Το euronews δεν είναι διαθέσιμο στον Internet Explorer. Ο συγκεκριμένος browser δεν είναι ενημερωμένος από την Microsoft και δεν ακολουθεί τις τεχνολογικές εξελίξεις. Χρησιμοποιήστε κάποιον άλλο φυλλομετρητή, όπως Edge, Safari, Google Chrome ή Mozilla Firefox.
Έκτακτη είδηση

Ντόναλντ Τραμπ: Ρεκόρ αντιδημοφιλίας πριν καν ορκιστεί

Ντόναλντ Τραμπ: Ρεκόρ αντιδημοφιλίας πριν καν ορκιστεί
Euronews logo
Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

Η δημοφιλία του Ντόναλντ Τραμπ – ή, για την ακρίβεια, η μη δημοφιλία του – μόνο μυστικό δεν είναι.

Ο δισεκατομμυριούχος νεοεκλεγείς πρόεδρος δείχνει να πυροδοτεί ακραία συναισθήματα: Κάποιοι τον λατρεύουν και κάποιοι λατρεύουν να τον μισούν.

Το φαινόμενο έχει την εξήγησή του. Ο Ντόναλντ Τραμπ εξελέγη από μια βάση που ανακάλυψε ξανά τον ενθουσιασμό της για τον ένοικο του Λευκού Οίκου και από δυσαρεστημένα μέλη της εργατικής τάξης. Τόσο οι μεν όσο και οι δε είδαν στο πρόσωπό του τον υποψήφιο που «θα τα έδινε όλα γι’ αυτούς».

Όμως, για κάθε φωνή υπέρ του, υπάρχει και η αντίστοιχη φωνή, η οποία είναι αναφανδόν εναντίον του. Σύμφωνα με δημοσκοπήσεις, ο Τραμπ έχει τη χαμηλότερη δημοφιλία που είχε νεοεκλεγείς πρόεδρος εδώ και τέσσερις δεκαετίες!

Θα έλεγε κανείς ότι, ενδεχομένως, το να μην έχει τα υψηλά ποσοστά αποδοχής των προκατόχων του είναι λογικό. Ο Τραμπ κέρδισε τους περισσότερους εκλέκτορες, και άρα τις εκλογές, όμως σε απόλυτους αριθμούς τερμάτισε πίσω από την ανθυποψήφιά του Χίλαρι Κλίντον κατά 2,9 εκατομμύρια ψήφους.

Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με έρευνα του ινστιτούτου Gallup, μόλις το 48% των Αμερικανών εγκρίνουν τον τρόπο που ο αμφιλεγόμενος ρεπουμπλικανός χειρίστηκε τη μεταβατική περίοδο για την ανάληψη της προεδρίας. Πρόκειται για το χαμηλότερο ποσοστό που έχει καταγράψει ποτέ το ινστιτούτο Gallup.

Η πρώτη σχετική μέτρηση του Gallup είχε γίνει το 1992, εν όψει της πρώτης θητείας του Μπιλ Κλίντον. Τα στοιχεία καταδεικνύουν τεράστια διαφορά μεταξύ του νεοεκλεγέντος προέδρου και των προκατόχων του.

Για παράδειγμα, ο Μπαράκ Ομπάμα κατέγραψε ποσοστό δημοφιλίας 75% μεταξύ της εκλογής του το 2008 και της ορκωμοσίας του τον Ιανουάριο του 2009. Επιπλέον, δυσαρέσκεια για τη διαχείριση της μεταβατικής περιόδου από την πλευρά του Ομπάμα είχε εκφράσει μόλις το 17%.

Κι αν η απώλεια της λαϊκής ψήφου αποτελεί επιχείρημα για τα χαμηλά ποσοστά αποδοχής του Ντόναλντ Τραμπ, το προηγούμενο του Τζορτζ Μπους του νεότερου είναι το καλύτερο αντεπιχείρημα.

Ο 43ος πρόεδρος των ΗΠΑ, ο οποίος επίσης είχε εκλεγεί έναντι του Αλ Γκορ μόνο μέσω της εκλεκτορικής ψήφου, είχε ποσοστό αποδοχής μέχρι την ορκωμοσία του στο 65%. Το αντίστοιχο ποσοστό του Μπιλ Κλίντον ήταν 67%.

Ο Τραμπ είναι ο πρώτος νεοεκλεγείς πρόεδρος στην ιστορία του Gallup που λαμβάνει μοιρασμένες ψήφους αποδοχής και απόρριψης εν όψει της ανάληψης του αξιώματος.

Το μέσο ποσοστό γενικής αποδοχής του Ομπάμα κινήθηκε στο 48% και είναι το χαμηλότερο μεταξύ των πέντε τελευταίων προέδρων. Αν πιστέψουμε τις δημοσκοπικές μετρήσεις, ο Τραμπ δεν ξεκινά με τις καλύτερες προϋποθέσεις, αναφορικά με την αποδοχή του από τους Αμερικανούς πολίτες.

«Στημένα, όπως και παλιότερα»

Όπως και με τις περισσότερες καταστάσεις που δεν του αρέσουν, ο νεοεκλεγείς πρόεδρος τόνισε μέσω twitter ότι οι προαναφερθείσες δημοσκοπήσεις ήταν στημένες από «τους ίδιους που έστησαν και τις ψεύτικες προεκλογικές δημοσκοπήσεις».

Δεν είναι όμως μόνο οι μετρήσεις του Gallup. Οι περισσότερες – αν όχι όλες – οι δημοσκοπήσεις τον εμφανίζουν να υπολείπεται των προκατόχων του.

Πρόσφατη σφυγμομέτρηση από τον δημοσκοπικό οργανισμό του Πανεπιστημίου Κουινίπιακ εμφανίζει τα ποσοστά αποδοχής του Ντόναλντ Τραμπ στο 37%. Πρόκειται για το χαμηλότερο ποσοστό που έχει καταγράψει νεοεκλεγείς πρόεδρος λίγο πριν την ορκωμοσία του.

Παρομοίως, δημοσκόπηση που διενεργήθηκε από την Washington Post και το ABC News παρουσιάζει τον Τραμπ ως τον λιγότερο δημοφιλή πρόεδρο εδώ και σαράντα χρόνια, καθώς μόλις 40% των ερωτηθέντων εκφράστηκαν θετικά υπέρ του.

Η απόδειξη δεν βρίσκεται απαραίτητα στις δημοσκοπήσεις

Θα πρέπει να αναφερθεί, πάντως, ότι οι δημοσκοπικές εταιρείες διάγουν περίοδο κρίσης ως προς την ακρίβεια των αποτελεσμάτων τους.

Το 2015, οι δημοσκοπήσεις για το ελληνικό δημοψήφισμα προέβλεπαν οριακή νίκη του «ΝΑΙ», με το «ΟΧΙ» να επικρατεί συντριπτικά.

Όσο για το 2016, οι δημοσκοπικοί οργανισμοί απέτυχαν παταγωδώς να προβλέψουν το αποτέλεσμα των αμερικανικών εκλογών και, ακόμη πιο πριν, το αποτέλεσμα του βρετανικού δημοψηφίσματος για την παραμονή ή μη του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Επρόκειτο για δύο κορυφαία γεγονότα, όχι μόνο του περασμένου έτους, αλλά και υπό μια ευρύτερη σκοπιά. Παρ’ όλα αυτά, οι δημοσκοπήσεις δεν έπεσαν καθόλου μέσα, με αποτέλεσμα η αξιοπιστία τους να δεχθεί σημαντικό πλήγμα.

Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, η διαφορά εδώ έχει να κάνει με το σημείο σύγκρισης.

Η ακρίβεια και, επομένως, η αξιοπιστία είναι σημεία-κλειδιά. Όμως, η σύγκριση των ποσοστών του Τραμπ με εκείνα των προκατόχων του δίνουν ένα ικανό στίγμα για το πού βρίσκεται ο Νεοϋορκέζος μεγιστάνας σε σχέση όσους είχαν εκλεγεί πρόεδροι πριν από αυτόν.

Ακόμη κι αν, όπως λέει ο Ντόναλντ Τραμπ, οι εν λόγω δημοσκοπήσεις είναι στημένες, γεγονός είναι ότι ο νεοεκλεγείς πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών θα πρέπει να αποδείξει την αξία του και στο Οβάλ Γραφείο, αν επιθυμεί την επανεκλογή του το 2020.