Έκτακτη είδηση
This content is not available in your region

Πάνος Παπαδόπουλος: «Ο Βικτώρ είναι ένας σύγχρονος Άμλετ»

Πάνος Παπαδόπουλος: «Ο Βικτώρ είναι ένας σύγχρονος Άμλετ»
Πνευματικά Δικαιώματα
Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

Ένα από τα πιο γνωστά θεατρικά κείμενα του σουρεαλιστικού κινήματος σκηνοθετεί ο Μάνος Βαβαδάκης στο θέατρο Σφενδόνη, από την Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου. Το «Βικτώρ ή τα παιδιά στην εξουσία» του Γάλλου συγγραφέα Ροζέ Βιτράκ είναι ο προάγγελος του θεάτρου του παραλόγου. Ένα έργο που ανατέμνει την υποκρισία και τις συμβάσεις της αστικής τάξης, με αφετηρία ένα πάρτι γενεθλίων.

Ο Βικτώρ, μέρα με την μέρα, αναπτύσσεται υπερβολικά γρήγορα για κάποιον ανεξήγητο λόγο. Όταν γίνεται εννιά ετών, έχει ύψος δύο μέτρα και είναι τέρας ευφυίας. Μέσα σε μια μέρα, την ημέρα των γενεθλίων του, ξεσκεπάζει όλη τη σαθρότητα που επικρατεί στην οικογένεια και το σπίτι του. Κοινωνεί όλη τη ζωή, τη χωνεύει, την ξερνάει και πεθαίνει. Γιατί είναι διαφορετικός και δεν μπορεί να ζήσει με τους δικούς τους κανόνες.

Συναντήσαμε τον Πάνο Παπαδόπουλο στις πρόβες της παραστάσεις. Ερμηνεύει τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Μιλήσαμε για τον Βικτώρ, την πορεία του στο θέατρο, για τη σχέση του με την πραγματικότητα, τι θα τον έφερνε στην Disney και για τη δική του θεατρική γενιά.

-Ερμηνεύεις τον Βικτώρ. Τι σου αρέσει στο έργο του Βιτράκ;

Μου αρέσει η ατμόσφαιρα του έργου. Θα το χαρακτήριζα τραγικο-κωμωδία. Είναι ένα ιδιότυπο, αναπάντεχο έργο, με έναν διαφορετικό κεντρικό χαρακτήρα, μόλις εννιά χρονών. Μπορεί να τον ερμηνεύσει ένας ηθοποιός οποιασδήποτε ηλικίας και να του συμπεριφέρονται όλοι σαν να είναι παιδί. Έχει κάτι πολύ περίεργο και σκοτεινό αυτό το παιδί. Είναι μια μεγαλοφυΐα που δεν μπορεί να τον εμπεριέχει η εποχή του. Έχει μια βαθιά τραγικότητα και ταυτόχρονα ένα παράξενο χιούμορ. Είναι ένας κανονικός άνθρωπος, που όλοι του φέρονται σαν να είναι μικρός. Ακόμη και ο λόγος του, οι πράξεις του, άλλες φορές θυμίζουν ενήλικο και άλλοτε παιδί. Μέσα σε μια μέρα, ζει όλη του τη ζωή. Αυτό που διάβασα και μου φάνηκε τρομερά ενδιαφέρον είναι ότι ο Βικτώρ είναι ένας σύγχρονος Άμλετ. Άλλωστε για μένα λειτουργεί περισσότερο συμβολικά και λιγότερο και σε ένα ρεαλιστικό επίπεδο.

-Τι αναδεικνύετε μέσα από τη δική σας προσέγγιση;

Αυτό που τονίζεται είναι η ανάγκη για αλλαγή. Για να πεθάνει ο μηχανισμός του παλιού, πρέπει να πεθάνει και ο συγκεκριμένος ήρωας, γιατί είναι ένα κομμάτι του. Ο Μάνος Βαβαδάκης μεταφέρει το έργο στην δεκαετία του ’80. Είναι η εποχή που έχει αρχίσει η ευμάρεια, η υπερβολή και η πολυτέλεια. Τα μπουζούκια. Όλα αυτά που έσκασαν μετά. Όλη η δράση και η εξέλιξη μοιάζουν να ταιριάζουν πολύ καλά σ’ αυτό το χρονικό πλαίσιο. Ο Βικτώρ γίνεται ο εκρηκτικός μηχανισμός για να σκάσει η φούσκα εκείνης της εποχής. Χωρίς όμως να συνειδητοποιεί απόλυτα ότι αυτή είναι η αποστολή του. Φέρνει τελικά τη δική του επανάσταση, χωρίς όμως αυτό να συνεπάγεται κάποια λύτρωση ή κάποιο αποτέλεσμα. Ο ήρωας αυτός δεν έχει να προτείνει κάτι καινούργιο. Φαίνεται σαν να κάνει ο,τι κάνει από σνομπισμό και κωλοπαιδισμό. Υποτιμά και προσβάλλει τους γύρω του. Βλέπει ότι δεν μπορεί να ξεχωρίσει. Να είναι μοναδικός. Το μόνο που του μένει λοιπόν είναι να πεθάνει γιατί οι φιλοδοξίες του είναι πολύ μεγαλύτερες από το να είναι απλά το αξιαγάπητο μοναχοπαίδι της οικογένειας, μια χρυσή μετριότητα.

Χρήστος Συμεωνίδης

-Έχεις επιλέξει αρκετούς κωμικούς ρόλους ή έχεις «κτίσει» κωμικά κάποιους στην μέχρι τώρα πορεία σου. Τους προτιμάς;

Όταν ερμηνεύω κωμικούς ρόλους, αισθάνομαι ότι τα βρίσκω με τον εαυτό μου, ότι κάτι προσφέρω. Προκύπτει νομίζω από μια δική μου ανασφάλεια, γιατί από πολύ μικρός λαχταράω να με αγαπάνε. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχω εισπράξει αγάπη. Απλά θέλω κι άλλη. Αυτό βέβαια είναι λιγάκι επικίνδυνο γιατί μπορεί να σε οδηγήσει σε λάθος δρόμο και να μην το ελέγχεις. Αυτή η ανάγκη μου βρίσκει ανακούφιση στην κωμωδία. Γιατί είναι κάτι που είναι άμεσα εξαργυρώσιμο. Αυτό που μου αρέσει είναι να παντρεύω το κωμικό με την τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Κατά τη γνώμη μου, όλη η ανθρώπινη ύπαρξη είναι κωμική. Και μου αρέσει όταν η κωμωδία έχει μικρή απόσταση από το δράμα, οι κωμικοί χαρακτήρες που φαίνονται αστείοι, αλλά από κάτω κρύβουν ένα βάσανο.

-Με τον Μάνο Βαβαδάκη συνεργάζεστε για τρίτη φορά. Αισθάνεσαι ότι σας συνδέει μια κοινή γλώσσα;

Ανήκουμε σε μια ευρύτερη κοινή γενιά, που μας συνδέει η Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Είχαμε δύο χρόνια διαφορά στη Σχολή. Για κάποιον λόγο βρίσκω μεγάλη ανακούφιση να δουλεύω με τους ανθρώπους της γενιάς μου. Αισθάνομαι ότι απαιτούν από μένα πολύ περισσότερα πράγματα σε σχέση με τους υπόλοιπους. Η εμπιστοσύνη που μου δείχνουν, με κάνει να αισθάνομαι πιο δημιουργικός και παραγωγικός. Είναι ωραίο να καταφέρνουμε σιγά-σιγά, από εκεί που βάζαμε λεφτά από την τσέπη μας για να κάνουμε παραστάσεις, να έχουμε φτάσει σε ένα επίπεδο που πλέον τα μικρά μας όνειρα να γίνονται πραγματικότητα. Να δουλεύουμε μαζί επαγγελματικά με παιδιά, με τα οποία τρέχαμε να δούμε παραστάσεις. Είναι σαν παραμύθι γιατί φάνταζε πολύ μακρινό να συμβεί, πριν ελάχιστα χρόνια.

Χρήστος Συμεωνίδης

Τι σας ξεχωρίζει;

Μου αρέσει στη γενιά μας που σε αντίθεση με άλλες παλιότερες γενιές, και λόγω της κρίσης, ότι μπορούμε με μεγαλύτερη τρέλα και αυτοπεποίθηση να βουτάμε σε πράγματα από μόνοι μας, χωρίς να μας το ζητήσει κάποιος άλλος. Επίσης είναι μεγάλο πράγμα, μέσα στην παράνοια και τον υπερπληθωρισμό που ζούμε, να βλέπουμε ότι κάποιοι άνθρωποι μας ακολουθούν σ’ αυτά τα μικρά μας βήματα. Στα δικά μας μέτρα και σταθμά όλο αυτό είναι λίγο επαναστατικό να το επιτυγχάνουμε. Και σε προσωπικό επίπεδο, υπό αυτό το πλαίσιο, αρχίζω να λαχταρώ να κάνω κάποια πράγματα και να περπατήσω μέσα σε κάποιες ιστορίες. Νομίζω ότι μόνο με τη γενιά μου μπορώ να τα υλοποιήσω, γιατί είναι πιο τολμηρή στον τρόπο που κάνει θέατρο.

-Τι θα ήθελες για παράδειγμα να κάνεις;

Μπέκετ. «Περιμένοντας τον Γκοντό». Θα το ήθελα πολύ. Είχαμε δώσει εξετάσεις πάνω σ’ αυτό το έργο, στο τρίτο έτος με την Ράνια Οικονομίδου. Θέλαμε να το κάνουμε και παράσταση, αλλά τα σχέδια ναυάγησαν. Το συγκεκριμένο κείμενο το έχω διαρκώς μέσα στην τσάντα μου. Όπως και τις «Δούλες» του Ζενέ. Ως είδος, ως θεατρική κατηγορία έργων, αυτό που με ελκύει είναι το παράλογο, που είναι λίγο σαν λογικό που χάνει την ψυχραιμία του.

Δομνίκη Μητροπούλου
Πάνος ΠαπαδόπουλοςΔομνίκη Μητροπούλου_dm_

-Είσαι 26 ετών. Ήδη πέντε χρόνια στο θέατρο. Και έχεις κάνει αρκετά πράγματα. Είναι θέμα τύχης;

Είμαι τυχερός στο ότι δεν χρειάστηκε μέχρι σήμερα να πάω να ψάξω για δουλειά. Αυτό είναι τύχη. Από την άλλη πλευρά, επειδή έχω την πολυτέλεια να μένω πάνω-κάτω με τους δικούς μου, προσπαθώ αυτά τα πρώτα χρόνια να είμαι λίγο επιλεκτικός σε ο,τι κάνω. Δεν έχω να πληρώσω ενοίκιο, οπότε μπορώ να κινηθώ με μεγαλύτερη ελευθερία, κάνοντας πράγματα που μου αρέσουν, που πιστεύω ότι έχουν ένα μεγαλύτερο καλλιτεχνικό ενδιαφέρον, που δεν έχουν όμως σίγουρα πολλά χρήματα.

-Φοβάσαι μήπως ταυτιστείς με μια συγκεκριμένη γκάμα ρόλων;

Μέχρι στιγμής αυτά που κάνω, μου δίνουν μεγάλη χαρά. Πιστεύω ότι αυτό μπορεί να φοβίζει άλλους. Όχι πάντως εμένα. Αυτό που μου αρέσει είναι να βλέπω τον τρόπο του ηθοποιού. Δεν πιστεύω ότι υπάρχουν μεγάλοι ηθοποιοί. Υπάρχουν προσωπικότητες, που μπορούν να σηκώσουν το βάρος των ρόλων. Με αφορμή δηλαδή κάποιον ρόλο, μου αρέσει να βλέπουμε την προσωπική τοποθέτηση κάποιου ανθρώπου σ’ αυτόν. Είναι ωραίο να βλέπεις τον τρόπο του άλλου. Εγώ πολλές φορές πηγαίνω σε μια παράσταση για να δω τον τρόπο που χρησιμοποιεί ο άλλος για να πει τη συγκεκριμένη ιστορία.

Χρήστος Συμεωνίδης

-Ποιος είναι ο δικός σου στόχος;

Ο δικός μου στόχος είναι να υποστηρίξω κάθε φορά την ιστορία με τα δικά μου μέσα και να την αναδείξω. Η δική μου λαχτάρα, που μοιάζει μικρού παιδιού, είναι να αποκαλύψω τι έχουμε ετοιμάσει. Άλλωστε το πρώτο και σπουδαιότερο πράγμα που πρέπει να κάνουμε, είναι να λέμε την ιστορία. Είναι ωραίο να λέγονται οι ιστορίες. Είναι μαγικό πράγμα να κάνεις τους ανθρώπους να πιστεύουν σε κάτι. Είναι σαν να βγάζεις κουνέλια από το καπέλο σου. Ως θεατές, ξέρουμε, όπως και στον έρωτα άλλωστε, ότι θέλουμε να παραμυθιαστούμε εκείνη την στιγμή. Ότι είναι ένα μεγάλο ψέμα. Αλλά περνάμε ωραία, όση ώρα διαρκεί.

-Αισθάνεσαι ότι έχεις βρει τον δρόμο σου;

Αισθάνομαι ότι είμαι σε καλό δρόμο (γέλια). Από μικρός ήθελα να κάνω θέατρο και εξακολουθώ να μου αρέσει αυτό που κάνω. Μέσα από αυτή τη δουλειά, μπορώ να καταλάβω ότι υπάρχουν μέρες που νιώθω παίζοντας, μικρές ανάσες αθανασίας και μετά έρχεται βέβαια και μια ξαφνική ματαιότητα. Ώρες, ώρες η σκέψη ότι κάποιος θεατής από κάτω έχει έρθει με τη λαχτάρα που πήγαινα εγώ στο θέατρο, - πιο αγνά, μαζεύοντας το αναγκαίο χαρτζιλίκι - μου δημιουργεί έντονη την αίσθηση ευθύνης, γιατί αντιλαμβάνομαι τη δική τους συγκινητική ανάγκη να επικοινωνήσουν με κάτι. Μερικές φορές όμως επιστρέφω σπίτι μου, πέφτω στο κρεβάτι και κλείνω τα μάτια μου. Συνειδητοποιώ τότε ότι η εσωτερική χαρά δεν μπορεί και δεν πρέπει να προκύπτει μόνο από τη συγκεκριμένη δουλειά. Γι’ αυτό φέτος προσπαθώ να τροφοδοτώ και την υπόλοιπη ζωή μου, πέρα από το θέατρο. Θεωρώ επικίνδυνο να ταυτίσει κάποιος τη χαρά και την ευτυχία του αποκλειστικά με το θέατρο. Γιατί το θέατρο είναι λίγο άγριο μερικές φορές. Σου απορροφά μεγάλη ενέργεια και σε εξαντλεί. Είναι σαν τα ερωτικά. Δίνεις πολλά, περιμένοντας να εισπράξεις πίσω πολύ περισσότερα. Κι αυτό είναι ένα επικίνδυνο στοίχημα, που αρκετές φορές το χάνεις.

Χρήστος Συμεωνίδης

-Τι κάνεις λοιπόν για να έρθεις στα ίσια σου;

Συναισθηματικά προσπαθώ κρατήσω μια ισορροπία μέσα στο συγκεκριμένο χώρο: να μην δηλητηριάζομαι πολύ με τα κακά, ούτε να χαίρομαι υπερβολικά με τα καλά. Επίσης μου αρέσει πολύ να βγαίνω με τους φίλους μου. Δεν είναι από το χώρο του θεάτρου. Περνάμε τέλεια. Κάνουμε τηλεφωνικές φάρσες, που μου αρέσουν πολύ. Συζητάμε για τον έρωτα. Παίζουμε αμμοπόλεμο. Έχω διαρκώς μια τάση να γυρίζω πίσω στην παιδική ηλικία. Μερικές φορές αισθάνομαι σαν να μην θέλω να μεγαλώσω.

-Γιατί;

Είναι ένας συνδυασμός πραγμάτων. Νιώθω ότι είμαι παντελώς ανίκανος για τη ζωή. Έχω σοβαρό πρόβλημα να διαχειριστώ ακόμη και τα πιο απλά πράγματα, να επικοινωνήσω με κάποιους ανθρώπους. Αυτό μου δημιουργεί μια διαρκή αμηχανία. Νιώθω ότι δεν μπορώ να ανταποκριθώ στις απαιτήσεις της εποχής. Και ίσως οφείλεται σε ένα παράξενο αίσθημα ότι δεν χόρτασα την παιδική μου ηλικία. Θα σου πω ένα παράδειγμα. Είμαι από τις Σπέτσες. Είμαστε μεγάλη οικογένεια και έχω πολλά ξαδέλφια. Στην παιδική μου ηλικία ήμουν ο αρχηγός της «συμμορίας». Εγώ αποφάσιζα τι θα κάνουμε καθημερινά. Αυτό γινόταν μέχρι τα 14 μου. Όταν έφτασε η εφηβεία, όλοι οι άλλοι «μεγάλωσαν». Μόνο εγώ κόλλησα εκεί. Ήθελα να συνεχίσω αυτά που κάναμε παλιά, ενώ οι υπόλοιποι είχαν αλλάξει προτιμήσεις και ενδιαφέροντα. Περνούσε ο καιρός και εγώ δεν ήθελα να κάνω αυτά που ήθελανι. Πιστεύω λοιπόν ότι μεγάλωσα «αργά» και ως ένα βαθμό δεν μεγάλωσα σε σχέση με την ηλικία μου. Για να καταλάβεις τι εννοώ: Δεν οδηγώ! Δυσκολεύομαι να βάλω πλυντήριο! (γέλια) Κι άλλα πολλά. Το μόνο που μου αρέσει είναι να παίζω θέατρο. Κι αυτό είναι λίγο επικίνδυνο μερικές φορές. Έχω δηλαδή κάποιες κοινωνικές αναπηρίες. Στο θέατρο, όλα αυτά εξαφανίζονται. Δεν είναι αναγκία.

-Αν αύριο σταματούσες αυτή τη δουλειά τι θα έκανες;

Θα έκανα κάτι με ζωγραφική. Μου αρέσει να σκιτσάρω καρτούν. Θα ήθελα να φύγω στο εξωτερικό και να δουλέψω στην Disney. Αυτό είναι ένα μόνιμο όνειρο. Όταν ήμουν μικρός, πάγωνα την οθόνη στην τηλεόραση και ζωγράφιζα τα καρτούν που έβλεπα στο χαρτί.

Ροζέ Βιτράκ

Ο Ροζέ Βιτράκ (γενν. 1899) ήταν Γάλλος σουρεαλιστής, θεατρικός συγγραφέας και ποιητής. Επηρεασμένος απ’ τον συμβολισμό και τα συγγράμματα του Λοτρεαμόν και του Αλφρέντ Ζαρύ, ανέπτυξε πάθος για το θέατρο και την ποίηση. Συνεργάστηκε με τον Μαρσέλ Αρλάν, τον Φρανσουά Μπαρόν, τον Ζωρζ Λιμπούρ και τον Ρενέ Κρεβέλ στο λογοτεχνικό περιοδικό Aventure. Λίγα χρόνια αργότερα, συναντήθηκε με τον Αντρέ Μπρετόν και τον Λουί Αραγκόν στο Café Certa (1921), και σύντομα εντάχθηκε κι επισήμως στο σουρεαλιστικό κίνημα, συμβάλλοντας ενεργά στις πρώτες εκδόσεις του La Révolution Surrealiste. Ωστόσο, το 1925 ο Μπρετόν τον κατηγόρησε για αριβισμό και τον διέγραψε. Το 1926, σε συνεργασία με τον Αντονέν Αρτό, ίδρυσαν το Théatre Alfred-Jarry, στο οποίο παρουσίαζαν μερικά από τα σημαντικότερα έργα τους, όπως τα “Μυστήρια της αγάπης” (1927) και το “Βικτώρ ή τα Παιδιά στην Εξουσία” (1928), ένα προανάκρουσμα για το Θέατρο του Παράλογου. Τα επόμενα χρόνια, ο Βιτράκ εργάστηκε ως τεχνοκριτικός σε λογοτεχνικά περιοδικά. Το έργο του αναγνωρίστηκε μετά θάνατον και μεταφράστηκε στα ιταλικά, γερμανικά, αγγλικά και ολλανδικά. Πέθανε το 1952 απ’ το αλκοόλ, σε ηλικία 53 χρόνων. Ο "Βικτώρ" γνώρισε μεγάλη επιτυχία το 1963, σε σκηνοθεσία Ζαν Ανούιγ. Χαρακτηρίστηκε ως το "σημαντικότερο θεατρικό γεγονός της τριετίας", ξεκινώντας την παγκόσμια διαδρομή του.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Μετάφραση, Σκηνοθεσία, Σκηνικά: Μάνος Βαβαδάκης

Κοστούμια: Βασιλική Καψούρου

Σχεδιασμός Φωτισμών: Στέλλα Κάλτσου

Βοηθός Σκηνοθέτη: Κωνσταντίνα Μπανταβή

Φωτογραφίες-Artwork: Χρήστος Συμεωνίδης

Επικοινωνία: Ελεάννα Γεωργίου

Παίζουν: Στέλλα Βογιατζάκη, Θανάσης Ζερίτης, Στέργιος Κοντακιώτης, Γιώργος Ονησιφόρου, Μαρία Παρασύρη, Πάνος Παπαδόπουλος, Φωτεινή Παπαχριστοπούλου.

Μαζί τους η Χαρά Κεφαλά

Παραγωγή: Constantly Productions – Ευάγγελος Κώνστας

INFO

Θέατρο Σφενδόνη

Μακρή 4, Μακρυγιάννη (Μετρό στάση Ακρόπολη), τηλ.: 215 515 8968

Μέρες και ώρα παραστάσεων: Δευτέρα & Τρίτη στις 21:00

Από 17/02/2020 έως 14/04/2020

Τηλεφωνικές κρατήσεις: 6945054160

Ηλεκτρονική Προπώληση: viva.gr, 11876, SevenSpots, Reload Stores, WIND, Βιβλιοπωλεία Ευριπίδης, Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων, Αθηνόραμα, Viva Kiosk, Yoleni’s

Το euronews δεν είναι διαθέσιμο στον Internet Explorer. Ο συγκεκριμένος browser δεν είναι ενημερωμένος από την Microsoft και δεν ακολουθεί τις τεχνολογικές εξελίξεις. Χρησιμοποιήστε κάποιον άλλο φυλλομετρητή, όπως Edge, Safari, Google Chrome ή Mozilla Firefox.