Έκτακτη είδηση
This content is not available in your region

Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο «απορρίπτει» τις κυρώσεις των ΗΠΑ

euronews_icons_loading
ICC - TRUMP
ICC - TRUMP   -   Πνευματικά Δικαιώματα  Peter Dejong/Copyright 2019 The Associated Press. All rights reserved
Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (ΔΠΔ) απέρριψε χθες Πέμπτη την απόφαση του αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να εγκρίνει την επιβολή οικονομικών κυρώσεων σε στελέχη του Δικαστηρίου, ώστε να τα αποτρέψει να διενεργήσουν έρευνα σε βάρος των ενόπλων δυνάμεων των ΗΠΑ.

Ο πρόεδρος της Συνέλευσης των Κρατών Μελών του ΔΠΔ, ο δικαστής Ο-Γκον Κουόν, απέρριψε τα μέτρα αυτά με ανακοίνωσή του, κρίνοντας ότι «υπονομεύουν την κοινή προσπάθειά μας να καταπολεμήσουμε την ατιμωρησία και να εξασφαλίσουμε λογοδοσία για μαζικές ωμότητες».

Έχοντας ήδη εξαπολύσει επίθεση άνευ προηγουμένου εναντίον του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, ο Ντόναλντ Τραμπ ανέβασε ακόμη περισσότερο τον τόνο χθες Πέμπτη, ανακοινώνοντας οικονομικές κυρώσεις για να το αναγκάσει να μη διενεργήσει έρευνα ούτε να ασκήσει δίωξη σε αμερικανούς στρατιωτικούς για εγκλήματα που φέρονται να διαπράχθηκαν στον πόλεμο στο Αφγανιστάν.

Πρόκειται για την αντίδραση της Ουάσινγκτον στην απόφαση που έλαβε τον Μάρτιο σε δεύτερο βαθμό το Δικαστήριο, το οποίο εδρεύει στη Χάγη, στην Ολλανδία, να εγκρίνει την έναρξη έρευνας για εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας στο Αφγανιστάν, παρά την εναντίωση της κυβέρνησης Τραμπ.

Η έρευνα που θέλει να διενεργηθεί η εισαγγελέας του Δικαστηρίου, η Φατού Μπενσουντά, επικεντρώνεται μεταξύ άλλων σε ωμότητες που διαπράχθηκαν από αμερικανούς στρατιωτικούς στη χώρα όπου οι ΗΠΑ διεξάγουν από το 2001 τον πιο μακρόχρονο πόλεμο στην ιστορία τους. Αναμένεται επίσης να εξεταστούν οι κατηγορίες για βασανιστήρια σε βάρος στελεχών της CIA.

«Πρόκειται για τις τελευταίες σε μια σειρά επιθέσεων άνευ προηγουμένου εναντίον του ΔΠΔ, διεθνούς ανεξάρτητου δικαστικού θεσμού», τόνισε το Δικαστήριο σε χωριστή ανακοίνωσή του.

«Οι επιθέσεις αυτές αποτελούν κλιμάκωση και μια απαράδεκτη απόπειρα επέμβασης στο κράτος του δικαίου και στις διαδικασίες του Δικαστηρίου», συνεχίζει το κείμενο.

«Ανακοινώθηκαν με διακηρυγμένο στόχο να επηρεαστούν οι ενέργειες στελεχών του ΔΠΔ, στο πλαίσιο των ανεξάρτητων και αντικειμενικών ερευνών και των αμερόληπτων διαδικασιών του Δικαστηρίου», προστίθεται στην ανακοίνωση του διεθνούς θεσμού.

Ανακοινώνοντας την απόφαση Τραμπ για κυρώσεις, αξιωματούχοι της κυβέρνησης Τραμπ ανέφεραν ότι το Δικαστήριο με έδρα τη Χάγη απειλεί να παραβιάσει την εθνική κυριαρχία των ΗΠΑ και κατηγόρησαν τη Ρωσία ότι χειραγωγεί το Δικαστήριο για να εξυπηρετήσει τους σκοπούς της Μόσχας.

«Δεν μπορούμε και δεν θα παραμείνουμε αδρανείς ενόσω απειλούνται οι πολίτες μας από ένα ψευτοδικαστήριο» δήλωσε ο υπουργός Εξωτερικών Μάικ Πομπέο.

Αντιδρώντας ο επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας Ζοσέπ Μπορέλ σχολιάζοντας την απόφαση δήλωσε «πολύ ανήσυχος» .

«Η ανακοίνωση ότι ο πρόεδρος Τραμπ υπέγραψε διάταγμα που επιτρέπει αμερικανικές κυρώσεις εναντίον εργαζομένων του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου που εμπλέκονται σε οποιαδήποτε έρευνα για τις δραστηριότητες των αμερικανικών δυνάμεων, πιθανώς εγκλημάτων πολέμου στο Αφγανιστάν, αποτελεί ζήτημα πολύ μεγάλης ανησυχίας».

Η Άντρεα Πράσοου, διευθύντρια του αμερικανικού τμήματος του Παρατηρητήριου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δήλωσε ότι η απόφαση «καταδεικνύει περιφρόνηση για το παγκόσμιο κράτος δικαίου» και αντιπροσωπεύει μια «κατάφωρη απόπειρα παρακώλυσης».

Το διάταγμα Τραμπ εξουσιοδοτεί τον Πομπέο, σε συνεννόηση με τον υπουργό Οικονομικών, Στιβ Μνιούτσιν, να μπλοκάρει περιουσιακά στοιχεία στις Ηνωμένες Πολιτείες των εργαζομένων του ΔΠΔ που εμπλέκονται στην έρευνα αναφορικά με το Αφγανιστάν, σύμφωνα με επιστολή που έστειλε ο Τραμπ στην πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ, Νάνσι Πελόσι, που συνοδεύει το εκτελεστικό διάταγμα.

Εξουσιοδοτεί επίσης τον Αμερικανό ΥΠΕΞ να εμποδίσει την είσοδο στις Ηνωμένες Πολιτείες αυτών των ατόμων καθώς και μελών των οικογένειών τους.

Η εισαγγελέας του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου (ΔΠΔ), Φατού Μπενσουντά θέλει να διερευνήσει πιθανά εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας στο που διαπράχθηκαν στο χρονικό διάστημα μεταξύ 2003 και 2014, Αφγανιστάν, συμπεριλαμβανομένων των φερόμενων μαζικών δολοφονιών αμάχων από τους Ταλιμπάν, καθώς και φερόμενων βασανισμών κρατουμένων από αφγανικές αρχές και, σε μικρότερη έκταση, από αμερικανικές δυνάμεις και τη CIA. Τον Μάρτιο το ΔΠΔ ενέκρινε σε δεύτερο βαθμό την έναρξη της έρευνας.

Το ΔΠΔ ιδρύθηκε το 2002 από τη διεθνή κοινότητα για τη δίωξη εγκλημάτων πολέμου, γενοκτονιών και εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας. Έχει δικαιοδοσία μόνο εάν ένα κράτος μέλος είναι ανίκανο ή απρόθυμο να διώξει από μόνο του θηριωδίες. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν ήταν ποτέ μέλος του Δικαστηρίου.

Η ενέργεια της Ουάσινγκτον είναι η τελευταία της προεδρίας Τραμπ με στόχο έναν διεθνή οργανισμό. Ο μεγιστάνας ένοικος του Λευκού Οίκου, ο οποίος προωθεί πολιτικές με το σλόγκαν «Πρώτα η Αμερική» κατά τη διάρκεια της θητείας του, τον περασμένο μήνα ανακοίνωσε, εν μέσω πανδημίας κορονοϊού, τον τερματισμό της σχέσης της Ουάσινγκτον με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας.

Το Αφγανιστάν είναι μέλος του ΔΠΔ, αν και η Καμπούλ ισχυρίζεται ότι τυχόν εγκλήματα πολέμου πρέπει να διωχθούν από δικαστήρια της χώρας.

«Το υπουργείο Δικαιοσύνης έχει λάβει σημαντικές αξιόπιστες πληροφορίες που εγείρουν σοβαρές ανησυχίες για μια μακρά ιστορία οικονομικής διαφθοράς και παρανομιών στα υψηλότερα επίπεδα στο γραφείο της εισαγγελίας», δήλωσε ο Αμερικανός υπουργός Δικαιοσύνης Ουίλιαμ Μπαρ χωρίς να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία.

Η κυβέρνηση Τραμπ έχει αντιτεθεί σφόδρα στη διεξαγωγή οιασδήποτε έρευνας στο Αφγανιστάν από το ΔΠΔ. Πέρσι επέβαλε ταξιδιωτικούς περιορισμούς και άλλες κυρώσεις εναντίον εργαζόμενων του ΔΠΔ.

«Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο ιδρύθηκε για να παρέχει λογοδοσία για εγκλήματα πολέμου, αλλά στην πράξη υπήρξε μια ασύδοτη και αναποτελεσματική διεθνής γραφειοκρατία που στοχεύει και απειλεί το προσωπικό των ΗΠΑ, καθώς και το προσωπικό των συμμάχων και των εταίρων μας», ανέφερε σε ανακοίνωσή της η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Κέιλι ΜακΕνάνι.

Το ΔΠΔ αποφάσισε να προχωρήσει στην έρευνα μετά από προκαταρκτική εξέταση από εισαγγελείς το 2017 βρίσκοντας βάσιμους λόγους ότι διαπράχθηκαν εγκλήματα πολέμου στο Αφγανιστάν και ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία.

Ένας ανώτερος αξιωματούχος της αμερικανικής κυβέρνησης περιγράφοντας το διάταγμα Τραμπ δήλωσε σε δημοσιογράφους, είπε ότι αυτό επιτρέπει κυρώσεις εναντίον οποιουδήποτε ατόμου που εμπλέκεται με άμεσο τρόπο οιασδήποτε προσπάθεια του ΔΠΔ για διερεύνηση αμερικανικού προσωπικού χωρίς τη συγκατάθεση των ΗΠΑ.