Ο βασιλιάς της ποπ είναι ξανά εδώ: ό,τι κι αν πιστεύετε για εκείνον, θα προτιμούσατε να μην ήταν.
Αν πιστεύατε ότι το Bohemian Rhapsody ήταν ένα προσβλητικά ρηχό βιογραφικό για τον Φρέντι Μέρκιουρι, που θυσίασε την πολυπλοκότητα και τις αποχρώσεις για χάρη μιας τυποποιημένης μεσσιανικής αφήγησης που μύριζε από χιλιόμετρα παρεμβάσεις των διαχειριστών της κληρονομιάς του...
Αν σας πιάνει ακόμη σύγκρυο και μόνο στη σκέψη του Back To Black, της νερωμένης βιογραφίας της Έιμι Γουάινχαουζ που πέρασε τη διαχωριστική γραμμή από τον κινηματογράφο στην καθαρή διαφημιστική καμπάνια...
Αν εξακολουθείτε να βασανίζεστε από τραυματικά flashback σχετικά με τις φρίκες του whitewashing και της προπαγανδιστικής μπαρούφας, κατ’ εντολή του τμήματος PR, που ήταν η ιστορία της FIFA United Passions...
...Τότε ετοιμαστείτε για το Michael.
Σε σκηνοθεσία του Αντουάν Φούκουα (Training Day, σειρά The Equalizer) και με τον Τζαφάρ Τζάκσον στον ρόλο του αδικοχαμένου θείου του, αυτή η πρώτη επίσημη βιογραφία του Μάικλ Τζάκσον αφηγείται τη ζωή του από τα πρώτα Motown χρόνια με τους Jackson 5 μέχρι την κυκλοφορία του «Bad» το 1987. Ξέρετε, τα χρόνια της δόξας πριν κατηγορηθεί για σεξουαλική κακοποίηση παιδιών.
Ό,τι κι αν πιστεύετε για τον άνθρωπο πίσω από το είδωλο, κι ακόμη κι αν είστε αρκετά μεγαλόψυχοι ώστε να δώσετε στο πρότζεκτ το ελαφρυντικό της αμφιβολίας, πιστεύοντας αφελώς ότι οι πιο σκοτεινές πλευρές της ζωής του Τζάκσον θα μπορούσαν να εξερευνηθούν σε ένα σχεδιαζόμενο δεύτερο μέρος (που προαναγγέλλεται στο φινάλε με την κάρτα «His story continues»), το Michael λειτουργεί αποκλειστικά ως μια προσβλητικά απροκάλυπτη αγιογραφία. Αφαιρεί από την ιστορία των πρώτων του χρόνων οτιδήποτε θα μπορούσε να θεωρηθεί αμφιλεγόμενο, συμπεριλαμβανομένων των καταγγελιών για βίαιη κακοποίηση από τον πατέρα του Τζο (Κόλμαν Ντομίνγκο), των πρώτων σεξουαλικών του εμπειριών ή της αυξανόμενης σωματικής δυσμορφοφοβίας του, που συνδεόταν με το τίμημα που άφησαν πάνω του η διασημότητα και τα τραύματα.
Τίποτα από αυτά δεν «χρειάζεται» σε αυτή τη χωρίς δράμα, τυποποιημένη και ελεγχόμενη από τους διαχειριστές της περιουσίας του πρόφαση για να πουληθούν περισσότερα άλμπουμ. Αντίθετα, η ταινία είναι εξαγνισμένη σε σημείο διαφάνειας και απευθύνεται αποκλειστικά σε μη απαιτητικούς φαν που θέλουν απλώς να ακούσουν τις επιτυχίες και να δουν αναπαραστάσεις εμβληματικών στιγμών του MJ. Δεν υπάρχει εδώ τίποτα που να χαρτογραφεί με πειστικό τρόπο τι οδήγησε ένα μικρό αγόρι στο να γίνει μια από τις πιο δοξασμένες μορφές της μουσικής του 20ού αιώνα.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, υπάρχουν σκηνές που σε κάνουν να γουρλώνεις τα μάτια και να σκέφτεσαι «να, βλέπεις τους διαχειριστές της περιουσίας του να τραβάνε τα νήματα», με έναν τρυφερό Τζάκσον να επισκέπτεται νοσοκομεία και να κάθεται στο προσκεφάλι άρρωστων παιδιών.
Σχεδόν ακούς τις «δημιουργικές» συζητήσεις...
«Λέτε να είναι κακόγουστο και κάπως υπερβολικά αποκαλυπτικό για το πόσο απροκάλυπτα θέλουμε να λειάνουμε την προβληματική κληρονομιά του Μάικλ;»
«Τι εννοείς;»
«Ξέρεις, με όλες αυτές τις αντιπαραθέσεις...»
«Ποιες αντιπαραθέσεις;»
«... Σοβαρά τώρα;»
«Δεν έχω ιδέα για τι πράγμα μιλάς και κανένας θεατής από τη νέα γενιά δεν χρειάζεται να ασχοληθεί με οτιδήποτε θα μπορούσε να λερώσει τη φήμη του αγαπημένου μας Μάικλ. Ας τους σερβίρουμε λίγη άψυχη σαβούρα – θα την καταβροχθίσουν αμέσως κι εμείς θα μετράμε εκατομμύρια σε εισπράξεις στο box office.»
Είναι κρίμα, γιατί κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι υπάρχει ταλέντο πίσω και μπροστά από την κάμερα. Ο Φούκουα εδώ λειτουργεί ξεκάθαρα ως εταιρικό φερέφωνο, ενώ ο Τζαφάρ Τζάκσον, ο οποίος όντως παραδίδει μια εντυπωσιακή μίμηση του θείου του, είναι παγιδευμένος σε μια επιφανειακή ταινία που προσπαθεί τόσο πολύ να μη θίξει κανέναν, ώστε ξεχνά να είναι έστω και στο ελάχιστο ενδιαφέρουσα. Όσο για τον υποψήφιο για Όσκαρ σεναριογράφο Τζον Λόγκαν, δεν υπάρχει λογική εξήγηση για το πώς ο άνθρωπος πίσω από τα Gladiator, Hugo και Skyfall παρέδωσε ένα τόσο άνοστο και γλυκανάλατο σενάριο. Εκτός αν ήθελε μια προσθήκη στο σπίτι, ίσως.
«Keep on, with the force, don't stop / Don't stop 'til you get enough», τραγουδούσε ο Τζάκσον στην επιτυχία του το 1979. Το μόνο που θα θέλετε να ουρλιάξετε όταν τελειώσει αυτό το υποτιθέμενο αφιέρωμα, που στην πραγματικότητα προσβάλλει την αληθινή καλλιτεχνική κληρονομιά του Τζάκσον, είναι «Φτάνει». HEE-HEE-NOUGH.
Michael προβάλλεται ήδη στις κινηματογραφικές αίθουσες.