Έκτακτη είδηση
This content is not available in your region

Παρίσι: Η «Τόσκα» επιστρέφει στην Όπερα της Βαστίλης

euronews_icons_loading
Παρίσι: Η «Τόσκα» επιστρέφει στην Όπερα της Βαστίλης
Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

Τέσσερις νεκροί σε λιγότερες από τρεις ώρες. Η Τόσκα είναι ένα από τα πιο συναρπαστικά θρίλερ στον κόσμο της όπερας. Η Όπερα της Βαστίλης φιλοξενεί ένα νέο ανέβασμα, με την Μαρτίνα Ζεραφίν να ερμηνεύει την τραγική ηρωίδα Φλόρια Τόσκα, μια ντίβα της όπερας. Ο Μαρτσέλο Πουέντε να υποδύεται τον φλογερό εραστή της ζωγράφο Μάριο Καβαραντόσι.

Ανάμεσά τους ο μοχθηρός διοικητής της Αστυνομίας βαρόνος Σκάρπια, που ποθεί την Τόσκα. Βρίσκει την αφορμή να συλλάβει τον ζωγράφο και να τον βασανίσει. Η Τόσκα είναι το κορυφαίο έργο του Ιταλού Τζιάκομο Πουτσίνι, ένα από τα πιο λαμπρά δείγματα βερισμού, του ιταλικού δηλαδή νατουραλισμού. Το έργο έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στη Ρώμη το 1900. Η Μαρτίνα Ζεραφίν επισημαίνει:

Ο Πουτσίνι ήταν μπροστά από την εποχή του, διότι διαχειρίζεται με καταπληκτικό τρόπο όλα αυτά τα αισθήματα. Υπάρχουν στιγμές όταν για παράδειγμα ο Σκάρπια λέει "Ανοίξτε την πόρτα", ώστε αυτή να ακούσει πώς βασανίζουν τον αγαπημένο της και μετά η ορχήστρα ξεκινά... και αυτός λέει: "Πιο δυνατά, πιο δυνατά". Είναι μια στιγμή που θυμίζει ταινία».

Ο Νταν Έτινγκερ είναι ο διευθυντής της ορχήστρας: «Ο Πουτσίνι είναι ο βασιλιάς του βερισμού και ο βερισμός έχει να κάνει με την πραγματικότητα. Γράφει για αληθινούς ανθρώπους, για αληθινά μέρη, για πραγματικές κουλτούρες».

Ο Μαρτσέλο Πουέντε συμπληρώνει: «Δράμα, πάθος, προδοσία, πολιτική, ζήλια, ίντριγκα, βασανιστήρια. Όλα είναι εκεί. Όλα τα ανθρώπινα συναισθήματα».

Η Μαρτίνα Ζεραφίν πιστεύει ότι η Τόσκα μπορεί να είναι μια σημερινή γυναίκα: «Τη βρίσκω απίστευτα μοντέρνα. Είναι πολύ θρήσκα, αλλά ταυτόχρονα είναι πολύ απελευθερωμένη γυναίκα. Δεν είναι παντρεμένη. Έχει εραστή. Ζει τη ζωή της».

Η οργή της ερωτευμένης ηρωίδας για όσα περνάει ο αγαπημένος της, αλλά και την παγίδα που της έχει στήσει ο Σκάρπια έχει δραματικές συνέπειες. Η Τόσκα δολοφονεί τον διαβολικό αρχηγό της Αστυνομίας, ο οποίος έκανε τα πάντα για να την κερδίσει. Δεν καταφέρνει όμως να σώσει τον εραστή της, ο οποίος εκτελείται.

Ο Μαρτσέλο Πουέντε τονίζει: «Σ' αυτή την άρια "E lucevan le stelle", τα αστέρια λάμπουν. Αυτός είναι φυλακισμένος. Είναι περικυκλωμένος από στρατιώτες. Είναι μόνος. Αποχαιρετά την ζωή».

Η σοπράνο από την Αυστρία εξηγεί: «Ο Πουτσίνι προσφέρει ένα δώρο στην Τόσκα, δίνοντάς της αυτό το τέλος. Μόνο αυτή τραγουδά.Όταν τραγούδησα σήμερα την τελευταία άρια, σχεδόν έκλαψα. Είναι τόσο δυνατή. Αυτή η μαύρη κουρτίνα πέφτει και είναι ξεκάθαρο τι συμβαίνει. Αυτή πεθαίνει. Βρίσκεται σε μια άλλη διάσταση. Την βλέπουμε να προχωρά προς το φως».

Οι παραστάσεις της «Τόσκα» στην Όπερα της Βαστίλης συνεχίζονται μέχρι τις 23 Ιουνίου.

«Μανόν»: Ντράιζιχ και Μπετσάλα, ένα ακαταμάχητο δίδυμο

euronews_icons_loading
«Μανόν»: Ντράιζιχ και Μπετσάλα, ένα ακαταμάχητο δίδυμο
Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

Είναι μια καμπή στη σταδιοδρομία της Έλσα Ντράιζιχ. Για πρώτη φορά, η Δανο-Γαλλίδα σοπράνο, νικήτρια του διαγωνισμού Οπεράλια ερμηνεύει την Μανόν του Ζιλ Μασνέ, στην Όπερα της Ζυρίχης. Στο πλευρό της έχει τον τενόρο Πιοτρ Μπετσάλα. Είναι μια μεγάλη φωνητική αλλά και ερμηνευτική πρόκληση για τη νεαρή λυρική τραγουδίστρια:

«Πειραματίζομαι με το έργο με τον δικό μου τρόπο. Όπως ένας ζωγράφος έχει μπροστά του έναν καμβά και προσπαθεί να δημιουργήσει το έργο του. Είναι το ίδιο για μένα. Ήθελα πραγματικά να δω τι θα έβγαινε από μέσα μου. Στα 27 μου, σ' αυτή την στιγμή της ζωής μου, ποια Μανόν θα έβγαινε στην επιφάνεια;»

Η όπερα έχει να κάνει με τον άτυχο έρωτα ανάμεσα στον φτωχό ιππότη Ντε Γκριέ και τη επαρχιωτοπούλα Μανόν, που ονειρεύεται πλούτη και μεγάλη ζωή στο Παρίσι. Η ηρωίδα του μυθιστορήματος του Αβά Πρεβό γοητεύει τον κόσμο εδώ και αιώνες. Ο τενόρος Πιοτρ Μπετσάλα ερμηνεύει τον ιππότη:

«Μπορείς να συγκρίνεις την Μανόν με την Κάρμεν. Ένα κορίτσι που είναι διαφορετικό και δεν ταιριάζει στην κοινωνία που ζει. Είναι πάρα πολύ περίεργη για την εποχή της».

Η Μανόν θυσιάζει την αγάπη της για τον ιππότη για να ανεβεί ψηλότερα στην κοινωνική ιεραρχία, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις συνέπειες των πράξεών της.

Ο Φλόρις Βίσερ έχει σκηνοθετήσει με έναν μινιμαλιστικό τρόπο την όπερα. Εξηγεί πώς βλέπει την ηρωίδα: «Απομένει μια βαλίτσα στον σιδηροδρομικό σταθμό και αυτή την παίρνει. Δεν υπάρχει κανένας ηθικός φραγμός: θέλει να κοιτάξει τι έχει μέσα. Και αυτό δείχνει ότι είναι μια οριακή προσωπικότητα. Η έλλειψη δηλαδή ηθικής. Όσο εξελίσσεται η βραδιά, τόσο περισσότερο καταλαβαίνεις ότι δεν είναι η συμπεριφορά ενός αφελούς ανθρώπου. Είναι η συμπεριφορά κάποιου που είναι άρρωστος».

Η Έλσα Ντράιζιχ επισημαίνει: «Η μουσική είναι διαφορετική σε κάθε πράξη. Στην πρώτη πράξη έχουμε μια αίσθηση παιδικότητας, αφέλειας, ελαφρότητας. Σταδιακά όμως υπάρχει δραματική εξέλιξη και όλοι πρέπει να το καταλάβουν, μέσα από την αλλαγή του χαρακτήρα. Και μετά ξαφνικά υπάρχουν στιγμές που δεν πρέπει μόνο να αποδώσεις την δραματική ατμόσφαιρα με τη φωνή σου, αλλά να φτάσεις σε κολορατούρες».

Ο Πιοτρ Μπετσάλα συμπληρώνει: «Είναι σχεδόν μια διαβολική αποπλάνηση. Έτσι θέλω να το ερμηνεύω. Η απελπισία μου είναι τεράστια. Στην ουσία ο ιππότης είναι χαμένος από την αρχή του έργου».

«Μανόν»: Ντράιζιχ και Μπετσάλα, ένα ακαταμάχητο δίδυμο