Η βρετανική τράπεζα Barclays ανακοίνωσε την Πέμπτη περικοπή περίπου 5.000 θέσεων, σχεδόν 5% του παγκόσμιου προσωπικού, έως το 2026, καθώς στρέφεται σε τεχνητή νοημοσύνη και άλλες τεχνολογίες για μεγαλύτερη αποδοτικότητα.
Η μετοχή της Barclays υποχώρησε ελαφρά στο Λονδίνο, αφού η τράπεζα ανακοίνωσε την Πέμπτη ότι θα περικόψει περίπου 5.000 θέσεις εργασίας, συμπεριλαμβανομένων περίπου 1.000 που έχουν ήδη καταργηθεί στο πρώτο εξάμηνο του έτους.
Η ανακοίνωση συνοδεύτηκε από ενημέρωση για τα κέρδη, σύμφωνα με την οποία τα καθαρά κέρδη της Barclays αυξήθηκαν κατά 13% στο τρίτο τρίμηνο, με ώθηση από την εκτίναξη των εσόδων στο τμήμα μετοχών.
Η Barclays ανέφερε σε παρουσίαση των αποτελεσμάτων ότι υλοποιεί «οργανωτική απλοποίηση και βελτίωση της αποδοτικότητας μέσω τεχνολογικών αλλαγών που καθοδηγούνται από την τεχνητή νοημοσύνη».
Περίπου το 60% των περικοπών αφορά υποστηρικτικές λειτουργίες, μεταξύ των οποίων και προγραμματιστές, καθώς η τεχνητή νοημοσύνη καθιστά το προσωπικό πιο παραγωγικό, σύμφωνα με την τράπεζα.
Ο Will Howlett, χρηματοοικονομικός αναλυτής στην Quilter Cheviot, δήλωσε ότι η ανακοίνωση δείχνει «πόσο ριζικά η τεχνητή νοημοσύνη και η αυτοματοποίηση θα μπορούσαν να αναδιαμορφώσουν τον τραπεζικό κλάδο τα επόμενα χρόνια».
«Οι τράπεζες δαπανούν εδώ και χρόνια μεγάλα ποσά για την τεχνολογία, αλλά σταδιακά φτάνουμε στο σημείο όπου αυτές οι επενδύσεις μεταφράζονται σε λιγότερο αναγκαίο προσωπικό για τη λειτουργία της επιχείρησης», πρόσθεσε, σημειώνοντας ότι «η Barclays αναμένει οι κινήσεις βελτίωσης της αποδοτικότητας να αποδώσουν πάνω από 1,1 δισ. £ (1,31 δισ. €) σε εξοικονόμηση, κάτι που θα πρέπει να βοηθήσει στη μείωση του κόστους και τη βελτίωση της κερδοφορίας».
Τα κέρδη που αναλογούν στους μετόχους αυξήθηκαν στο τρίτο τρίμηνο σε 1,65 δισ. £ (1,97 δισ. €) από 1,46 δισ. £ (1,74 δισ. €) την περίοδο Ιουλίου–Σεπτεμβρίου ένα χρόνο νωρίτερα.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Barclays, C. S. Venkatakrishnan, δήλωσε ικανοποιημένος από τη δυναμική της τράπεζας σε επιχειρησιακό και οικονομικό επίπεδο και ανέφερε ότι το τμήμα επενδυτικής τραπεζικής «κατέγραψε ισχυρές επιδόσεις στο σκέλος των μετοχών».
Τα έσοδα από τις μετοχές αυξήθηκαν κατά 47% σε ετήσια βάση, ενώ τα συνολικά έσοδα του ομίλου για το τρίμηνο ενισχύθηκαν κατά 3%, στα 7,37 δισ. £ (8,79 δισ. €).
«Η επενδυτική τράπεζα ήταν πιο αδύναμη, ιδιαίτερα στις συναλλαγές σταθερού εισοδήματος, αλλά η Barclays παραμένει εντός τροχιάς σε σχέση με τους μακροπρόθεσμους στόχους της», είπε ο Howlett. Πρόσθεσε ότι «το ολοένα και πιο κρίσιμο ερώτημα είναι αν η Barclays μπορεί να μετατρέψει την τεχνολογική επένδυση και ένα μικρότερο εργατικό δυναμικό σε σταθερά χαμηλότερο κόστος χωρίς να θυσιάσει την ανάπτυξη». Αν το καταφέρει, είπε, «υπάρχει ακόμη σημαντικό περιθώριο για βελτιωμένες αποδόσεις».
Η τράπεζα ανακοίνωσε επίσης πρόγραμμα επαναγοράς ιδίων μετοχών ύψους 500 εκατ. £ (596 εκατ. €).
Η ανακοίνωση για την τεχνητή νοημοσύνη «έρχεται καθώς η εταιρεία δεν κατάφερε να ανταποκριθεί στις προσδοκίες με τις επιδόσεις του τρίτου τριμήνου — με την εξαγγελία ενός ισχυρού προγράμματος επαναγοράς μετοχών να μην αρκεί για να κατευνάσει πλήρως την απογοήτευση των επενδυτών», σχολίασε ο επενδυτικός διευθυντής της AJ Bell, Russ Mould.
Πρόσθεσε ότι, ενώ το κόστος αυξήθηκε σε επίπεδο ομίλου, υπάρχουν δύο «μεγάλα σύννεφα πάνω από την επιχείρηση».
«Το πρώτο είναι η ευρέως αναμενόμενη αύξηση της φορολογίας για τον κλάδο στον επερχόμενο (βρετανικό) προϋπολογισμό της επόμενης εβδομάδας και το δεύτερο είναι μια καταγγελλόμενη έρευνα για πιθανή εσφαλμένη αποτύπωση κινδύνων στο χαρτοφυλάκιο ιδιωτικών πιστώσεων», ανέφερε ο Mould.
Σύμφωνα με τους Financial Times, η Τράπεζα της Αγγλίας εξετάζει καταγγελίες ότι η Barclays είχε υποτιμήσει τους κινδύνους που συνδέονται με τη χρηματοδότηση κεφαλαίων ιδιωτικών πιστώσεων. Η ανησυχία είναι αν η Barclays παρουσίασε αυτές τις εκθέσεις ως λιγότερο επικίνδυνες στα βιβλία της, γεγονός που της επέτρεψε να διακρατεί λιγότερα κεφάλαια για την κάλυψη πιθανών ζημιών.
Η Barclays έχει δηλώσει ότι η έκθεσή της σε ιδιωτικές πιστώσεις αντιμετωπίζεται σύμφωνα με τους λογιστικούς κανόνες και τις απαιτήσεις εποπτικού κεφαλαίου.