχοι για την Ουκρανία, εάν το Κίεβο δεν σταματήσει να πλήττει ρωσικά διυλιστήρια πετρελαίου.
Η Ουκρανία θεωρεί τις ρωσικές πετρελαϊκές εγκαταστάσεις νόμιμους στρατιωτικούς στόχους, υποστηρίζοντας ότι τα έσοδα που αποφέρουν βοηθούν τη Μόσχα να χρηματοδοτεί τον πόλεμο.
Κάθε άλλο παρά θεωρητική είναι η πιθανότητα μιας αναστολής.
Τον Μάρτιο του 2025, η κυβέρνηση Τραμπ είχε προσωρινά σταματήσει την ανταλλαγή πληροφοριών και τη στρατιωτική βοήθεια προς την Ουκρανία, εν μέσω μιας διπλωματικής αντιπαράθεσης με το Κίεβο. Και τα δύο αποκαταστάθηκαν στη συνέχεια, μετά από συνομιλίες ανάμεσα σε αμερικανούς και ουκρανούς αξιωματούχους στη Σαουδική Αραβία.
Το επεισόδιο αυτό έδειξε πόσο γρήγορα η Ουάσινγκτον μπορεί να αξιοποιήσει τη συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας ως μέσο πολιτικής πίεσης και πόσο εξαρτημένη παραμένει η Ουκρανία από τις αμερικανικές δυνατότητες.
Οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών εξακολουθούν να είναι καθοριστικές για την ικανότητα της Ουκρανίας να προβλέπει ρωσικές επιθέσεις, ιδίως μέσω δορυφορικών συστημάτων που μπορούν να εντοπίζουν εκτοξεύσεις πυραύλων πριν τα εισερχόμενα όπλα εμφανιστούν στα επίγεια ραντάρ.
Και άλλες χώρες του ΝΑΤΟ μοιράζονται πληροφορίες με το Κίεβο, παραμένει όμως ασαφές σε ποιον βαθμό οι ευρωπαίοι σύμμαχοι θα μπορούσαν να καλύψουν το κενό, εάν τεθεί σε ισχύ μια νέα αμερικανική αναστολή.
Προς το παρόν, ουκρανοί αξιωματούχοι επιμένουν σε μεγάλο βαθμό ότι η συνεργασία με την Ουάσινγκτον συνεχίζεται και δεν υπάρχουν ενδείξεις πως η έλλειψη προειδοποίησης τη Δευτέρα οφείλεται σε εσκεμμένη απόφαση μη παροχής πληροφοριών.
Ευρωπαϊκές στρατιωτικές πηγές δήλωσαν στο Euronews ότι η ανταλλαγή πληροφοριών θα ήταν πιθανότατα η τελευταία μορφή αμερικανικής στήριξης που θα αποσυρόταν, καθώς η διακοπή της θα μπορούσε επίσης να θέσει σε κίνδυνο αμερικανούς διπλωμάτες, αλλά και εκείνους των συμμάχων τους που υπηρετούν στην Ουκρανία.