Αυτό το περιεχόμενο δεν είναι διαθέσιμο στην περιοχή σας

Κ. Σακελλαροπούλου:Αναθεωρητισμός, προσπάθειες αμφισβήτησης συνόρων, συνθηκών δεν γίνονται αποδεκτές

Access to the comments Σχόλια
Από Euronews  with ΑΠΕ-ΜΠΕ
euronews_icons_loading
O Προέδρος της Πορτογαλίας Μαρτσέλο Ρεμπέλο ντε Σόουζα υποδέχεται την Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κατερίνα Σακελλαροπούλου
O Προέδρος της Πορτογαλίας Μαρτσέλο Ρεμπέλο ντε Σόουζα υποδέχεται την Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κατερίνα Σακελλαροπούλου   -   Πνευματικά Δικαιώματα  ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΜΑΝΩΛΟΠΟΥΛΟΣ/ 2022 ΑΘΗΝΑΪΚΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΕΙΔΗΣΕΩΝ - ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Συνεχίζεται για δεύτερη ημέρα, σήμερα, η επίσημη επίσκεψη της Προέδρου της Δημοκρατίας Κατερίνας Σακελλαροπούλου στην Πορτογαλική Δημοκρατία, μετά από πρόσκληση του Προέδρου της χώρας Μαρσέλο Ρεμπέλο ντε Σόουζα.

Κατά την χθεσινή τελετή υποδοχής της, η κ. Σακελλαροπούλου, η οποία συνοδεύεται από τον υφυπουργό Εξωτερικών Ανδρέα Κατσανιώτη, κατέθεσε στεφάνι στο μνήμα του εθνικού ποιητή Luís Vaz de Camões, στη Μονή Ιερωνυμιτών και ακολούθησε η παρασημοφόρησή της από τον Πρόεδρο της Πορτογαλικής Δημοκρατίας, στο Προεδρικό Μέγαρο.

Στη συνέχεια, οι δύο Πρόεδροι είχαν κατ΄ ιδίαν συνάντηση και ακολούθησαν οι διευρυμένες συνομιλίες των αντιπροσωπειών.

Κατά την κοινή συνέντευξη Τύπου των Προέδρων, που πραγματοποιήθηκε αμέσως μετά, η κ. Σακελλαροπούλου, αφού ευχαρίστησε θερμά τον κ. ντε Σόουζα για την πρόσκληση και την θερμή φιλοξενία, τόνισε ότι η επίσκεψή της στη Λισαβόνα, αυτές τις δύσκολες ώρες για την Ευρώπη, «μας έδωσε την ευκαιρία να καταδικάσουμε την απρόκλητη ρωσική εισβολή και να εκφράσουμε την πλήρη στήριξή μας στην Ουκρανία και τον ουκρανικό λαό, που βιώνει καταστάσεις που θεωρούσαμε ότι δεν θα ξαναδούμε στην Ευρώπη».

Επισήμανε ότι δυστυχώς η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη και έκανε λόγο για «μια αδικαιολόγητη επίθεση σε βάρος ενός κυρίαρχου και ανεξάρτητου κράτους, που θέτει στο στόχαστρο όχι μόνο στρατιωτικές μονάδες, αλλά ακόμη και τον άμαχο πληθυσμό και τις αστικές υποδομές της χώρας». Ωστόσο, παρατήρησε ότι «η αποφασιστικότητα και η γενναιότητα με την οποία ο ουκρανικός λαός, η κυβέρνηση και ο Πρόεδρος Ζελένσκι υπερασπίζονται την πατρίδα τους, μας έχουν όλους συγκινήσει. Η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη μέλη προσφέρουμε από την πρώτη στιγμή κάθε δυνατή βοήθεια στον αγώνα τους».

Τάχθηκε, επίσης, υπέρ της παύσης των επιθέσεων εναντίον αμάχων στην Ουκρανία και χαρακτήρισε την προστασία και η κάλυψη των επειγουσών αναγκών των αθώων πολιτών, ζητήματα απόλυτης προτεραιότητας, ενώ σημείωσε ότι μεταξύ τους βρίσκεται και μια ελληνική κοινότητα 100.000 ατόμων, περίπου, επί αιώνες εγκατεστημένη στην Ουκρανία, ιδίως γύρω από την περιοχή της Μαριούπολης, η οποία έχει ήδη θρηνήσει θύματα.

Παράλληλα, επισήμανε ότι η ενωμένη και χωρίς προηγούμενο ομόψυχη ευρωπαϊκή αντίδραση έστειλε ένα ισχυρό μήνυμα προς τη ρωσική ηγεσία και ξεκαθάρισε «ότι ο αναθεωρητισμός και οι προσπάθειες αμφισβήτησης συνόρων και διεθνών συνθηκών δεν γίνονται αποδεκτές. Ο σεβασμός της εδαφικής ακεραιότητας και της κυριαρχίας μια χώρας, καθώς και η προσήλωση στο διεθνές δίκαιο, αποτελούν για την Ελλάδα αδιαπραγμάτευτες αρχές».

Αναφερόμενη στις διμερείς σχέσεις Ελλάδας-Πορτογαλίας δήλωσε ότι με τον κ. ντε Σόουζα προέβησαν σε μια ουσιαστική επισκόπηση του άριστου επιπέδου των διμερών μας σχέσεων, που διαρκώς αναπτύσσονται σε όλους τους τομείς της κοινής μας δραστηριοποίησης και σε όλα τα ζητήματα αμοιβαίου ενδιαφέροντος, μετά και από τις πολύ γόνιμες επισκέψεις του πρωθυπουργού και του υπουργού Εξωτερικών την προηγούμενη χρονιά στη Λισαβόνα.

«Στο πλαίσιο αυτό, τονίσαμε, και οι δύο πλευρές, τη σημασία επέκτασης της συνεργασίας σε στρατηγικούς τομείς για την οικονομική ανάπτυξη, ενώ εξετάζουμε τη δυνατότητα μιας βαθύτερης μεταξύ μας συνεργασίας, στους τομείς του εμπορίου, των επενδύσεων και των ανανεώσιμων πηγών» συμπλήρωσε.

Ειδική αναφορά έκανε και στον διάλογο για το μέλλον της Ευρώπης, υποστηρίζοντας ότι θα πρέπει να δούμε πολύ γρήγορα πώς θα βοηθήσουμε την ανάκαμψη της Ουκρανίας. Όπως είπε, «ήδη έχουμε ξεκινήσει και οι δύο χώρες να στηρίζουμε τους πρόσφυγες, ένας λαός ξαφνικά στην άκρη της Ευρώπης μετατράπηκε σε πρόσφυγα. Και θα πρέπει αμέσως μετά να δούμε πώς μπορεί να συνεχίσει η Ευρώπη την πορεία της, όσα ήδη είχαν προαποφασισθεί στο Ταμείο Ανάκαμψης, αλλά ταυτόχρονα να στηρίξει και τη χώρα που αυτή τη στιγμή πλήττεται τόσο πολύ».

Υπενθύμισε, συνάμα, ότι προκειμένου μια χώρα να γίνει δεκτή ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι απολύτως αναγκαίο να τηρούνται οι συγκεκριμένες διαδικασίες που προβλέπονται. «Υπάρχουν χώρες που είναι ήδη υποψήφιες, να θυμίσουμε ότι στα δυτικά Βαλκάνια η διαδικασία είναι σε εξέλιξη, δεν τους έχει ξεχάσει η Ευρώπη. Εφόσον, επαναλαμβάνω, και αυτό περιλαμβάνει και τη γειτονική μας Τουρκία, αποδέχονται τις αρχές της Ευρώπης και τα κριτήρια αιρεσιμότητας» συμπλήρωσε.

Απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με το αν η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει τα εργαλεία για να αντιμετωπίσει σήμερα συλλογικά τόσο την ενεργειακή, την οικονομική αλλά και την επισιτιστική κρίση που βαθαίνει εξαιτίας του πολέμου, η κ. Σακελλαροπούλου, μεταξύ άλλων, δήλωσε ότι «είναι πάρα πολύ δύσκολο να εκτιμήσει κανείς τις συνέπειες μιας εξελισσόμενης, τραγικής κατάστασης, όπως είναι αυτή που προέκυψε μετά την εισβολή στην Ουκρανία». Ωστόσο, παρατήρησε ότι «η Ευρωπαϊκή Ένωση και στην περίοδο της πανδημίας έδειξε πάρα πολύ ισχυρά αντανακλαστικά. Και άμεσα. Αντίστοιχα ήταν τα αντανακλαστικά στην καταδίκη της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία και στη λήψη κυρώσεων εις βάρος της Ρωσίας ή στήριξης για την Ουκρανία. Αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό».

Ταυτόχρονα, εκτίμησε ότι «πρέπει να απασχολήσει όλα τα κράτη μέλη η έννοια της στρατηγικής αυτονομίας, το θέμα της άμυνας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πάνω απ' όλα φυσικά τα ζητήματα που αφορούν την ενέργεια, γιατί έχουν να κάνουν με την καθημερινότητα της κοινωνίας» και εξέφρασε την ελπίδα ότι «από την εμπειρία του παρελθόντος και από την πολύ καλή συνεργασία και τη δυνατότητα υπερβάσεων που απέδειξαν πρόσφατα τα κράτη μέλη και οι ηγέτες τους, θα γίνει ό,τι είναι δυνατόν για να βρεθούν λύσεις και να ληφθούν οι κατάλληλες αποφάσεις για τη στήριξη των ευάλωτων πολιτών και της οικονομίας».

Κληθείσα να απαντήσει σε ερώτηση σχετικά με το τι διδάχθηκε η Ελλάδα μετά την προσφυγική κρίση των προηγούμενων ετών, που θα μπορούσε να χρησιμεύσει στην Ευρωπαϊκή Ένωση τώρα που καλείται να υποδεχθεί τους πρόσφυγες της Ουκρανίας, η Πρόεδρος της Δημοκρατίας, μεταξύ άλλων, δήλωσε ότι «η Ελλάδα είχε το δυσμενές προνόμιο να είναι η πρώτη χώρα που υποδέχθηκε τόσο μεγάλα κύματα μεταναστών και προσφύγων από το 2015 και μετά. Και βίωσε αυτή τη μεγάλη κρίση που στη συνέχεια, βέβαια, βίωσαν και η Ιταλία, η Ισπανία και άλλες χώρες. Η κορύφωση ήρθε σε μια μεταγενέστερη περίοδο, τον Φεβρουάριο του 2020, όταν η γειτονική μας Τουρκία προσπάθησε να εργαλειοποιήσει αυτούς τους δυστυχείς ανθρώπους και να δημιουργήσει πρόβλημα στα σύνορα της χώρας, που είναι και σύνορα της Ευρώπης. Εκεί η Ελλάδα αντέδρασε αποτελεσματικά και είδε τη στήριξη από την Ευρωπαϊκή Ένωση, θα θυμάστε ότι ήρθαν στη χώρα μου ο Charles Michel, η Ursula von der Leyen και ο αείμνηστος David Sassoli, επισκέφθηκαν τον Έβρο με τον πρωθυπουργό και διαπίστωσαν την έκταση του προβλήματος».

Στο ίδιο ύφος, υπογράμμισε ότι «το διπλό ζήτημα, που αναδεικνύει κάθε φορά αυτό που αποκαλούμε μεταναστευτικό/προσφυγικό πρόβλημα, είναι ότι αφ' ενός μεν τα κράτη μέλη, σύμφωνα και με τα όσα προβλέπονται στις συνθήκες, έχουν δικαίωμα και υποχρέωση να προστατεύουν τα σύνορά τους, και από την άλλη μεριά ασφαλώς υπάρχουν οι αρχές του ανθρωπισμού. Οι άνθρωποι αυτοί, είτε πρόκειται για πρόσφυγες είτε για οικονομικούς μετανάστες, έχουν λόγο που προσπαθούν να βρουν μια καλύτερη τύχη, και θα πρέπει να έχουν απέναντί τους μια ανθρώπινη συμπεριφορά, να τους μεταχειριστούμε σωστά και να τους αξιοποιήσουμε, ενδεχομένως, γιατί μπορεί να έχουν πολλά να προσφέρουν. Εάν καταφέρουν τα κράτη μέλη να συνδυάσουν και να βρουν τη σωστή ισορροπία μεταξύ ευθύνης και αλληλεγγύης, αν ο καθένας αναλάβει το βάρος της ευθύνης που του αναλογεί, τότε υπάρχει ελπίδα. Όμως αυτό προϋποθέτει ότι θα πρέπει όλοι να δείξουν την ίδια καλή πίστη, γιατί δεν μπορεί μία, δύο ή τρεις χώρες να σηκώσουν όλο αυτό το βάρος».

Καταλήγοντας, υποστήριξε ότι «ως τώρα η Ευρώπη δεν είχε καταφέρει να έχει μια σωστή πολιτική για το μεταναστευτικό» και σημείωσε ότι «η συμφωνία του Δουβλίνου έχει πλέον ξεπεραστεί και το θέμα πρέπει με άλλο τρόπο να αντιμετωπιστεί. Η Τουρκία δεν δέχεται να εφαρμόσει αυτή τη στιγμή τη διμερή συμφωνία που έκανε με την Ευρωπαϊκή Ένωση το 2016. Επομένως, έχουμε μια σειρά από προβλήματα και ξέρουμε ότι είναι σε εξέλιξη η προσπάθεια εξεύρεσης του νέου συμφώνου για τη μετανάστευση».

Ο Πρόεδρος της Πορτογαλίας κ. ντε Σόουζα, από την πλευρά του, καλωσόρισε θερμά την κ. Σακελλαροπούλου στην Πορτογαλία, «μια αδελφή χώρα», όπως χαρακτηριστικά είπε, σημειώνοντας ότι η επίσκεψη είχε προγραμματιστεί μετά την ανάληψη των καθηκόντων της Προέδρου, αλλά εξαιτίας της πανδημίας άργησε να πραγματοποιηθεί.

Ακολούθως, ανέφερε ότι η συγκυρία της επίσημης επίσκεψης της Ελληνίδας Προέδρου «συμπίπτει με μια σημαντική φάση στην πολιτική ζωή της Πορτογαλίας. Την ανάδειξη της νέας κυβέρνησης μετά τις εκλογές, που αποτελεί ύψιστο δημοκρατικό καθήκον των λαών. Και η έννοια της Δημοκρατίας είναι βεβαίως ένα ιδεώδες που προέρχεται από την Ελλάδα. Οπότε, η επίσκεψή σας είναι μια ευτυχής σύμπτωση».

«Χρωστάμε πολλά στην Ελλάδα, είναι οι ρίζες μας» τόνισε και επεσήμανε το εξαιρετικό επίπεδο των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών. Καταδίκασε, επίσης, την επίθεση της Ρωσίας, λέγοντας ότι «ήμασταν και είμαστε μαζί στις κυρώσεις και θα κάνουμε ό,τι χρειασθεί προκειμένου να επιτευχθεί η ειρήνη» και πρόταξε την ανάγκη «να κρατήσουμε την ενότητα στην Ευρωπαϊκή Ένωση». Καταλήγοντας επισήμανε ότι «τόσο η Πορτογαλία όσο και η Ελλάδα εργάζονται μαζί με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, αναζητώντας λύσεις για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων που ήδη νιώθουμε εξαιτίας ενός άδικου πολέμου που έφερε σε δεινή θέση τον λαό της Ουκρανίας».