Το «Quiet Life», η νέα ταινία του πολυβραβευμένου Αλέξανδρου Αβρανά προβάλλεται στους ελληνικούς κινηματογράφους. Στο επίκεντρο μια οικογένεια Ρώσων προσφύγων που αναζητεί άσυλο στη Σουηδία.
Δύο χρόνια μετά την παγκόσμια πρεμιέρα του, στο 81ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας, όπου απέσπασε το Βραβείο Interfilm, και αφού πήρε διανομή σε πάνω από 20 χώρες, το «Quiet Life», η ταινία του Αλέξανδρου Αβρανά προβάλλεται τώρα στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες.
Ο πολυβραβευμένος δημιουργός μας μεταφέρει στη Σουηδία το 2018. Εκεί συναντάμε τον Σεργκέι, τη Νατάλια και τις δύο κόρες τους. Έχουν δραπετεύσει από τη Ρωσία, μετά από μια επίθεση που παραλίγο να στοιχίσει στον Σεργκέι τη ζωή του. Το ζευγάρι αναμένει την απόφαση της Υπηρεσίας Μετανάστευσης για την αίτηση ασύλου που έχει υποβάλει. Προσπαθούν να ζήσουν μια φυσιολογική ζωή: εργάζονται σκληρά, στέλνουν τα παιδιά τους σε σουηδικό σχολείο, μαθαίνουν τη γλώσσα και υπομένουν τους τακτικούς ελέγχους των αρχών, ελπίζοντας πως κάποια μέρα θα αποκτήσουν τη σουηδική υπηκοότητα. Όταν όμως η αίτησή τους απορρίπτεται, η μικρότερη κόρη τους, η Κάτια, καταρρέει και βυθίζεται σε ένα ανεξήγητο κώμα.
Πάσχει από Σύνδρομο Παραίτησης. Είναι ένα πραγματικό σύνδρομο (Child Resignation Syndrome), μια ψυχονευρολογική ασθένεια που πλήττει κυρίως παιδιά προσφύγων, ηλικίας 5-15 ετών. Απασχολεί διάφορες χώρες της Ευρώπης, με πιο πρόσφατη την Ουκρανία. Καθώς οι πόλεμοι αυξάνονται γύρω μας, το σύνδρομο παραίτησης κάνει θραύση. Η Σουηδία μόνο έχει αντιμετωπίσει εκατοντάδες αντίστοιχα περιστατικά με παιδιά προσφύγων τα τελευταία χρόνια.
Συναντήσαμε στον Αλέξανδρο Αβρανά στο 65ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, όπου η ταινία έκανε την ελληνική της πρεμιέρα:
«Το 2018, διάβασα ένα άρθρο στο New Yorker, το οποίο μιλούσε γι’ αυτό το σύνδρομο. Η αλήθεια είναι ότι είχα ξαφνιαστεί τότε τόσο πολύ, που δεν μπορούσα να καταλάβω αν αυτό είναι πραγματικότητα ή μυθοπλασία. Ήταν κάτι τελείως δυστοπικό. Όταν κάναμε έρευνα με τον σεναριογράφο μου, Σταύρο Παμπαλλή, αποφασίσαμε τελικά ότι αυτό είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα αλληγορία για να μιλήσουμε για μια κοινωνία, την κοινωνία μας και τι αφήνουμε πίσω στα παιδιά μας. Αυτό το σύνδρομο παραίτησης είναι στην ουσία μια κατάσταση μετατραυματικού στρες. Αφορά τα παιδιά που έχουν βιώσει μια πολύ έντονη κατάσταση στη χώρα προέλευσής τους, όπως για παράδειγμα έχουν δει κάποιο γονιό τους να βιάζεται, να σκοτώνεται, να έχει γίνει κάποια απόπειρα εναντίον του.
Όταν πάνε στη Σουηδία ή σε κάποια άλλη χώρα υποδοχής, ζουν μια χαρά και τους προσφέρονται τα πάντα, γιατί οι Σουηδοί τους προσφέρουν παιδεία, πάνε σχολείο, μαθαίνουν τη γλώσσα πάρα πολύ γρήγορα, προσαρμόζονται στην κοινωνία και “σουηδοποιούνται” πολύ εύκολα. Αντίθετα, οι γονείς τους ζουν σε ένα limbo, περιμένοντας την απόφαση ασύλου. Όταν έρχεται αυτή και τους λέει ότι πρέπει να επιστρέψουν στη χώρα τους, είναι σαν να φεύγουν από την κόλαση, να πηγαίνουν στον παράδεισο και μετά να επιστρέφουν και πάλι στην κόλαση. Κάποια παιδιά δεν είναι ικανά να αποδεχτούν αυτή την κατάσταση, αυτή την αλλαγή προς το χειρότερο. Ο οργανισμός τους αμύνεται, “σβήνοντας” τον εγκέφαλο, το ανώτατο τμήμα του. Έτσι πέφτουν σε κώμα, το οποίο μπορεί να κρατήσει έως και 5 χρόνια» μας εξηγεί ο σκηνοθέτης.
Μετά το βραβευμένο «Miss Violence», ο Αλέξανδρος Αβρανάς εστιάζει για άλλη μια φορά στο θεσμό της οικογένειας, δημιουργώντας ένα ασφυκτικό, κλειστοφοβικό σύμπαν, από το οποίο φαίνεται ότι δεν υπάρχει διαφυγή. Ο εφιάλτης της οικογένειας μεγεθύνεται, καθώς οι δύο γονείς θα κάνουν τα πάντα για να μην επιστρέψουν στη Ρωσία. Απέναντί τους βρίσκεται ένας κρατικός μηχανισμός σκληρός και αποστειρωμένος που δεν πείθεται για την αλήθεια των λεγομένων τους. Η αντοχή και η αποφασιστικότητα τους δοκιμάζονται. Οι συνέπειες θα είναι αλυσιδωτές στα παιδιά:
«Σ’ αυτή την ταινία, η οικογένεια είναι το ακριβώς αντίθετο από αυτό που ήταν στο Miss Violence. Δηλαδή τότε το σύστημα ήταν η οικογένεια, ενώ τώρα έχουμε μια οικογένεια ενάντια στο σύστημα. Νομίζω ότι στην ταινία το σύστημα ξεφεύγει από τα όρια της Σουηδίας. Εγώ ήθελα να γίνει παγκόσμιο. Δεν αφορά δηλαδή μόνο τη Σουηδία, αφορά κάθε οικογένεια, κάθε έννοια πρόσφυγα. Το λέω έτσι γιατί και στην εποχή μας με την κλιματική αλλαγή, όλοι θα καταλήξουμε πρόσφυγες κάποια στιγμή. Στην προκειμένη περίπτωση, η οικογένεια θίγει και ένα άλλο ζήτημα: την επανάσταση. Ο πατέρας, στη χώρα που ζούσε, τη Ρωσία και από την οποία έφυγε, ήταν από αυτούς που αντιτάχθηκαν στο σύστημα του Πούτιν, σ’ αυτό το φασιστικό, δικτατορικό καθεστώς. Γι’ αυτό για μένα τίθεται και ένα άλλο ερώτημα. Πώς ένας επαναστάτης μπορεί να είναι εγωιστής, γιατί οι πράξεις του προκαλούν κακό στην οικογένειά του ή αν δουλεύει τελικά για το κοινωνικό συμφέρον».
Στην ταινία, υπάρχει μια πολύ ιδιαίτερη ισορροπία και σύγκρουση ανάμεσα στο ατομικό και το συλλογικό, ανάμεσα στην οικογένεια και το κράτος, ανάμεσα στις προσωπικές επιδιώξεις και τις κοινωνικές απαιτήσεις. Στη συγκεκριμένη ταινία δηλαδή, βλέπουμε διάφορα επίπεδα δράσεων τα οποία αφορούν τόσο τη σχέση της οικογένειας όσο όμως και μεταξύ των μελών της οικογένειας αλλά και της σχέσης τους με το κράτος:
«Σεναριακά πρώτα απ’ όλα η ισορροπία ήταν πάρα πολύ δύσκολη. Γιατί, όταν προσθέταμε κάποιες πολιτικές σκηνές, όσον αφορά το σύστημα και την λειτουργία του συστήματος απέναντι σε αυτούς τους ανθρώπους, η ταινία γινόταν αυτόματα πολιτική ταινία. Προσθέταμε σκηνές οικογενειακού δράματος, γινόταν ένα απλό δράμα, προσθέταμε σκηνές πάνω στο σύνδρομο, γινόταν μια νοσοκομειακή-ιατρική ταινία, οπότε μέχρι τελευταία στιγμή στο μοντάζ ήταν πολύ λεπτές ισορροπίες για να μπορέσουμε να μιλήσουμε για όλα αυτά, αλλά τελικά όχι να μην πάρουμε θέση, αλλά να αφήσουμε τον θεατή να αποφασίσει τι θα πει άτομο και τι θα πει κοινωνικό σύνολο και πως αυτά τα δύο έρχονται σε αντίθεση. Γιατί τελικά η ταινία διαπραγματεύεται πάρα πολύ έντονα το ότι έχουμε δημιουργήσει ένα σύστημα για να μας υπηρετεί και τελικά το υπηρετούμε εμείς».
Γιατί αποφάσισε να δώσει αυτό το διφορούμενο τίτλο στην ταινία;
«Ο τίτλος της ταινίας για μένα είναι ένα ερώτημα. Μιλάει για την ήρεμη ζωή, την ήσυχη ζωή των Ευρωπαίων που ταράζονται ή για την ήσυχη ζωή που θέλουν να αποκτήσουν οι πρόσφυγες; Οπότε είναι ένας διττός τίτλος για μένα. Ο ορίτζιναλ τίτλος της τανίας ήταν Apathy, απάθεια, γιατί έτσι λέγεται και το σύνδρομο στη Σουηδία. Οπότε για μένα τελικά η ήσυχη ζωή είναι ένα πολύ ενδιαφέρον δίλημμα για την προσέγγιση της ταινίας».
Το «Quiet Life» του Αλέξανδρου Αβρανά προβάλλεται στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες από την Πέμπτη 22 Οκτωβρίου.
Αλέξανδρος Αβρανάς
Ο Αλέξανδρος Αβρανάς γεννήθηκε στη Λάρισα το 1977 και σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Τεχνών του Βερολίνου (Universität der Künste Berlin). Μετά τη δημιουργία αρκετών ταινιών μικρού μήκους, πειραματικών ταινιών και ντοκιμαντέρ, η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, με τίτλο Without, απέσπασε επτά βραβεία (καλύτερης ταινίας, καλύτερου νέου σκηνοθέτη, γυναικείας ερμηνείας, φωτογραφίας και μοντάζ) στο Εθνικό Διαγωνιστικό του 49ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Η επόμενη ταινία του, με τίτλο Miss Violence, τιμήθηκε με τον Αργυρό Λέοντα Καλύτερης Σκηνοθεσίας και το Coppa Volpi Καλύτερης Ανδρικής Ερμηνείας στο 70ό Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας, καθώς και με τρία επιπλέον βραβεία. Η ταινία συνέχισε να διαπρέπει διεθνώς, αποσπώντας συνολικά 12 βραβεία, μεταξύ των οποίων το Βραβείο Καλύτερου Σεναρίου στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Στοκχόλμης. Η πιο πρόσφατη ταινία του, με τίτλο Love Me Not (2017), έκανε πρεμιέρα στο διαγωνιστικό τμήμα του 65ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαν Σεμπαστιάν και βρήκε διεθνή διανομή.
Παράλληλα με τις κινηματογραφικές του ταινίες, ο Αβρανάς σκηνοθετεί και θεατρικά έργα, με το πιο πρόσφατο να ανεβαίνει στο Εθνικό Θέατρο. Το 2019 διετέλεσε Καλλιτεχνικός Διευθυντής του σεμιναρίου σεναριογραφίας Greece – Puglia Experience Screenwriting Workshop, το οποίο πραγματοποιήθηκε στη Βόρεια Ελλάδα και στη Νότια Ιταλία στο πλαίσιο του CIAK, ένα έργο που προωθεί τη συνεργασία Ελλάδας και Ιταλίας στον τομέα του κινηματογράφου.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΑΙΝΙΑΣ
Σκηνοθεσία: Αλέξανδρος Αβρανάς
Σενάριο: Σταύρος Παμπαλλής, Αλέξανδρος Αβρανάς
Ηθοποιοί: Chulpan Khamatova, Grigory Dobrygin, Naomi Lamp, Miroslava Pashutina, Ελένη Ρουσσινού
Παραγωγοί: Sylvie Pialat, Alejandro Arenas Azorin, Benoît Quainon, Adeline Fontan Tessaur, Olivier Guerpillon, Frida Hallberg, Reik Möller, Ulf Israel, Riina Sildos, Κώστας Σφακιανάκης, Βίκυ Μίχα, Kaarle Aho
Διεύθυνση φωτογραφίας: Ολυμπία Μυτιληναίου GSC
Μοντάζ: Dounia Sichov
Κοστούμια: Jaanus Vahtra
Σχεδιασμός παραγωγής: Markku Pätilä
Ήχος: Kristjan Kurm, Κώστας Βαρυμποπιώτης, Περσεφόνη Μήλιου
Μουσική: Tuomas Kantelinen
Παραγωγή: Les films du Worso, Elle Driver, Fox in the Snow, Senator Film Produktion, Amrion, Playground, asterisk*, Making Movies
Χρηματοδότηση: Arte, Arte Cinema, Creative Europe MEDIA, Eurimages, Ile- deFrance Region, Wild Bunch, Finnish Film Foundation, Estonian Film
Institute, Cultural Endowment of Estonia, Cash Rebate Estonia, Swedish Film Institute, Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, EKOME, ΕΡΤ, Film I Väst, TriArt, YLE, TRT
Χώρα Παραγωγής: Γαλλία, Γερμανία, Σουηδία, Ελλάδα, Εσθονία, Φινλανδία
Γλώσσα: Ρωσικά, Σουηδικά, Αγγλικά
Έτος Παραγωγής: 2024
Διάρκεια: 99’