Αυτό το περιεχόμενο δεν είναι διαθέσιμο στην περιοχή σας

Ο Σόιμπλε «δείχνει» έξοδο του ΔΝΤ από το ελληνικό πρόγραμμα

Access to the comments Σχόλια
Από Συμέλα Τουχτίδου
Ο Σόιμπλε «δείχνει» έξοδο του ΔΝΤ από το ελληνικό πρόγραμμα

Στροφή στην μέχρι τώρα κάθετη επιμονή του για συμμετοχή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, στο τρίτο ελληνικό πρόγραμμα κάνει ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε.

Μπορεί να αποτελέσει διέξοδο στο δομικό πρόβλημα ασυμφωνίας μεταξύ των θεσμών

πηγές υπ. Οικονομικών

Σε συνέντευξη στη γερμανική εφημερίδα, Sueddeutsche Zeitung ο Γερμανός υπουργός δήλωσε:

«Σε περίπτωση που το ΔΝΤ αποχωρήσει, τότε οι Ευρωπαίοι ενδέχεται να καταλήξουν σε μια δική τους λύση εντός του ευρωπαϊκού νομισματικού συστήματος, όπως είχαμε προτείνει ήδη στην αρχή της ελληνικής κρίσης η τότε υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας Κριστίν Λαγκάρντ και εγώ.
Σε αυτή την περίπτωση όμως θα πρέπει οι Ευρωπαίοι να επιβάλλουν όσα συμφωνήθηκαν σαφώς πιο αποτελεσματικά».

Η δήλωση του Β. Σόιμπλε ήρθε μετά από ερώτηση του Γερμανού δημοσιογράφου γιατί οι Ευρωπαίοι επιμένουν στην παρουσία του Ταμείου, αφού οι διαφορές μεταξύ τους μοιάζουν αγεφύρωτες.

«Το τωρινό πρόγραμμα προϋποθέτει τη συμμετοχή του ΔΝΤ. Αν συνεχίσουμε μόνοι μας τότε θα πρέπει να διασφαλίσουμε καλύτερα τα συμπεφωνημένα. Τον ρόλο αυτό μπορούμε να τον αναθέσουμε στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης (ESM).
Σε αυτή την περίπτωση, ωστόσο, έχουμε να κάνουμε με εντελώς νέα δεδομένα και θα έπρεπε να διασφαλίσουμε προηγουμένως την έγκριση της γερμανικής βουλής» προσέθεσε ο Γερμανός υπουργός, που για πρώτη φορά δηλώνει επίσης ότι η αποχώρηση του Ταμείου δε θα δημιουργούσε πρόβλημα:

«Δεν θα προκαλέσει προβλήματα, διότι εμείς τηρούμε τις δεσμεύσεις μας. Σε περίπτωση όμως που δεν τηρηθούν οι δεσμεύσεις από άλλους τότε το τρέχον πρόγραμμα θα τερματιστεί και θα απαιτηθούν νέες διαπραγματεύσεις».

Θετική αντίδραση από την ελληνική κυβέρνηση

«Μπορεί να αποτελέσει διέξοδο στο δομικό πρόβλημα ασυμφωνίας μεταξύ των θεσμών που αποτελεί διαρκή τροχοπέδη για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης χωρίς νέα μέτρα και την επιτυχή ολοκλήρωση του ελληνικού προγράμματος» σχολιάζει το υπουργείο Οικονομικών.

Παραινέσεις Σόιμπλε στον Ντράγκι για τη νομισματική πολιτική

Στην ίδια συνέντευξη, ο Β. Σόιμπλε προτείνει τον περιορισμό του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης QE, και μάλιστα εντός του έτους:

«Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα έχει το δύσκολο έργο της εξόδου από την εξαιρετικά επεκτατική νομισματική πολιτική. Φαντάζομαι ότι το σωστό θα ήταν η ΕΚΤ να το τολμούσε αυτό το έτος.»

Ο Β. Σόιμπλε δεν κρύβει ότι δεν είναι οπαδός της πολιτικής της ΕΚΤ, παραδέχεται ωστόσο ότι «η ΕΚΤ έχει μία εντολή για την Ευρωζώνη και την εκτελεί πολύ καλά.»

Γιατί το θέμα αφορά την Ελλάδα

Η Ελλάδα βρέθηκε εκτός ποσοτικής χαλάρωσης τον Φεβρουάριο του 2015.

Έκτοτε, δεν μπορεί να επωφεληθεί από το πολύ χαμηλό κόστος δανεισμού, που εξασφαλίζουν για τα υπόλοιπα μέλη της Ευρωζώνης οι μαζικές αγορές χρεογράφων από την ΕΚΤ.

Μάλιστα, τον Δεκέμβριο του 2016, η ΕΚΤ αποφάσισε παράταση του προγράμματος τουλάχιστον, έως τα τέλη του 2017.

Η ελληνική κυβέρνηση ήλπιζε ότι θα επέστρεφε στο πρόγραμμα τον Ιούλιο του 2016, αλλά η ΕΚΤ δεν της «έκανε την χάρη.»

Χωρίς ένταξη στο QE, η έξοδος της Ελλάδας στις διεθνείς αγορές, και άρα η απεξάρτηση από τους δανειστές, θεωρείται πολύ δύσκολη.

Οι φόβοι για περιορισμό του προγράμματος

Παρότι η ΕΚΤ αποφάσισε χρονική επέκταση του προγράμματος, η ανακοίνωση συνοδεύτηκε από ποσοτικό περιορισμό:
οι μηνιαίες αγορές χρεογράφων περιορίζονται από €80 δισεκατομμύρια μηνιαίως, σε €60 δισεκατομμύρια.

Πρακτικά, οι συνέπειες δεν είναι σημαντικές, αφού έτσι και αλλιώς πολλές φορές τα όρια αυτά δεν εξαντλούνται στις μηνιαίες αγορές.

Όμως, το κλίμα στις χρηματαγορές είναι ευμετάβλητο και επηρεάζεται από τέτοιου είδους ανακοινώσεις.

Όταν ανοίξει, στην Ευρώπη, η συζήτηση για το περιβόητο «tappering», δηλ. τον περιορισμό της εξαιρετικά φθηνής ρευστότητας, θέμα που ανοίγει ο Β. Σόιμπλε με την παραπάνω δήλωσή του, αυτό θα «σπρώξει» προς τα πάνω τα επιτόκια δανεισμού στην Ευρωζώνη.

Οι επιπτώσεις μπορεί να μην σημαντικές για χώρες ισχυρές όπως η Γερμανία, όμως για χώρες όπως η Ελλάδα, ενδέχεται να ανατρέψουν τους σχεδιασμούς για άντληση ρευστότητας σε «καλές τιμές.»