Η Ευρώπη ποντάρει πολλά στην πράσινη τεχνολογία για την ενεργειακή της ανεξαρτησία. Μπορεί όμως να αντέξει ακόμη μία Northvolt;
Ο σουηδικός κολοσσός στις μπαταρίες Northvolt υπήρξε η μεγάλη ελπίδα της ευρωπαϊκής πράσινης τεχνολογίας, μια «σουηδική Tesla» που συγκέντρωσε πάνω από 13 δισ. δολάρια (11 δισ. ευρώ) σε μόλις επτά χρόνια και, στο απόγειο της ανάπτυξής της, προσλάμβανε 150 άτομα την εβδομάδα.
Όλα αυτά πριν καταθέσει αίτηση πτώχευσης τον Μάρτιο του 2025.
Οι συνιδρυτές της, Peter Carlsson και Paolo Cerruti, είχαν εργαστεί και οι δύο στο πλευρό του Elon Musk στην Tesla και, όταν οι δύο Σουηδοί διαβεβαίωσαν ότι μπορούν να δημιουργήσουν στην Ευρώπη έναν παγκόσμιας κλάσης κόμβο παραγωγής μπαταριών ιόντων λιθίου, οι επενδυτές – ανάμεσά τους η Volkswagen και η Goldman Sachs – τους πίστεψαν.
Την περίοδο 2019-2024, η Northvolt κατασκεύασε δύο εργοστάσια στη Σουηδία, στο Σκέλεφτεο και στο Βέστερος. «Τα επόμενα δέκα χρόνια θα διαμορφωθεί το βιομηχανικό τοπίο του κλάδου. Πιστεύουμε ότι τα 150 GWh – ή μερίδιο αγοράς 25% – δεν είναι μη ρεαλιστικός στόχος», είχε δηλώσει ο Carlsson στους Financial Times το 2019.
Τελικά όμως αποδείχθηκε πως ήταν.
Αρχικά, τον Σεπτέμβριο του 2022 εμφανίστηκαν αναφορές για καθυστερήσεις στην παραγωγή στο εργοστάσιο της Northvolt και για μετακύλιση του χρονοδιαγράμματος επίτευξης παραγωγής 16 GWh από το 2023 στο 2024. Στα τέλη του 2023, αποκαλύφθηκε στη συνέχεια ότι τα «μυστικά» αποτελέσματα τρίτου τριμήνου της Northvolt αντιστοιχούσαν μόλις στο 0,5% της προγραμματισμένης για το 2024 δυναμικότητάς της. Η εταιρεία «έκαψε» σχεδόν 1 δισ. δολάρια (847 εκατ. ευρώ) στους πρώτους εννέα μήνες του 2023. Δεν κατάφερε να αντλήσει νέα κεφάλαια το 2024, έχασε μια συμφωνία με τη BMW τον Ιούνιο εκείνης της χρονιάς και απέλυσε 1.500 εργαζόμενους.
Ακολούθησαν η πτώχευση και η αποχώρηση του Carlsson. Τον Αύγουστο του 2025, η εταιρεία λιθίου-θείου Lyten εξαγόρασε τα εναπομείναντα περιουσιακά στοιχεία της Northvolt σε Σουηδία, Πολωνία και Γερμανία, συμπεριλαμβανομένων των παραγωγικών της μονάδων στο Σκέλεφτεο, των ερευνητικών κέντρων στο Βέστερος και όλου του χαρτοφυλακίου πνευματικής της ιδιοκτησίας.
«Για εμένα προσωπικά, παραμένει κρίσιμο η Ευρώπη να αποκτήσει μια εγχώρια βιομηχανία μπαταριών, αλλά η οικοδόμηση τέτοιας βιομηχανίας είναι μαραθώνιος. Απαιτεί υπομονή και μακροπρόθεσμη δέσμευση από όλους τους εμπλεκόμενους», δήλωσε ο Τομ Τζονστόουν, προσωρινός πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Northvolt.
Σε ανακοίνωσή της, η εταιρεία απέδωσε ευθύνες και στη γεωπολιτική αστάθεια και στη ζήτηση της αγοράς.
Η δεύτερη θητεία του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο – και ο σκεπτικισμός για την κλιματική αλλαγή που τη συνοδεύει – αναμφίβολα συνέβαλε σε αυτή την αστάθεια, ωστόσο οι συνολικές επενδύσεις στην πράσινη τεχνολογία και την ενεργειακή μετάβαση συνεχίζουν να αυξάνονται. Οι επενδύσεις στην πράσινη τεχνολογία έφτασαν τα 2,3 τρισ. δολάρια το 2025, με την Κίνα, την Ινδία και την Ιαπωνία να βρίσκονται στην πρώτη γραμμή, σύμφωνα με στοιχεία του Bloomberg (πηγή στα Αγγλικά).
Αν λοιπόν η κατάρρευση της Northvolt δεν ήταν σύμπτωμα μιας παγκόσμιας τάσης, μήπως ήταν προϊόν μιας σουηδικής ιδιαιτερότητας; Είναι άραγε η Ευρώπη απλώς ανίκανη να «χτίσει» μια πράσινη εταιρεία τεχνολογίας αξίας δισεκατομμυρίων;
«Δεν νομίζω ότι πρέπει να του αποδίδουμε υπερβολική σημασία», δήλωσε ο Γιαν Λάρσον, επικεφαλής της συμβουλευτικής εταιρείας Business Sweden.
«Φυσικά, ήταν ένα σοβαρό πλήγμα για την κοινότητα στο Σκέλεφτεο [...] αλλά εξακολουθούμε να πιστεύουμε ότι διαθέτουμε ένα ζωντανό οικοσύστημα μπαταριών στη Σουηδία, ιδίως όταν συνεργαζόμαστε – όπως πράγματι κάνουμε, πολύ στενά – με τη Φινλανδία και τη Νορβηγία. Παραμένει ένας εξαιρετικά ελκυστικός χώρος. Διαθέτουμε σημαντική τεχνογνωσία και έρευνα», είπε.
Οι υπόλοιπες σουηδικές εταιρείες πράσινης τεχνολογίας παρακολουθούν – και αντλούν διδάγματα – από τη διαδρομή της Northvolt, που θύμισε την πτήση και την πτώση του Ίκαρου την τελευταία δεκαετία. Η Northvolt ήταν ταυτόχρονα επενδυτής και πελάτης της Altris, της σουηδικής νεοφυούς επιχείρησης μπαταριών νατρίου. Μιλώντας στο περιθώριο της εκδήλωσης Techarena στη Στοκχόλμη, ο διευθύνων σύμβουλός της, Κρίστερ Μπέργκβιστ, ανέφερε: «Μας υποχρέωσε – εμάς και άλλες εταιρείες – να σκεφτούμε πώς επιτυγχάνεις σταδιακή ανάπτυξη. Πώς κάνεις συνειδητά βήματα προς την κατεύθυνση της διάθεσης ενός προϊόντος; Πώς μένεις κοντά στους πελάτες σου;»
«Πιστεύω ότι η εποχή που υπέγραφες μια συμφωνία πώλησης παραγωγής, την αξιοποιούσες για να εξασφαλίσεις χρηματοδότηση και μετά προχωρούσες σε προσλήψεις και γρήγορη κλιμάκωση – δεν είναι πια τόσο επίκαιρη», δήλωσε ο Μπέργκβιστ στο Euronews Next.
«Αυτό που μάθαμε είναι ότι είμαστε πραγματικά καλοί στο να αναπτύσσουμε την τεχνολογία μας μέχρι ένα ορισμένο σημείο. Το επόμενο βήμα είναι η παραγωγή της σε βιομηχανική κλίμακα. Αυτό απαιτεί τελείως διαφορετική νοοτροπία.»
Για την Altris, εξήγησε ο Μπέργκβιστ, αυτό σήμαινε την αναγνώριση ότι η βιώσιμη κλιμάκωση απαιτεί εταίρους. Τον Ιανουάριο του 2026, η εταιρεία σύναψε συνεργασία με την τσεχική Draslovka για την παραγωγή του καθοδικού ενεργού υλικού (CAM) ιόντων νατρίου πάνω στο οποίο βασίζονται οι μπαταρίες της, μια σαφώς διαφορετική προσέγγιση από εκείνη της Northvolt, που στόχευε να κατασκευάζει τις μπαταρίες της εξ ολοκλήρου εσωτερικά.
«Η Northvolt προσπαθούσε να πετύχει κάθετη ολοκλήρωση και να εξασφαλίσει πολύ μεγαλύτερη οικονομική απόδοση [...] Αν το είχε καταφέρει, θα ήταν φανταστικό [...] αλλά δεν κατάφερε ποτέ να βγάλει την παραγωγή από τη γραμμή», σημείωσε.
Διδάγματα αντλήθηκαν όμως και εκτός του κλάδου των μπαταριών. Η Γιούνις Σίλβα, τεχνική υπεύθυνη έργου στην CorPower Ocean, ανέφερε ότι το παράδειγμα της Northvolt έθεσε κρίσιμα ερωτήματα για την άντληση κεφαλαίων και τη σημασία του «να κάνεις μικρότερα βήματα αντί για ένα μεγάλο άλμα [...] Να αποδεικνύεις – βήμα προς βήμα – ότι η εταιρεία λειτουργεί με υγιή και δομημένο τρόπο».
Ιδρυθείσα το 2012, η CorPower υλοποιεί μόλις τώρα ένα έργο κυματικής ενέργειας ισχύος 10MW ανοιχτά των ακτών της βόρειας Πορτογαλίας, το οποίο χρηματοδοτείται από επιχορήγηση 40 εκατ. ευρώ του Ταμείου Καινοτομίας της ΕΕ.
Και παρά τη σκλήρυνση των στάσεων απέναντι στα έργα καθαρής ενέργειας στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, όπου η κυβέρνηση Τραμπ έχει ακυρώσει εκατοντάδες μεγάλα πράσινα έργα τεχνολογίας, οι ευρωπαϊκές απόψεις για την πράσινη μετάβαση φαίνεται να παραμένουν εξίσου σταθερές, σύμφωνα με τη Σίλβα.
Η πράσινη ενέργεια θα βοηθήσει την Ευρώπη να απεξαρτηθεί από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο και, ως εκ τούτου, η μετάβαση αφορά τόσο την ενεργειακή ασφάλεια όσο και την κυριαρχία. Γι’ αυτό οι ευρωπαϊκές νεοφυείς επιχειρήσεις καθαρής και πράσινης τεχνολογίας θα ήθελαν να δουν μεγαλύτερη εστίαση στους διαδρόμους της εξουσίας στο να καταστεί ευκολότερη – και λιγότερο επιβαρυμένη με κανονισμούς – η δημιουργία μιας επιχείρησης πράσινης ενέργειας σε σχέση με ό,τι ισχύει σήμερα.
«Η Ιρλανδία, η Πορτογαλία, η Σκωτία έχουν όλες διαφορετικούς κανόνες αδειοδότησης – και διαφορετικούς φορείς – και μέσα στην ίδια τη χώρα πρέπει να αντιμετωπίζεις ένα πλήθος αρχών με διαφορετικές οπτικές, διαφορετικές απαιτήσεις και που μερικές φορές δεν μιλούν μεταξύ τους. Αυτό καθιστά τη διαδικασία αρκετά γραφειοκρατική και χρονοβόρα», εξήγησε η Σίλβα.
Μένει να φανεί τι θα κάνει στο Σκέλεφτεο ο αμερικανός αγοραστής Lyten: θα παράγει μπαταρίες – όπως έκανε η Norvolt – ή θα εστιάσει στην έρευνα και ανάπτυξη; Αν συμβεί το δεύτερο, πρόσθεσε, το σουηδικό οικοσύστημα θα «αναδιαμορφωθεί» και θα στηρίζεται λιγότερο στη βιομηχανική παραγωγή – που απαιτεί πολύ εργατικό δυναμικό και είναι ιδιαίτερα εντάσεως κεφαλαίου – και περισσότερο στην καινοτομία και την έρευνα. «Έχουμε ακόμη ένα σύστημα ηλεκτροπαραγωγής που είναι σχεδόν 100% απαλλαγμένο από ορυκτά καύσιμα», τόνισε ο Λάρσον.
Όσον αφορά ειδικά τη Northvolt: «Μπορούν φυσικά να αντληθούν πολλά διδάγματα σχετικά με την κλιμάκωση, σχετικά με το πόσο κεφάλαιο μπορείς να προσελκύσεις για ένα και το αυτό έργο», πρόσθεσε. Η υπόθεση εγείρει επίσης ερωτήματα για το πόσο εφικτό είναι να στηθεί από το μηδέν μια ολόκληρη βιομηχανία κατασκευής μπαταριών – όχι μόνο στη Σουηδία, αλλά σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Για τον Λάρσον, η «ανάλυση μετά τον αγώνα» για την άνοδο και την πτώση της Northvolt θα απασχολεί τους Ευρωπαίους για καιρό, είτε στον χώρο της πράσινης τεχνολογίας είτε πέρα από αυτόν, και θα προσφέρει άφθονο, ενδιαφέρον υλικό για τους φοιτητές σχολών διοίκησης επιχειρήσεων, σήμερα και στο μέλλον.
«Θα έπρεπε να γραφτούν διδακτορικές διατριβές γι’ αυτό», κατέληξε.